PluginProbe ʕ •ᴥ•ʔ
GiveWP – Donation Plugin and Fundraising Platform / 2.24.0
GiveWP – Donation Plugin and Fundraising Platform v2.24.0
4.16.4 4.16.3 4.16.2 4.16.1 4.16.0 4.15.5 4.15.4 4.15.3 4.15.2 4.15.1 4.15.0 2.3.0 2.3.1 2.3.2 2.30.0 2.31.0 2.31.1 2.32.0 2.33.0 2.33.1 2.33.2 2.33.3 2.33.4 2.33.5 2.4.0 2.4.1 2.4.2 2.4.3 2.4.4 2.4.5 2.4.6 2.4.7 2.5.0 2.5.1 2.5.10 2.5.11 2.5.12 2.5.13 2.5.2 2.5.3 2.5.4 2.5.5 2.5.6 2.5.7 2.5.8 2.5.9 2.6.0 2.6.1 2.6.2 2.6.3 2.7.0 2.7.1 2.7.2 2.7.3 2.7.4 2.7.5 2.8.0 2.8.1 2.9.0 2.9.1 2.9.2 2.9.3 2.9.4 2.9.5 2.9.6 2.9.7 3.0.0 3.0.1 3.0.2 3.0.3 3.0.4 3.1.0 3.1.1 3.1.2 3.10.0 3.11.0 3.12.0 3.12.1 3.12.2 3.12.3 3.13.0 3.14.0 3.14.1 3.14.2 3.15.0 3.15.1 3.16.0 3.16.1 3.16.2 3.16.3 3.16.4 3.16.5 3.17.0 3.17.1 3.17.2 3.18.0 3.19.0 3.19.1 3.19.2 3.19.3 3.19.4 3.2.0 3.2.1 3.2.2 3.20.0 3.21.0 3.21.1 3.22.0 3.22.1 3.22.2 3.3.0 3.3.1 3.4.0 3.4.1 3.4.2 3.5.0 3.5.1 3.6.0 3.6.1 3.6.2 3.7.0 3.8.0 3.9.0 4.0.0 4.1.0 4.1.1 4.10.0 4.10.1 4.11.0 4.12.0 4.13.0 4.13.1 4.13.2 4.14.0 4.14.1 4.14.2 4.14.3 4.14.4 4.14.5 4.14.6 4.2.0 4.2.1 4.3.0 4.3.1 4.3.2 4.4.0 4.5.0 4.6.1 4.7.0 4.7.1 4.8.0 4.8.1 4.9.0 trunk 1.9.0 2.0.0 2.0.1 2.0.2 2.0.3 2.0.4 2.0.5 2.0.6 2.0.7 2.1.0 2.1.1 2.1.2 2.1.3 2.1.4 2.1.5 2.1.6 2.1.7 2.1.8 2.10.0 2.10.1 2.10.2 2.10.3 2.10.4 2.11.0 2.11.1 2.11.2 2.11.3 2.12.0 2.12.1 2.12.2 2.12.3 2.13.0 2.13.1 2.13.2 2.13.3 2.13.4 2.14.0 2.15.0 2.16.0 2.16.1 2.17.0 2.17.1 2.17.3 2.18.0 2.18.1 2.19.1 2.19.2 2.19.3 2.19.4 2.19.5 2.19.6 2.19.7 2.19.8 2.2.0 2.2.1 2.2.2 2.2.3 2.2.4 2.2.5 2.2.6 2.20.0 2.20.1 2.20.2 2.21.0 2.21.1 2.21.2 2.21.3 2.21.4 2.22.0 2.22.1 2.22.2 2.22.3 2.23.0 2.23.1 2.23.2 2.24.0 2.24.1 2.24.2 2.25.0 2.25.1 2.25.2 2.25.3 2.26.0 2.27.0 2.27.1 2.27.2 2.27.3 2.28.0 2.29.0 2.29.1 2.29.2
give / vendor / fakerphp / faker / src / Faker / Provider / el_GR / Text.php
give / vendor / fakerphp / faker / src / Faker / Provider / el_GR Last commit date
Address.php 5 years ago Company.php 5 years ago Payment.php 5 years ago Person.php 5 years ago PhoneNumber.php 5 years ago Text.php 5 years ago
Text.php
9258 lines
1 <?php
2
3 namespace Faker\Provider\el_GR;
4
5 class Text extends \Faker\Provider\Text
6 {
7 /**
8 * From el.wikisource.org.
9 *
10 * The text is licensed under the Creative Commons Attribution / Share-Alike,
11 * Also additional terms may apply. For details, see. Terms of Use.
12 *
13 *
14 * Title: Τρελαντώνης
15 *
16 * Author: Πηνελόπη Δέλτα
17 *
18 * Posting Date: January 6, 2016
19 * Release Date: 1932
20 * [Last updated: September 1, 2013]
21 *
22 * Language: Greek
23 *
24 * @licence Creative Commons Attribution-ShareAlike https://creativecommons.org/licenses/by-sa/3.0/deed.el
25 *
26 * @see https://wikimediafoundation.org/wiki/Terms_of_Use/
27 * @link https://el.wikisource.org/wiki/%CE%A4%CF%81%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%8E%CE%BD%CE%B7%CF%82
28 *
29 * @var string
30 */
31 protected static $baseText = <<<'EOT'
32 Ο Αντώνης ήταν πολύ σκάνταλος και πολύ άτακτος και κάθε λίγο έβρισκε τον μπελά το�
33 . Δεν περνούσε μέρα πο�
34 να μην έτρωγε δ�
35 ο τρεις κατσάδες, πότε από τη θεία το�
36 , πότε από τη μαγείρισσα, πότε από την Αγγλίδα δασκάλα και πότε από την τραπεζιέρα, και κάθε λίγο αναγκάζο�
37 νταν ν' ανακατώνεται ο θείος. Σαν έφθανε απέξω ο θείος και άκο�
38 ε την καινούρια αταξία το�
39 Αντώνη, το αγαθό το�
40 πρόσωπο αγρίε�
41 ε όσο μπορούσε, σούρωνε τ' άσπρα το�
42 φρύδια και, κο�
43 νώντας το σταχτί το�
44 κεφάλι, έλεγε α�
45 στηρά:
46 - Αντώνη, ακούω πάλι πως έκανες αταξίες! Φοβούμαι πως δε θα τα πάμε καλά!
47 Α�
48 τές ήταν οι σοβαρές περιστάσεις. Άκο�
49 ε η Αλεξάνδρα, η μεγάλη αδελφή, και ντρέπο�
50 νταν για τον αδελφό της. Άκο�
51 ε η Πο�
52 λο�
53 διά, η μικρότερη αδελφή, κι ένιωθε την καρδιά της να παίζει τούμπανο. Άκο�
54 ε και ο μικρός ο Αλέξανδρος, καθισμένος στο πάτωμα, με το δάχτ�
55 λο στο στόμα, και αποφάσιζε μέσα το�
56 πως εκείνος δεν ήθελε να γίνει έτσι κακό παιδί σαν τον Αντώνη.
57 Και όμως πώς ήθελε να μπορεί να κάνει όσα έκανε ο Αντώνης! Γιατί ο Αντώνης έκανε πολλά δύσκολα πράματα. Έκανε τούμπες τρεις στη σειρά και θα έκανε, λέει, και τέσσερις, αν ήταν πιο μεγάλη η κάμαρα και αν δε χτ�
58 πούσε ο τοίχος στα ποδάρια το�
59 · σκαρφάλωνε στη γαζία της α�
60 λής· καβαλίκε�
61 ε στην κο�
62 παστή της σκάλας και κατέβαινε γλιστρώντας ως κάτω - έκανε, πηδώντας με το ένα πόδι, τρεις φορές το γύρο της α�
63 λής το�
64 σπιτιού, χωρίς ν' αγγίξει τον τοίχο - κάθε πρωί, στη θάλασσα, βο�
65 τούσε το κεφάλι το�
66 στο νερό κι έμενε τόση ώρα με κλειστό στόμα και ανοιχτά μάτια, και δεν πνίγο�
67 νταν ποτέ. Και' άλλα πολλά έκανε ο Αντώνης. Έπειτα είχε πάντα γεμάτες τις τσέπες το�
68 από τόσο�
69 ς θησα�
70 ρούς. Τι δεν έβρισκες μέσα! Καρφιά, βόλο�
71 ς, βότσαλα, σπάγκο�
72 ς, κάποτε και κανένα κομμάτι μαστίχα μασημένη, και, πάνω απ' όλα, το τρίγωνο γ�
73 αλί πο�
74 είχε πέσει από τον πολ�
75 έλαιο της εκκλησίας και πο�
76 έκανε τόσα ωραία χρώματα σαν το έβαζες στον ήλιο. Ολόκληρο πλούτο είχαν α�
77 τές οι τσέπες το�
78 Αντώνη.
79 Οι γονείς το�
80 Αντώνη, πο�
81 ζούσαν στην Αίγ�
82 πτο, δεν μπόρεσαν να ταξιδέψο�
83 ν εκείνο το καλοκαίρι, κι εκείνος και τ' αδέλφια το�
84 είχαν έλθει στον Πειραιά με το θείο Ζωρζή και τη θεία Μαριέτα, πο�
85 δεν είχαν παιδιά, και κάθο�
86 νταν σ' ένα από τα σπίτια το�
87 Τσίλερ. Επτά ήταν τα σπίτια το�
88 Τσίλερ, όλα στην αράδα κι ενωμένα· το πρώτο, το ακριανό, μεγάλο, με τρία πρόσωπα, τ' άλλα όλα όμοια, με μια βεραντούλα προς τη θάλασσα και μιαν α�
89 λή στο πίσω μέρος, προς το λόφο.
90 Στο πρώτο, το μεγάλο σπίτι, κάθο�
91 νταν ο βασιλέας· στο δεύτερο μια Ρωσίδα, κ�
92 ρία της Τιμής της βασίλισσας· στο τρίτο ο Αντώνης με τ' αδέλφια το�
93 και το θείο το�
94 και τη θεία, και στ' άλλα παρακάτω διάφοροι άλλοι πο�
95 , σαν το βασιλέα, είχαν κατέβει από τας Αθήνας να περάσο�
96 ν το�
97 ς ζεστούς μήνες το�
98 καλοκαιριού κοντά στην πειραιώτικη θάλασσα.
99 Κάθε μέρα ο Αντώνης και τ' αδέλφια το�
100 πήγαιναν περίπατο με την Εγγλέζα το�
101 ς δασκάλα και περνούσαν εμπρός στο μεγάλο σπίτι όπο�
102 κάθο�
103 νταν ο βασιλέας, πο�
104 είχε μεγάλα σκ�
105 λιά το�
106 κ�
107 νηγιού. Τ' άκο�
108 ε ο Αντώνης πο�
109 γάβγιζαν και τραβούσαν τις αλ�
110 σίδες το�
111 ς, κλεισμένα στην α�
112 λή το�
113 ς την περιτοιχισμένη, και κάθε φορά ο κρότος α�
114 τός και τα γαβγίσματα ήταν μεγάλος πειρασμός. Και τα τέσσερα αδέλφια γνώριζαν καλά τα σκ�
115 λιά α�
116 τά και ιδιαίτερα ένα, τον Ντον. Τα έβλεπαν σ�
117 χνά με το βασιλέα, πο�
118 τα έπαιρνε μαζί το�
119 , λ�
120 τά, ελεύθερα, κάθε φορά πο�
121 έβγαινε περίπατο μονάχος.
122 Ήταν μεγάλος πειρασμός για τον Αντώνη τα σκ�
123 λιά α�
124 τά και κάθε φορά πο�
125 περνούσε μπρος στο σπίτι το�
126 βασιλέα με την Εγγλέζα δασκάλα το�
127 , έμενε πίσω, έκανε ελιγμούς, έβρισκε διάφορες προφάσεις για να πλησιάσει την πόρτα της α�
128 λής, μήπως και τύχει να είναι μισάνοιχτη ή μήπως και βρει καμιά χαραματιά πο�
129 να τον αφήσει να δει τον Ντον, το μεγάλο κανελί σκ�
130 λί με τα παράταιρα μάτια, το ένα γαλάζιο και το άλλο πράσινο. Μα πού να ξεφύγει από το βλέμμα της Εγγλέζας! Ξερή και μονοκόμματη γύριζε α�
131 τή, τη στιγμή πο�
132 νόμιζε κείνος πως είχε γλιτώσει, τον κερα�
133 νοβολούσε με μια ματιά και τον σ�
134 μμάζε�
135 ε, κατσο�
136 φιασμένο μα δαμασμένο, στο μπο�
137 λούκι των τριών πιο φρόνιμων.
138 - Είναι κακιά και γρο�
139 σούζα... μο�
140 ρμούριζε ο Αντώνης στις αδελφές το�
141 , καμτσικώνοντας τις πέτρες το�
142 δρόμο�
143 με κανένα μαδημένο από τα φύλλα το�
144 χλωρό κλαδί, πο�
145 πάντα βρίσκο�
146 νταν ανάμεσα στο�
147 ς θησα�
148 ρούς το�
149 Αντώνη, προς μεγάλο θα�
150 μασμό το�
151 Αλέξανδρο�
152 . Είναι τσίφνα και γρινιάρα...
153 - Τι είναι; ρωτούσε ο Αλέξανδρος γέρνοντας ολόκληρος εμπρός από τη δασκάλα, πο�
154 τον βαστούσε σφιχτά από το χέρι, για ν' ακούσει τη λέξη πο�
155 το�
156 ξέφ�
157 γε. Μ' αμέσως τον τίναζε πίσω η Εγγλέζα, πο�
158 δεν καταλάβαινε τα ελληνικά, και τον ξανάφερνε στη θέση το�
159 πλάγι της.
160 - Σπίκ Ίνγκλις! πρόσταζε με το πιο α�
161 στηρό της ύφος!
162 Και μαζεμένα πάλι, την ακολο�
163 θούσαν τα τέσσερα αδέλφια, με ίσιες τις ράχες και σφιγμένα τα χείλια, παρατώντας κάθε αρχισμένη κο�
164 βέντα, για να της δείξο�
165 ν την αποδοκιμασία το�
166 ς. Κι έτσι, σιωπηλά, έκαναν το γύρο το�
167 βράχο�
168 , ανέβαιναν στο λόφο, απομακρύνο�
169 νταν από τον περαστικό δρόμο. Κι εκεί στη μοναξιά, στις πέτρες και στα ξερά χαμόκλαρα, κάθο�
170 νταν όλα τ' αδέλφια στην αράδα, με τα πόδια ενωμένα και τα χέρια στα�
171 ρωμένα φρόνιμα μπροστά το�
172 ς, και κοίταζαν από πάνω, ψηλά, τις βαρκούλες πο�
173 αρμένιζαν μακριά στο πέλαγος και πιο κοντά, βαθιά, κάτω, στο�
174 ς βράχο�
175 ς, τις πέτρες πο�
176 ξεχώριζαν μια μια στα διάφανα βαθ�
177 γάλαζα νερά της Καστέλας.
178 Σε λίγο σηκώνο�
179 νταν η δασκάλα, έκανε πως σ�
180 γ�
181 ρίζει τα φορέματα της κι έβγαζε κρ�
182 φά κάτι από την τσέπη της. Ύστερα άνοιγε το βιβλίο της και κάθο�
183 νταν, γ�
184 ρίζοντας τη ράχη της στα τέσσερα αδέλφια.
185 Έκανε πως διάβαζε. Μα τ' αδέλφια ήξεραν πως δε διάβαζε καθόλο�
186 . Γιατί ο Αντώνης την είχε δει δ�
187 ο φορές πο�
188 κρ�
189 φά έβαζε στα χείλια της μια μποτίλια με κάτι κανελί μέσα και το έπινε και πάλι βιαστικά το έκρ�
190 βε κάτω από το�
191 ς φραμπαλάδες της φούστας της. Τότε άρχιζε η καλή ώρα το�
192 Αντώνη και των αδελφών το�
193 . Ό,τι ήθελαν έκαναν. Η δασκάλα δεν το�
194 ς κοίταζε πια. Ο Αντώνης έδινε το σύνθημα κι ένας ένας σηκώνο�
195 νταν σιωπηλά και απομακρύνο�
196 νταν.
197 Και τότε γίνο�
198 νταν το ανάστα ο Θεός. Έτρεχαν, πηδούσαν, κατέβαιναν στο δρόμο, σκαρφάλωναν στο�
199 ς βράχο�
200 ς, έπεφταν, σηκώνο�
201 νταν, φώναζαν, δέρνο�
202 νταν, καβγάδιζαν ή γελούσαν, βο�
203 τούσαν στις σκόνες, έπιαναν ακρίδες, μάζε�
204 αν βότσαλα, πετούσαν πέτρες, τίποτε πια δεν έβλεπε ούτε άκο�
205 ε η δασκάλα. Χωμένη στο βιβλίο της, ρο�
206 φώντας κρ�
207 φά την μποτίλια της, άφηνε τ' αδέλφια ελεύθερα.
208 Και τι ωραία πο�
209 ήταν η ελε�
210 θερία στο βράχο της Καστέλας! Πο�
211 θενά δεν ήταν τόσο ψιλή η σκόνη, τα χαμόκλαδα πιο ξερά, τα κλαριά πιο εύκολα να τσακίσο�
212 ν, οι πέτρες πιο πολλές, το χώμα πιο πλούσιο από θησα�
213 ρούς.
214 Τι δεν έβρισκες εκεί μέσα! Πράσινα και γαλάζια κομμάτια γ�
215 αλί, κάποτε και άσπρα, χαλκάδες τενεκεδένιο�
216 ς σκο�
217 ριασμένο�
218 ς ή καπάκια κο�
219 τιών στρογγ�
220 λά, σα ρόδες χωρίς αξόνι - μα ο Αντώνης έλεγε πως ήταν εύκολο να το�
221 ς κάνεις αξόνι μ' ένα καρφί πο�
222 θα τα τρ�
223 πούσε στη μέση - κάποτε κανένα κο�
224 δο�
225 νάκι σιδερένιο χωρίς γλωσσίδι - πο�
226 και α�
227 τό διορθώνο�
228 νταν, βεβαίωνε ο Αντώνης, με μια μεγάλη χάντρα της Αλεξάνδρας, κρεμασμένη σε μια κλωστή, μόνο πο�
229 η Αλεξάνδρα, πο�
230 είχε πέντε τέτοιες χάντρες, δεν ήθελε να δώσει καμιά, - κάποτε κανένα κομμάτι σκοινί ή σπάγκο ή τέλι, μα προπάντων πέτρες, πέτρες όλων των σχημάτων, με φλέβες σταχτιές, μενεξελιές, τριανταφ�
231 λλιές ή μαύρες.
232 Μια μέρα, η Πο�
233 λο�
234 διά βρήκε έναν αληθινό θησα�
235 ρό· βόλο�
236 ς, βόλο�
237 ς μαύρο�
238 ς, πολλούς, σκόρπιο�
239 ς, μικρούς, ολοστρόγγ�
240 λο�
241 ς. Ζαλισμένη το�
242 ς κοίταζε, άφωνη από τη χαρά της. Η πρώτη της σκέψη ήταν να μη φωνάξει τ' αδέλφια της, μην της το�
243 ς πάρει ο Αντώνης, πο�
244 πρέσβε�
245 ε πως τα κορίτσια δεν πρέπει να παίζο�
246 ν βόλο�
247 ς, πως έχο�
248 ν κούκλες και πως α�
249 τές το�
250 ς αρκούν. Μα ήταν τόσο πολλοί οι σκόρπιοι βόλοι, αρκούσαν για όλο�
251 ς, ακόμα και για τον Αλέξανδρο, πο�
252 τόσο το�
253 ς λαχταρούσε και πο�
254 ποτέ δεν το�
255 δάνειζε το�
256 ς δικούς το�
257 ο Αντώνης.
258 Φώναξε λοιπόν τ' αδέλφια της.
259 - Βόλο�
260 ς! Βόλο�
261 ς! Ελάτε να δείτε πόσοι! το�
262 ς είπε μαζεύοντας το�
263 ς στη γεμάτη φούχτα της.
264 Ανακούρκο�
265 δα πλάγι της, καταχαρούμενος, το�
266 ς μάζε�
267 ε ο Αλέξανδρος έναν έναν και το�
268 ς φύλαγε στην άλλη παλάμη το�
269 . Ο Αντώνης όμως, με τα δ�
270 ο το�
271 χέρια στις τσέπες το�
272 πανταλονιού το�
273 , δεν το θεώρησε αξιόπρεπο για ένα αγόρι να ενθο�
274 σιαστεί με το εύρημα ενός κοριτσιού. Και είπε ακατάδεχτα:
275 - Οι δικοί μο�
276 είναι πιο μεγάλοι!
277 Και η Αλεξάνδρα, πο�
278 ακολο�
279 θούσε πάντα τον Αντώνη, είπε:
280 - Και για να το�
281 ς πετάξο�
282 ν εδώ, θα πει πως είναι χαλασμένοι!
283 Απογοητε�
284 μένος άνοιξε ο Αλέξανδρος τα χέρια το�
285 και οι βόλοι το�
286 σκορπίστηκαν στο χώμα. Η Πο�
287 λο�
288 διά όμως επέμεινε.
289 - Πού το ξέρεις πως το�
290 ς πέταξαν; ρώτησε. Μπορεί ένα αγόρι να το�
291 ς είχε στην τσέπη το�
292 και να τρύπησε η τσέπη το�
293 και να το�
294 έπεσαν όσο περπατούσε. Για δες, έχει παντού, εδώ, κι εκεί, και παρακάτω! Θα έτρεχε το αγόρι και θα έπεφταν οι βόλοι...
295 - Πφφφ... διέκοψε ο Αντώνης πο�
296 είχε πολλή όρεξη να πάρει από το θησα�
297 ρό της αδελφής το�
298 , μα πο�
299 δεν το καταδέχο�
300 νταν πια, μιας και τον είχε περιγελάσει. Ξέρεις και σ�
301 τώρα από αγόρια!
302 Πειραγμένη στο φιλότιμο της για την περιφρονητική αδιαφορία των αδελφών της, η Πο�
303 λο�
304 διά γέμισε την τσέπη της και είπε:
305 - Καλά. Όταν αύριο μο�
306 ζητήσετε το�
307 ς βόλο�
308 ς μο�
309 , εγώ δε θα σας το�
310 ς δώσω!
311 Και κάκιωσε και δεν ήθελε να ρίξει με το�
312 ς άλλο�
313 ς πέτρες στο γιαλό.
314 Α�
315 τό ήταν το πιο ωραίο το�
316 ς παιχνίδι. Και παράμερα, λ�
317 πημένη, κοίταζε η Πο�
318 λο�
319 διά τις πέτρες πο�
320 τις πετούσαν τ' αδέλφια της και πο�
321 πηδούσαν στο�
322 ς βράχο�
323 ς και ξαναπηδούσαν ως κάτω κι έπεφταν πλο�
324 φ στο νερό.
325 Το πλο�
326 φ δεν το άκο�
327 αν, γιατί ήταν πολύ ψηλά και το νερό πολύ χαμηλά. Μα το�
328 ς είχε πει ο Αντώνης πως κάνει πάντα πλο�
329 φ η πέτρα στο νερό, και αν το 'λεγε ο Αντώνης, πρέπει να ήταν αλήθεια. Γιατί ποτέ δεν είπε ψέμα ο Αντώνης.
330 Και το 'λεγε πάντα ο θείος: «Ο Αντώνης είναι σκάνταλος, μα ψέματα δε λέγει!» Και το 'λεγε και η θεία, πο�
331 το�
332 τις έβρεχε σ�
333 χνά. Και το 'λεγε η κερα-Ρήνη η μαγείρισσα, πο�
334 , σαν είχε πονοκέφαλο, έδενε ένα μαντίλι γύρω στο μέτωπο της με φέτες πατάτες ή λεμόνια στα μηνίγγια της κι έβριζε μες στα δόντια της κι έλεγε: «Ντελή- Αντώνης, Τρελαντώνης, πο�
335 κακό να μην τον πιάσει... γιατί ψέματα δεν ξέρει!»
336 Το 'λεγε και η Αφροδίτη η τραπεζιέρα, πο�
337 ήταν καλή, όσο ήταν άσχημη, πο�
338 γύρε�
339 ε να κρύψει από τη θεία τις ζημιές το�
340 , μα πο�
341 τις ομολογούσε ύστερα εκείνος. Όλα τα ομολογούσε, σαν τον ρωτούσαν. Και τον έτρεμαν τα κορίτσια, μην ομολογήσει και τις δικές το�
342 ς αταξίες και τα δικά το�
343 ς μ�
344 στικά.
345 Έτσι, εκείνη την ημέρα πο�
346 βρήκε το θησα�
347 ρό της, πέρασε η Πο�
348 λο�
349 διά μεγάλη στενοχώρια.
350 Είχαν επιστρέψει τ' αδέλφια στο σπίτι με την Εγγλέζα δασκάλα πο�
351 αισθάνθηκε, λέει, κακοδιάθετη και ανέβηκε στην κάμαρα της. Τ' αδέλφια μείναν στην α�
352 λή για να παίξο�
353 ν, πο�
354 ήταν ακόμα μέρα, μα κανένας δεν είχε κέφι για παιχνίδια, γιατί ο Αλέξανδρος, στην επιστροφή εκείνο το απόγεμα, είχε ντροπιάσει την οικογένεια.
355 - Πώς το�
356 ήλθε να το κάνει! είπε η Αλεξάνδρα σμίγοντας τα δ�
357 ο της χέρια κάτω από το πιγούνι της.
358 Ο ένοχος κάθο�
359 νταν στο πεζούλι τής πίσω πόρτας το�
360 σπιτιού, τα χέρια ακο�
361 μπισμένα στην πέτρα όπο�
362 απλώνο�
363 νταν φο�
364 ντωτή η άσπρη το�
365 κεντημένη φο�
366 στίτσα, τα μάτια πρησμένα από τα κλάματα, το μ�
367 τάκι κατακόκκινο, τα χείλια σφιγμένα για να σ�
368 γκρατήσει τ' αναφιλητά πο�
369 όλο ξανανέβαιναν. Κοίταζε πότε τη μεγάλη το�
370 αδελφή, πο�
371 φαίνο�
372 νταν ζαλισμένη από το κακό πο�
373 της ήλθε στο κεφάλι, πότε τον Αντώνη, πο�
374 , μισοκρεμασμένος από το τεντωμένο σκοινί της απλώτρας, ξεχνούσε από την αγανάκτηση το�
375 να κάνει τη σβούρα στριφογ�
376 ρίζοντας στο τακούνι το�
377 , και πότε την Πο�
378 λο�
379 διά, πο�
380 σ�
381 νήθως ήταν κόμμα το�
382 , μα πο�
383 κι εκείνη τώρα έσκ�
384 βε το μέτωπο κάτω από την οικογενειακή σ�
385 μφορά.
386 - Φαντάσο�
387 να το ήξερε η μαμά πως είπε «Βρε σ�
388 !» σ' έναν αξιωματικό! είπε αργοπροφέροντας μια μια τις λέξεις το�
389 ο Αντώνης.
390 - Και να σηκώσει και τη γροθιά το�
391 ! είπε η Αλεξάνδρα.
392 - Και να χτ�
393 πήσει το πόδι το�
394 εμπρός, σα να τραβούσε σπαθί! πρόσθεσε ο Αντώνης.
395 - Και σε ποιον; Σ' έναν αξιωματικό! είπε η Αλεξάνδρα.
396 Ο Αλέξανδρος, στη φοβερή α�
397 τή ενθύμηση, έλιωσε πάλι στα κλάματα.
398 - Μα δεν το ήξερα πως ήταν αξιωματικός! είπε ανάμεσα στα δάκρ�
399 α το�
400 .
401 - Πώς δεν το ήξερες; Δεν τον είδες, με την άσπρη το�
402 στολή και τα χρ�
403 σά γαλόνια στο πηλήκιο το�
404 ; ρώτησε α�
405 στηρά ο Αντώνης.
406 - Τον είδα... μα τον είδα αφού το είπα!
407 - Καλά, δεν άκο�
408 σες τ' άλογο το�
409 πο�
410 ήρχο�
411 νταν πίσω μας;
412 - Το άκο�
413 σα. Μα νόμιζα πως ήταν ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς!
414 Στάθηκε μια στιγμή ο Αντώνης να σκεφθεί και να ζ�
415 γίσει α�
416 τή την πιθανότητα. Μα τη βρήκε αστήριχτη.
417 - Α�
418 τά πο�
419 λες μόνο ένα μωρό σαν και σένα μπορεί να τα πει! το�
420 αποκρίθηκε με το πιο α�
421 στηρό το�
422 ύφος. Άκο�
423 σες μήπως το τσίκι τσάκα πο�
424 κάνο�
425 ν οι κανάτες το�
426 Μπαρμπαγιάννη Κανατά, σαν τρέχει το γαϊδο�
427 ράκι το�
428 ;
429 - Όοοχι... ομολόγησε χαμηλόφωνα ο Αλέξανδρος.
430 - Και δεν άκο�
431 σες το κλοπακλόπ, κλοπακλόπ, κλοπακλόπ πο�
432 κάνει το άλογο σαν τρέχει και πο�
433 δε μοιάζει καθόλο�
434 με το τακ, τακ, τακ το�
435 γαϊδο�
436 ριού;
437 - Ναι... τ' άκο�
438 σα... αποκρίθηκε ακόμα πιο σιγά ο Αλέξανδρος.
439 - Και αμέ το κλικικλίκ το�
440 σπαθιού στη σέλα; έκαμε η Αλεξάνδρα, για να μη μείνει πίσω στην παρατηρητικότητα και την περιγραφή. Με α�
441 τή την ενθύμηση το�
442 σπαθιού το�
443 αξιωματικού, καινούρια δάκρ�
444 α το�
445 Αλέξανδρο�
446 . Κι είπε η Αλεξάνδρα, αναπολώντας πάλι το δράμα:
447 - Ήρχο�
448 νταν ο αξιωματικός από την Καστέλα... Κι έτρεχε για να πάγει σπίτι το�
449 ... Και βλέπει μπροστά το�
450 τέσσερα παιδιά πο�
451 θα νόμιζε, βέβαια, πως είναι καλοαναθρεμμένα παιδιά. Κι άξαφνα, το πιο μικρό, γ�
452 ρνάει πίσω, κάνει απότομα ένα βήμα μπροστά...
453 - Σα να έκανε έφοδο! διέκοψε με αγανάκτηση ο Αντώνης.
454 - Ναι, σα να έκανε έφοδο! επανέλαβε η Αλεξάνδρα. Και σηκώνοντας τη γροθιά το�
455 , φωνάζει: «Βρε σ�
456 !» Και σε ποιον; Σ' έναν αξιωματικό!
457 Ο Αλέξανδρος ήταν αναλ�
458 μένος πια όλος στα δάκρ�
459 α.
460 - Και δε θύμωσε ο αξιωματικός, είπε σ�
461 ντριμμένη η Πο�
462 λο�
463 διά, κο�
464 νώντας πάνω κάτω το κεφάλι της, όπο�
465 βάραινε όλη η ντροπή το�
466 αδελφού της, και δε μάλωσε... μόνο γέλασε!
467 - Ναι, φαντάσο�
468 ! Γέλασε! επανέλαβε καταστενοχωρεμένη η μεγάλη αδελφή.
469 Α�
470 τή τη φορά απέκανε ο Αλέξανδρος. Έσκ�
471 ψε το κεφάλι το�
472 στα γόνατα το�
473 κι έπνιξε δάκρ�
474 α και αναφιλητά στ' άσπρα κεντήματα της φούστας το�
475 . Η Αλεξάνδρα και ο Αντώνης, ακίνητοι, τον κοίταζαν με όλη την α�
476 στηρότητα πο�
477 άξιζε το έγκλημα το�
478 . Η Πο�
479 λο�
480 διά όμως, ίσως γιατί ήταν πιο μικρή και είχε τα κλάματα πιο εύκολα, ίσως γιατί ο Αλέξανδρος, στο�
481 ς καβγάδες, ήταν πάντα κόμμα της, η Πο�
482 λο�
483 διά ένιωσε να γεμίζο�
484 ν και τα δικά της μάτια δάκρ�
485 α και ν' ανεβαίνει κάτι πνιγερό στο λαιμό της, και, σκύβοντας στις πέτρες της α�
486 λής, έβγαλε το�
487 ς βόλο�
488 ς της από την τσέπη της και άρχισε να παίζει μόνη της, ανοίγοντας όσο μπορούσε πλατύτερα τα μάτια της, για να στεγνώσο�
489 ν πριν στάξο�
490 ν τα δάκρ�
491 α. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε η φωνή της θείας:
492 - Αλεξάνδρα! Αντώνη!... Πού είναι τα παιδιά; Και πού είναι η μις Ράις;
493 Τα τέσσερα αδέλφια ανορθώθηκαν. Η Πο�
494 λο�
495 διά πέταξε χάμω όλο�
496 ς της το�
497 ς βόλο�
498 ς και τίναξε τα σκονισμένα χέρια της, η Αλεξάνδρα έτρεξε στον Αλέξανδρο, το�
499 κατέβασε και το�
500 έσιαξε την τσαλακωμένη το�
501 φούστα και με το χέρι βιαστικά βρούτσισε στην κανονική το�
502 ς θέση τα κάπως ανακατωμένα ξανθά το�
503 κατσαρά, ο Αντώνης, παρατώντας το σκοινί όπο�
504 κο�
505 νιούνταν κρεμαστός, έβαλε τα χέρια το�
506 στις τσέπες και κοίταξε, σα να τον ανακάλ�
507 ψε πρώτη φορά, ένα βασιλικό φο�
508 ντωμένο στη γλάστρα το�
509 . Και η θεία, κοντή, στρογγ�
510 λή, παχιά, ε�
511 κίνητη όμως κι ελαφριά σαν μπάλα λαστιχένια, βγήκε στην α�
512 λή. Μόλις είχε φθάσει απέξω. Φορούσε ακόμα το καπέλο και τα γάντια της.
513 Έριξε γύρω της μια γοργή ματιά, πο�
514 περιτύλιξε και τα τέσσερα αδέλφια μεμιάς, και είπε:
515 - Μόνοι σας; Πού είναι η μις Ράις;
516 - Πήγε στην κάμαρα της... άρχισε η Αλεξάνδρα. Μα τη διέκοψε η θεία:
517 - Γιατί;
518 - Ήταν άρρωστη και...
519 - Δε βγήκε μαζί σας; διέκοψε πάλι η θεία.
520 - Ναι, βγήκαμε. Μα, σα γ�
521 ρίσαμε, είπε πως ήταν άρρωστη... Βήματα ακούστηκαν από μέσα και ο θείος Ζωρζής βγήκε στην πόρτα, κοντός, στρογγ�
522 λός, παχύς, με το αγαθό το�
523 χαμόγελο πο�
524 ξανάνιωνε το σταχτί το�
525 κεφάλι και τ' άσπρα το�
526 φρύδια.
527 - Η μις Ράις είναι πάλι άρρωστη, είπε η θεία γ�
528 ρνώντας σ' εκείνον.
529 - Άρρωστη; Τι έπαθε! Καλώς τα παιδιά! Ελάτε στη βεράντα, πο�
530 ήλθε η θεία Αργίνη με τον Γιάννη...
531 Μια φωνή της θείας τον διέκοψε:
532 - Καλέ, τι είναι α�
533 τά; Τι είναι α�
534 τές οι βρώμες στην α�
535 λή μας; Ποιος έμπασε κατσίκες εδώ;
536 Όλοι γύρισαν σαστισμένοι.
537 Σκ�
538 μμένη εμπρός, σηκώνοντας με τα δ�
539 ο της χέρια τις φούστες της, στις μύτες των ποδαριών της, σα να φοβούνταν μη λερωθεί πατώντας ολόκληρα τα παχιά της ποδαράκια, κοίταζε η θεία με φρίκη και αηδία το θησα�
540 ρό της Πο�
541 λο�
542 διάς σκορπισμένο στις πλάκες.
543 - Ποιος έβαλε μέσα κατσίκες; επανέλαβε. Και φώναξε:
544 - Ειρήνη!
545 Στο παράθ�
546 ρο της κο�
547 ζίνας παρο�
548 σιάστηκε το σ�
549 γ�
550 ρισμένο κεφάλι της μαγείρισσας.
551 - Ορίστε, κ�
552 ρία!
553 - Ποιος έμπασε κατσίκες στην α�
554 λή μας;
555 - Κατσίκες;
556 Έσκ�
557 ψε να δει εκεί πο�
558 έδειχνε το αμείλικτο δάχτ�
559 λο της θείας.
560 - Πωπώ! έκανε.
561 Και �
562 ποψιάρικα πρόσθεσε:
563 - Μην τις έβαλε μέσα ο Αντώνης;
564 - Εγώ; Όχι! έκανε ξαφνισμένος ο Αντώνης. Μα πού είναι οι κατσίκες;
565 - Έ, ανόητε! είπε γελώντας ο θείος. Οι κατσίκες ξανάφ�
566 γαν, μ' άφησαν πίσω το�
567 ς τα... τα σημάδια το�
568 ς! πρόσθεσε με καινούριο ξεκάρδισμα.
569 Την ίδια ώρα εμφανίζο�
570 νταν η Ειρήνη με σκο�
571 πάκι και φαράσι. Και μο�
572 ρμο�
573 ρίζοντας και γρινιάζοντας «Τι βρώμες... πωπώ... τι αηδίες, στις παστρικές μας πλάκες κιόλα...», μάζεψε όλο�
574 ς το�
575 ς βόλο�
576 ς της Πο�
577 λο�
578 διάς, γοργά, στο φαράσι της. Μα η Πο�
579 λο�
580 διά δε στάθηκε να δει και ν' ακούσει το τέλος της ιστορίας. Από τα πρώτα λόγια το�
581 θείο�
582 , σαν κατάλαβε τι ήταν ο θησα�
583 ρός της, τρομαγμένη κοίταξε τ' αδέλφια της. Αντάμωσε την περιφρονητική ματιά της Αλεξάνδρας, το κοροϊδε�
584 τικό σήκωμα των φρ�
585 διών το�
586 Αντώνη, το ξαφνισμένο, όλο ρωτήματα μο�
587 τράκι το�
588 Αλέξανδρο�
589 και, βο�
590 λιάζοντας κάτω από το βάρος της ντροπής, παρακαλώντας μέσα της να την καταπιεί η γη, δίπλωσε το�
591 ς ώμο�
592 ς της, χώθηκε σιγά στο κούφωμα της πόρτας και, ξεγλιστρώντας πίσω από το θείο, έτρεξε στη σκάλα, ανέβηκε δ�
593 ο δ�
594 ο, μπήκε στην κρεβατοκάμαρα της, πο�
595 ήταν όλων των αδελφών κάμαρα, και κρύφθηκε πίσω από την κο�
596 νο�
597 πιέρα της.
598 Η καρδιά της βροντούσε, όχι πια ταμπούρλο αλλά γκρανκάσα. Τώρα θα ρωτήσει η θεία. Και τώρα θ' απαντήσει ο Αντώνης πο�
599 δεν έλεγε ποτέ ψέματα: «Ναι, τις βρώμες α�
600 τές τις έφερε η Πο�
601 λο�
602 διά!» Και δεν ήταν μόνο α�
603 τό, μα πο�
604 θα πει: «Γιατί τις πήρε για βόλο�
605 ς!» Και θα την περιγελάσο�
606 ν όλοι. Αχ, τι φοβερό να την περιγελάσο�
607 ν όλοι!
608 Και τα 'πιασε με τα χέρια της, α�
609 τά... Πο�
610 φού! τι αηδία! Και θα τη μαλώσει η θεία... και θα της δώσει κανένα μπάτσο... Δεν την έμελε ο μπάτσος, το παχύ χεράκι της θείας δεν πονούσε πολύ, μα η ντροπή, η ντροπή! Και α�
611 τή την ώρα θα τα λέγανε κάτω. Και ήταν κάτω η θεία Αργίνη και ο εξάδελφος ο Γιάννης! Και θα κορόιδε�
612 ε ο Γιάννης...
613 Α�
614 τό ήταν περισσότερο απ' ό,τι μπορούσε να �
615 ποφέρει. Σαν τον Αλέξανδρο πρωτύτερα, ξέσπασε κι εκείνη στα κλάματα. Και τόσο δ�
616 νατά έκλαιγε, ώστε δεν άκο�
617 σε τον Αντώνη πο�
618 ανέβηκε και μπήκε στην κάμαρα. Μα την άκο�
619 σε κείνος και παραμερίζοντας την κο�
620 νο�
621 πιέρα, τη βρήκε ζαρωμένη στη γωνία της.
622 - Γιατί κλαις; τη ρώτησε περιφρονητικά.
623 Ο Αντώνης είχε βαθιά περιφρόνηση για τα κορίτσια, γιατί, λέει, κλαιν για το τίποτα. Εκείνος, σαν αγόρι πο�
624 ήταν, δεν έκλαιγε ποτέ, όσο και να χτ�
625 πούσε, όσο και να πονούσε. Και ούτε σαν έπεσε από τη σκάλα της βεράντας κι έσπασε το κεφάλι το�
626 κι έτρεχαν αίματα και το�
627 το κόλλησε ο θείος με τσιρότο, πάλι δεν έκλαψε. Οι αδελφές το�
628 το�
629 είχαν μεγάλο θα�
630 μασμό γι' α�
631 τό. Και το�
632 είχαν και κάποιο σεβασμό, σα να πούμε, ντρέπονταν να κλαιν μπροστά το�
633 . Και τώρα πο�
634 την τσάκωσε την Πο�
635 λο�
636 διά αναλ�
637 μένη στα κλάματα, ντράπηκε κείνη πιο πολύ. Μα πάλι δεν έκανε να το δείξει και σηκώθηκε χωρίς ν' αποκριθεί. Και της είπε ο Αντώνης:
638 - Είσαι μια κο�
639 τή! Λερώνεις την α�
640 λή μας και ύστερα κλαις κιόλα!
641 - Δεν κλαίγω γι' α�
642 τό, είπε πειραγμένη η Πο�
643 λο�
644 διά.
645 - Αμέ γιατί κλαις;
646 - Γιατί... Στάθηκε να σκεφθεί ποιαν αιτία να προτιμήσει. Και αποφάσισε: Γιατί θα με μαλώσει η θεία και θα μο�
647 δώσει κι έναν μπάτσο!
648 - Φοβητσιάρα! έκανε ο αδελφός της. Η Πο�
649 λο�
650 διά επαναστάτησε.
651 - Δε φοβούμαι! διαμαρτ�
652 ρήθηκε. Και πρώτον το ξέρεις πως δεν πονεί το χέρι της θείας!
653 - Αμέ τότε;
654 - Έτσι! Δε μ' αρέσει να με δέρνο�
655 ν!
656 Ο Αντώνης σήκωσε το�
657 ς ώμο�
658 ς το�
659 και πήγε στην μπαλκονόπορτα και πιάνοντας την κο�
660 παστή το�
661 μπαλκονιού, άρχισε να κλοτσιά το ξύλινο περίφραγμα.
662 - Εσείς τα κορίτσια όλο αφορμές γ�
663 ρεύετε για να κλαίτε, είπε περιφρονητικά. Και τώρα βρίσκεις αφορμή πως θα σε δείρει η θεία, χωρίς να ξέρεις τίποτα.
664 - Αφού το ξέρω πως θα με δείρει! είπε η Πο�
665 λο�
666 διά πο�
667 είχε βγει και α�
668 τή στο μπαλκόνι και είχε πιάσει και α�
669 τή την κο�
670 παστή και κλοτσούσε το ξύλινο περίφραγμα.
671 - Τίποτα δεν ξέρεις! Γιατί θα σε δείρει;
672 - Μα δεν της είπες πως εγώ έφερα το�
673 ς βόλ... δηλαδή... α�
674 τά, έκανε με αηδία.
675 - Βέβαια όχι... αφού δε με ρώτησε.
676 Από τη σαστισμάδα της σταμάτησε η Πο�
677 λο�
678 διά το κλοτσοκόπημα. Η χαρά και η ανακούφιση την πλημμύρισαν. Της ήλθε να φιλήσει τον Αντώνη. Μα πάλι δεν το καταδέχθηκε. Ούτε το�
679 είπε ε�
680 χαριστώ. Έκανε την αδιάφορη και είπε:
681 - Α, καλά, αν είναι έτσι...
682 Μα θα το κατάλαβε ο Αντώνης, γιατί η φωνή της δεν ήταν πια κλαψιάρικη. Την κοίταξε από πάνω από τον ώμο το�
683 και της είπε:
684 - Μ' έστειλε η θεία Αργίνη να σε φωνάξω. Μα είναι το πρόσωπο σο�
685 σιχαμένο... σκούπισες τα μάτια σο�
686 με βρώμικα χέρια... πο�
687 πιάσανε το�
688 ς βόλο�
689 ς σο�
690 ... πο�
691 φού! τι βρώμες!
692 - Καθόλο�
693 ! φώναξε αγανακτισμένη η Πο�
694 λο�
695 διά.
696 - Πώς καθόλο�
697 ; Κοίταξε το πρόσωπο σο�
698 στον καθρέφτη!
699 Φο�
700 ρκισμένη πήγε κείνη στο νιφτήρα, έχ�
701 σε νερό στη λεκάνη και, αποφεύγοντας τον καθρέφτη μπροστά της, βιαστικά σαπούνισε χέρια και πρόσωπο. Ο Αντώνης την είχε ακολο�
702 θήσει. Με το δάχτ�
703 λο, κοροϊδε�
704 τικά, της έδειξε τις μα�
705 ριδερές σαπο�
706 νάδες της λεκάνης.
707 - Όλα α�
708 τά είναι πάστρες, είπε, είναι οι πάστρες πο�
709 βγαίνο�
710 ν από το�
711 ς βόλο�
712 ς της δεσποινίδας...
713 Ένας μπάτσος το�
714 βρεγμένο�
715 χεριού της «δεσποινίδας» το�
716 έκοψε τη φόρα. Γύρισε ο Αντώνης και την άρπαξε από τα κατσαρωμένα της φο�
717 ντωτά μαλλιά. Και ακολούθησε μάχη άγρια, αλλά σιωπηλή, χωρίς φωνές, με σφιγμένα δόντια, μην ακούσει η δασκάλα στην πλαγινή κάμαρα κι έλθει και ανακατωθεί. Το�
718 ς καβγάδες το�
719 ς τ' αδέλφια τούς έβγαζαν πέρα μονάχα, χωρίς ανάμειξη των μεγάλων. Κάθε φορά πο�
720 ανακατώνο�
721 νταν οι μεγάλοι, τα πράματα χειροτέρε�
722 αν και, μετά τον καβγά, έμεναν τ' αδέλφια μαλωμένα. Ενώ, όταν τα 'βγαζαν πέρα μονάχα, μια φορά πο�
723 τελείωνε η μάχη, γαλήνε�
724 ε πάλι ο ο�
725 ρανός.
726 Α�
727 τό δεν εμπόδιζε τις φοβέρες την ώρα της μάχης. Και τώρα, παλεύοντας με τον αδελφό της, νιώθοντας πως τις τρώγει από το μεγαλύτερο της, σφίγγοντας με λύσσα τα δόντια της, είπε η Πο�
728 λο�
729 διά:
730 - Θα πω το�
731 θείο�
732 πως μο�
733 τράβηξες τά μαλλιά! Επίσης χαμηλόφωνα, πνιγμένα, της αποκρίθηκε ο Αντώνης:
734 - Κι εγώ θα πω της θείας πως εσύ έφερες τις κατσικίσιες... ξέρεις τι, στην α�
735 λή μας!
736 Αμέσως παράτησε η Πο�
737 λο�
738 διά τη μάχη.
739 - Αν το πεις, θα είσαι μαντατούρης! το�
740 είπε.
741 - Εσύ είσαι η μαντατούρα!
742 - Καθόλο�
743 ! Εγώ δε μαντατεύω!
744 - Ο�
745 τ' εγώ δε μαντατεύω. αν δε μαντατέψεις εσύ!
746 Α�
747 τό ήταν το τέλος το�
748 καβγά. Χωρίς άλλες εξηγήσεις χωρίστηκαν τ' αδέλφια, βρο�
749 τσίστηκαν, σ�
750 γ�
751 ρίστηκαν και ειρηνεμένα, κατέβηκαν στη βεράντα.
752 Κάτω, στη βεράντα, γύρω σ' ένα σιδερένιο τρίποδο τραπεζάκι, όλοι ήταν σ�
753 ναγμένοι, η θεία Μαριέτα, σαν πάντα, στην κο�
754 νιστή μαύρη της πολ�
755 θρόνα, ο θείος Ζωρζής κάπνιζε ειρηνικά το ναργιλέ το�
756 , κρατώντας μες στο δικό το�
757 το χέρι το�
758 Αλέξανδρο�
759 , πο�
760 κάθο�
761 νταν φρόνιμα σ' ένα ψάθινο σκαμνί. Η Αλεξάνδρα, όρθια, με την πλάτη στην κο�
762 παστή της βεράντας, κοίταζε σιωπηλά τη θεία Αργίνη μισοξαπλωμένη σε μια ψάθινη βαθιά πολ�
763 θρόνα, και τον Γιάννη, ένα αγόρι δώδεκα χρονών, πο�
764 όρθιος και α�
765 τός και ακατάδεχτος, ακο�
766 μπισμένος στον τοίχο με τα χέρια πίσω, κοίταζε πάνω από το κεφάλι της τη θάλασσα και δε μιλούσε σε κανένα.
767 Η θεία Αργίνη, αν και αδελφή της θείας Μαριέτας, δεν της έμοιαζε καθόλο�
768 . Ψηλή, λεπτή, με μάτια μαύρα πο�
769 σε χάιδε�
770 αν και χέρια μαλακά σα μετάξι, με στόμα πο�
771 χαμογελούσε πάντα και φρύδια πο�
772 δε σο�
773 φρώνο�
774 νταν ποτέ, ήταν για τα τέσσερα αδέλφια το άκρον άωτον της ομορφιάς. Φορούσε ένα καφετί φο�
775 στάνι με κίτρινο πλαστρόνι, ανοιχτό στο λαιμό, και ψάθινο καπέλο το�
776 ρλωτό, όπο�
777 σκαρφάλωναν πλαγίως λο�
778 λούδια το�
779 αγρού, και χαμογελούσε πότε της Αλεξάνδρας και πότε το�
780 Αλέξανδρο�
781 , χαδιάρικα, σα μαμά, μ' ένα χαμόγελο πο�
782 έστριφτε γλ�
783 κά λίγο πλάγια στο στόμα της. Η θεία Μαριέτα, πο�
784 είχε βγάλει πια γάντια και καπέλο, κο�
785 νιούνταν στην πολ�
786 θρόνα της και αναπολούσε την ακρίβεια των μαγαζιών, όπο�
787 πάλι είχε ψο�
788 νίσει παπούτσια για το κατελ�
789 τήρι α�
790 τό, τον Αντώνη, πο�
791 τρύπησε πάλι τα δικά το�
792 , πριν κλείσει ο μήνας.
793 Το κατελ�
794 τήρι εκείνη την ώρα έβγαινε στη βεράντα, με τα μαντατούρικα τριμμένα μπροστά παπούτσια το�
795 και πριν προφθάσει να βγει από τη μέση και να ξεσκεπάσει την Πο�
796 λο�
797 διά, πο�
798 κατάφθανε πίσω το�
799 , τον έπιασε η θεία Μαριέτα και, σηκώνοντας το πόδι το�
800 , έδειξε της θείας Αργίνης τη μύτη το�
801 παπο�
802 τσιού.
803 - Βλέπεις; Σε τέτοια θηρία χρειάζονται σιδερένια ποδήματα! είπε.
804 Η θεία Αργίνη, πο�
805 με το λίγο στραβό χαμόγελο της έγνεφε της Πο�
806 λο�
807 διάς, για να την εγκαρδιώσει να ξεκολλήσει από τη γ�
808 άλινη πόρτα και το πόμολο της, και σ�
809 νάμα άπλωνε το χέρι της ν' αγκαλιάσει τον Αντώνη, είπε γλ�
810 κά:
811 - Όχι δα, καημένη! Αρκεί να πεις το�
812 τσαγκάρη να προσθέσει ένα σιδεράκι στις μύτες, όπως κάνω εγώ για τα δικά μο�
813 αγόρια, και ιδίως για τον Γιάννη πο�
814 είναι και α�
815 τός κατελ�
816 τήρι.
817 Και χαμογέλασε το�
818 Γιάννη κοντά της, έτσι πο�
819 της φάνηκε της Πο�
820 λο�
821 διάς πως άλλαξε έννοια η λέξη κατελ�
822 τήρι κι έγινε έξαφνα χάδι.
823 - Εγώ, είπε αργότερα η Αλεξάνδρα στ' αδέλφια της, αν είχα τη θεία Αργίνη μαμά, δε θα έκανα ποτέ αταξίες, για να μη λ�
824 πάται. Ενώ ο Γιάννης, πο�
825 είναι κι έτσι μεγάλος, κάνει όλη την ώρα αταξίες.
826 - Πού το ξέρεις; ρώτησε ο Αντώνης, πο�
827 ένιωσε το αγορίστικο γόητρο να κινδ�
828 νεύει.
829 - Το είδα! αποκρίθηκε η Αλεξάνδρα. Και πρώτον είχε σχίσει το παντελόνι το�
830 και στέκο�
831 νταν όλη την ώρα ακο�
832 μπισμένος στον τοίχο, για να μην τον δει κανείς και τον μαλώσει η μαμά το�
833 . Μα εγώ το κατάλαβα. Και όταν έφε�
834 γε, εγώ το είδα!
835 - Ο Γιάννης δε θα φοβάται τη μαμά το�
836 , γιατί ποτέ δεν τον μαλώνει, είπε μελαγχολικά η Πο�
837 λο�
838 διά.
839 - Πού το ξέρεις; ρώτησε πάλι ο Αντώνης, χολιασμένος πο�
840 τόσα παρατήρησαν τα κορίτσια, εκεί πο�
841 α�
842 τός δεν είχε δει τίποτα.
843 - Εγώ το ξέρω! είπε η Πο�
844 λο�
845 διά σείοντας το φο�
846 ντωτό της κεφάλι.
847 - Τίποτα δεν ξέρεις! Ούτε μίλησες το�
848 Γιάννη!
849 - Όχι, μα το είδα όταν τον κοίταξε η θεία Αργίνη.
850 - Δεν είδες τίποτα! Κοροφέξαλα!
851 - Εγώ όμως είδα, είπε η Αλεξάνδρα, και ξέρω πως είναι πολύ κακό παιδί ο Γιάννης! Ήταν και τα δ�
852 ο το�
853 χέρια τόσο βρώμικα, πο�
854 τα έκρ�
855 βε πίσω στην πλάτη το�
856 και όλο κο�
857 νούσε τα δάχτ�
858 λα το�
859 , και όλο μαδούσε τον τοίχο της βεράντας κι έτριβε ύστερα το σοβά στα χέρια το�
860 , για να βγάλει τις μο�
861 ντζούρες και τα μελάνια.
862 - Πώς το ξέρεις; ρώτησε όλο και πιο ερεθισμένος ο Αντώνης. Αφού ήταν τα χέρια το�
863 πίσω το�
864 !
865 - Έβλεπα κάθε λίγο σκόνες και πετραδάκια πο�
866 έπεφταν από τη ράχη το�
867 . Και, σαν έφ�
868 γαν, πήγα και κοίταξα τον τοίχο και είδα πως τον είχε μαδήσει. Και είχε και δαχτ�
869 λιές μαύρες.
870 Το πράμα άρχισε να γίνεται ενδιαφέρον. Ο Αντώνης παράτησε τα κακιώματα.
871 - Και τι είπε η θεία Μαριέτα; ρώτησε.
872 - Δεν το είδε. Δεν κοίταξε από κει. Και ήταν πια σούρο�
873 πο σαν έφ�
874 γαν. Μα θα το δει αύριο και θα πει πως το 'κανες εσύ!
875 Ο Αντώνης δε μίλησε. Ανήσ�
876 χη τον κοίταξε η Πο�
877 λο�
878 διά.
879 - Τι θα κάνεις, Αντώνη;
880 - Θα της πω πως δεν το έκανα.
881 - Δε θα το πιστέψει! Να της πεις την αλήθεια, πως το 'κανε ο Γιάννης.
882 Μια στιγμή δεν αποκρίθηκε ο Αντώνης. Σ�
883 λλογίζο�
884 νταν. Ύστερα είπε:
885 - Δε θα το πω!
886 - Μα θα σε δείρει!
887 Με αδιαφορία σήκωσε ο Αντώνης το δεξί το�
888 ώμο.
889 - Ας με δείρει! έκανε.
890 Τα κορίτσια τώρα τον κοίταζαν με θα�
891 μασμό. Να, κάτι τέτοια είχε ο Αντώνης πο�
892 τις έκανε να αισθάνονται κο�
893 τές, φοβητσιάρες και ανάξιες και να δέχονται την επιβολή το�
894 σα δίκαια. Ως την ώρα πο�
895 γίνο�
896 νταν τ�
897 ραννικός, και τότε α�
898 τές επαναστατούσαν. Ο Αλέξανδρος όμως, πο�
899 καθισμένος στο πάτωμα παρακολο�
900 θούσε όλη α�
901 τή τη σ�
902 ζήτηση, κοιτάζοντας πότε τον έναν, πότε την άλλη, καταπώς έπαιρναν το λόγο τ' αδέλφια το�
903 , σ�
904 γκινήθηκε.
905 - Όχι, Αντώνη, παρακάλεσε και το στόμα το�
906 έτρεμε, έτοιμο να ξεσπάσει στα κλάματα, πες πως το έκανε ο Γιάννης, μη σε δείρει η θεία, όπως τη μέρα πο�
907 έριξε ο αέρας κάτω τη στάμνα κι εκείνη νόμιζε πως την έσπασες εσύ!
908 Ο Αντώνης τώρα είχε φθάσει στην ακμή το�
909 ηρωισμού και της α�
910 τοθ�
911 σίας. Θ�
912 μήθηκε κείνο το ξύλο, θ�
913 μήθηκε το παχο�
914 λό χέρι της θείας, πο�
915 δεν πονούσε και πολύ, και είπε ρίχνοντας πίσω το κεφάλι το�
916 :
917 - Εγώ μαντατούρης δε γίνομαι!
918 Όλοι σώπασαν �
919 ποταγμένοι. Α�
920 τός ο Αντώνης άξιζε να είναι αρχηγός το�
921 ς και ας ήταν η Αλεξάνδρα μεγαλύτερη το�
922 . Και όλο κείνο το βράδ�
923 τα όρισε και τα κ�
924 βέρνησε τ' αδέλφια το�
925 σαν απόλ�
926 τος άρχοντας, ως την ώρα το�
927 κρεβατιού και το�
928 ύπνο�
929 . Και το άλλο πρωί, εκτός από τις ώρες πο�
930 γίνο�
931 νταν τα μαθήματα, πάλι όρισε και διεύθ�
932 νε τα παιχνίδια, σα δικτάτορας πο�
933 δε δέχεται ούτε ν' ακούσει άλλο�
934 γνώμη. Τα κορίτσια άρχισαν να δ�
935 σανασχετούν. Παραμάκραινε η μοναρχία το�
936 Αντώνη, προπάντων πο�
937 η θεία δεν είχε δει το μο�
938 ντζο�
939 ρωμένο και μαδημένο τοίχο, κι έτσι δεν το�
940 έδωσε αφορμή να δείξει, με τον ηρωισμό το�
941 , πως ήταν άξιος άλλη μια μέρα να επιβληθεί στ' αδέλφια το�
942 . Τα πράματα άρχισαν να θολώνο�
943 ν και θα ξεσπούσε βέβαια επανάσταση, αλλά ήλθε μήν�
944 μα από τη θεία Αργίνη να παν τ' απόγεμα και τα τέσσερα αδέλφια με τη δασκάλα, να παίξο�
945 ν με τα δικά της τα επτά παιδιά, πως θα έβγαινε κείνη έξω, πως θα έλειπε και ο θείος ο γιατρός και πως τα παιδιά θα έχο�
946 ν σπίτι και α�
947 λή δικά το�
948 ς, να τρέξο�
949 ν, αν θέλο�
950 ν, και να φωνάξο�
951 ν και να τραγο�
952 δήσο�
953 ν όσο το τραβούσε η καρδιά το�
954 ς. Το μήν�
955 μα α�
956 τό σκόρπισε τα σύννεφα, γαλήνεψε τα πρόσωπα, η επανάσταση έγινε καπνός και η ομόνοια βασίλεψε ανάμεσα στα τέσσερα αδέλφια, χωρίς μονάρχες και �
957 ποτακτικούς.
958 Μα λίγην ώρα βάσταξε η μπο�
959 νάτσα. Όταν έμαθε η μις Ράις πως τα επτά παιδιά της θείας Αργίνης δεν είχαν ούτε δασκάλισσα Εγγλέζα ούτε νταντά, αρνήθηκε να πάγει και πρόσταξε τα τέσσερα αδέλφια να ζητήσο�
960 ν να παν περίπατο, να πο�
961 ν πως το προτιμούν παρά να παν στη θεία. Και η επανάσταση πο�
962 είχε γίνει καπνός, ξανάγινε μπαρούτι. Άρχισε με διαμαρτ�
963 ρίες, εξελίχθηκε σε ξύλο και το χέρι της Εγγλέζας ήταν πιο βαρύ και πιο σκληρό από το χεράκι της θείας Μαριέτας, και πνίγηκε σε ποτάμια από δάκρ�
964 α, πο�
965 ολοένα ανάβρ�
966 ζαν αστέρε�
967 τα από τρία ζε�
968 γάρια μάτια σ�
969 νάμα. Μόνος ο Αντώνης δεν έκλαψε, γιατί ο Αντώνης δεν έκλαιγε ποτέ. Αλλά έσφιξε τα δόντια το�
970 με λύσσα και είπε της δασκάλας:
971 - Είσαι κακιά γ�
972 ναίκα!
973 Και α�
974 τό τα κατέστρεψε όλα. Καλύτερα να είχε κλάψει σαν τα κορίτσια ή σαν τον Αλέξανδρο.
975 - Θα είχες βρει το δίκιο σο�
976 ! τον βεβαίωσε η Αλεξάνδρα. Μα δε βρήκε το δίκιο το�
977 ούτε κείνος ούτε οι αδελφές το�
978 ούτε και ο μικρός Αλέξανδρος πο�
979 , βαλμένος στη γωνιά με πρόσωπο κατά τον τοίχο, κλαίγοντας και αναστενάζοντας μο�
980 ρμούριζε σιγά σιγά, για να τ' ακούσει μόνος ο τοίχος:
981 - Και όμως, η μις Ράις είπε ψέματα!
982 Όσο για τ' άλλα τρία αδέλφια, ούτε πρόφθασαν να δικαιολογηθούν. Δικάστηκαν και καταδικάστηκαν χωρίς απολογία. Γιατί είχε ακούσει το θόρ�
983 βο η θεία και είχε μπει στο σπο�
984 δαστήριο των αδελφών όπο�
985 , με άτακτα μαλλιά και το πρόσωπο αναμμένο, ο Αντώνης βαστούσε... -τι φρίκη!- ναι, ο Αντώνης βαστούσε, ψηλά πάνω από το κεφάλι το�
986 , τα δ�
987 ο χέρια της μις Ράις. Άκο�
988 σε την πόρτα η μις Ράις και, με τα χέρια ακόμα αιχμαλωτισμένα στα χέρια το�
989 Αντώνη, γύρισε, είδε τη θεία και φώναξε:
990 - Καμαρώστε τ' ανίψια σας! Ιδού με τι τρόπο γίνεται το μάθημα κάθε μέρα!
991 Η παρο�
992 σία της θείας σταμάτησε κάθε κίνηση των αδελφών, επιθετική όσο και αμ�
993 ντική. Μόνο τα δάκρ�
994 α δεν μπόρεσαν να σταματήσο�
995 ν απότομα, και τα πνιγμένα αναφιλητά το�
996 Αλέξανδρο�
997 έκοβαν κάπο�
998 κάπο�
999 την τέλεια σιωπή πο�
1000 ξαφνικά είχε χ�
1001 θεί στην κάμαρα. Και πήρε αργά η θεία μια καρέγλα και κάθισε. Και ύστερα, με σο�
1002 φρωμένα φρύδια, ρώτησε:
1003 - Τι τρέχει, μις Ράις;
1004 Τα σο�
1005 φρωμένα φρύδια της θείας Μαριέτας, πο�
1006 έμοιαζαν τόσο με τα σο�
1007 φρωμένα φρύδια το�
1008 πατέρα, όταν ήταν θ�
1009 μωμένος, είχαν την ιδιότητα να σκορπούν βούβα και �
1010 ποταγή γύρω της, όχι μόνο με τα τέσσερα αδέλφια, αλλά και με την Αφροδίτη και με την κερα-Ρήνη, ακόμα και με το θείο Ζωρζή, πο�
1011 σε τέτοιες ώρες, χωρίς ν' απαντήσει, δίπλωνε το�
1012 ς ώμο�
1013 ς το�
1014 κι έπαιρνε το καπέλο το�
1015 κι έβγαινε έξω. Και μες στη σιωπή πο�
1016 είχε ακολο�
1017 θήσει την ανεμοζάλη, ακούστηκε η φωνή της Εγγλέζας πο�
1018 έλεγε:
1019 - Δεν μπορώ να εξακολο�
1020 θήσω να διδάσκω παιδιά πο�
1021 μο�
1022 είπαν: «Είσαι κακιά γ�
1023 ναίκα»!
1024 Τα καστανά μάτια της θείας Μαριέτας, πο�
1025 γίνο�
1026 νταν μαύρα κάτω από τα σο�
1027 φρωμένα της φρύδια, περιπλανήθηκαν στα τέσσερα σκ�
1028 φτά κεφάλια των ανιψιών της και στάθηκαν στον Αντώνη. Και ρώτησε:
1029 - Ποιος είπε α�
1030 τή τη λέξη;
1031 - Ποιος άλλος; Ο Αντώνης φ�
1032 σικά! Και το κακό είναι πο�
1033 παρασύρει και τις αδελφές το�
1034 και ακόμα και τον Αλέξανδρο πο�
1035 τόλμησε να μο�
1036 πει: «Μη φωνάζεις»! Εγώ δεν τ' ανέχομαι α�
1037 τά!
1038 Η θεία δε μίλησε αμέσως. Κοίταζε τ' ανίψια της πο�
1039 άφωνα περίμεναν την καταδίκη το�
1040 ς.
1041 - Πρέπει να πέρασαν πολλές ώρες! είπε αργότερα η Αλεξάνδρα στ' αδέλφια της. Τα γόνατα μο�
1042 κο�
1043 ράστηκαν τόσο, πο�
1044 κόντε�
1045 α να πέσω!
1046 Δεν έπεσε κείνη. Μα έπεσε ο κερα�
1047 νός στο κεφάλι το�
1048 ς. Και είπε η θεία:
1049 - Δεν έχει να πάτε στη θεία Αργίνη τ' απόγεμα! Θα βγείτε περίπατο με τη μις Ράις! Και ούτε το μεσημέρι ούτε το βράδ�
1050 δε θα φάγει κανένας σας φρούτο! Και τώρα, ο κύριος Αλέξανδρος να πάγει στη γωνιά με το πρόσωπο στον τοίχο, ο δε κύριος Αντώνης να έλθει μαζί μο�
1051 , ν' ανέβει στη σοφίτα και να μείνει μονάχος, κλεισμένος ως την ώρα το�
1052 τραπεζιού.
1053 - Μάλιστα! Τέτοια κάνο�
1054 ν α�
1055 τές οι ξένες, τέτοιες ψε�
1056 τιές λεν κι έτσι τ�
1057 ραννούν τα παιδιά! Και το κάνο�
1058 ν πάντα! δήλωσε ο Αντώνης το απόγεμα, όταν με τ' αδέλφια το�
1059 και τη δασκάλα βγήκε από την α�
1060 λή το�
1061 ς.
1062 Γύρισε η Εγγλέζα και τον αγριοκοίταξε.
1063 - Σπίκ Ίγκλις! πρόσταξε με θ�
1064 μό.
1065 Παρακάτω, εμπρός στην α�
1066 λή το�
1067 μεγάλο�
1068 σπιτιού, είδαν τ' αδέλφια τέσσερις πέντε αξιωματικούς και κ�
1069 ρίες πο�
1070 κάθο�
1071 νταν γύρω σ' ένα τραπέζι στρωμένο φλιτζάνια και μπισκότα. Ο Αντώνης σ�
1072 μμαζεύθηκε αμέσως. Είχε αναγνωρίσει το βασιλέα, με τον Ντον ξαπλωμένο στα πόδια το�
1073 , και τη βασίλισσα, πο�
1074 φορούσε ένα άσπρο φόρεμα μ' ένα μαύρο βελούδο στα μαλλιά. Φρόνιμα, σα στρατιώτες πέρασαν τα τέσσερα αδέλφια, με τεντωμένες τις ράχες το�
1075 ς, εμπρός στο βασιλικό τραπέζι. Πετάχθηκε πάνω ο Ντον και άρχισε να πηδά γύρω το�
1076 ς και τρόμαξε τον Αλέξανδρο. Τον φώναξε όμως πίσω ο βασιλέας και γέλασε και είπε το�
1077 Αλέξανδρο�
1078 :
1079 - Μη φοβάσαι, μικρέ! Είναι καλός και δε δαγκώνει!
1080 Και ντροπιασμένος χώθηκε ο Αλέξανδρος πίσω από τη δασκάλα, και οι τρεις μεγάλοι, ταπεινωμένοι από τη δειλία το�
1081 αδελφού το�
1082 ς, πέρασαν κάνοντας το�
1083 ς αδιάφορο�
1084 ς.
1085 - Α�
1086 τός ο Αλέξανδρος πάντα θα μας ντροπιάζει! είπε ελληνικά ο Αντώνης, σα γύρισαν στο δρόμο. Δε φθάνει πο�
1087 είπε χθες «Βρε σ�
1088 » στον αξιωματικό...
1089 - Σπίκ Ίνγκλις! φώναξε άγρια η δασκάλα.
1090 Μα τ' αδέλφια είχαν αποφασίσει, πριν βγο�
1091 ν από την α�
1092 λή το�
1093 ς, να μην της πο�
1094 ν ούτε λέξη όλο τ' απόγεμα και να μη μιλήσο�
1095 ν καθόλο�
1096 αγγλικά μεταξύ το�
1097 ς, ώσπο�
1098 να πλαγιάσο�
1099 ν το βράδ�
1100 . Κι έτσι σιωπηλά ανέβηκαν στο λόφο, κάθισαν στις πέτρες, σταύρωσαν χέρια και πόδια και, με σφιγμένα χείλια και πεισμωμένα πρόσωπα, κοίταζαν τη θάλασσα με τα καραβάκια της. Ώσπο�
1101 το�
1102 ς γύρισε τη ράχη η δασκάλα κι έβγαλε κρ�
1103 φά την μποτίλια της και άνοιξε το βιβλίο της. Ένα ένα σηκώθηκαν τότε τ' αδέλφια, κατέβηκαν στο δρόμο και κάθισαν στη σκόνη, κάνοντας κύκλο, να σ�
1104 ζητήσο�
1105 ν την κατάσταση και να οργανώσο�
1106 ν την αντίσταση πο�
1107 στο μέλλον έπρεπε να είναι γενική, αδιάκοπη και αμείλικτη, χωρίς όμως και να μπορεί η δασκάλα να βρει πάτημα για μαντατέματα.
1108 - Εγώ, είπε ο Αντώνης, αν ξαναδοκιμάσει ποτέ να με δείρει, δε θα της πω πια «Κακιά γ�
1109 ναίκα», μα θα σηκωθώ και θα βγω από την κάμαρα χωρίς να της μιλήσω.
1110 - Κι εγώ! είπε ο Αλέξανδρος πο�
1111 ήθελε να εξιλεωθεί από την πρωτ�
1112 τερινή το�
1113 τρομάρα και το χθεσινό το�
1114 αμάρτημα απέναντι το�
1115 αξιωματικού. Η Αλεξάνδρα τον μέτρησε με μια ματιά, τόσο μικρούτσικος πο�
1116 ήταν, και είπε:
1117 - Ναι! Εσύ! Εσένα θα σε στρώσει μπρούμ�
1118 τα στα γόνατα της, όπως πάντα, και θα σο�
1119 τις βρέξει, χωρίς να μπορείς εσύ να κάνεις τίποτα!
1120 Τα μάτια το�
1121 Αλέξανδρο�
1122 βούρκωσαν με την ενθύμηση το�
1123 «πάντα» και το�
1124 «βρεξίματος» και τα χείλια το�
1125 άρχισαν να τρέμο�
1126 ν. Προστατε�
1127 τικά έριξε ο Αντώνης το χέρι το�
1128 πάνω στο�
1129 ς ώμο�
1130 ς το�
1131 μικρού το�
1132 αδελφού.
1133 - Έννοια σο�
1134 , το�
1135 είπε μεγαλόψ�
1136 χα, εγώ θα σε πάρω από το χέρι και θα σε πάγω έξω μαζί μο�
1137 !
1138 - Κι εγώ θα πάγω ίσια στη θεία και θα της πω: «Θεία, η μις Ράις θέλει να μας δείρει»... είπε η Αλεξάνδρα πο�
1139 αισθάνο�
1140 νταν το θάρρος της να μεγαλώνει με κάθε λέξη πο�
1141 ανταλλάζο�
1142 νταν. Και να δούμε τότε τι θα πει α�
1143 τή, σαν τη μαλώσει η θεία.
1144 Μελαγχολικά είπε η Πο�
1145 λο�
1146 διά:
1147 - Η θεία δε θα τη μαλώσει! Θα σε δείρει εσένα!
1148 Όλοι σώπασαν σ�
1149 λλογισμένοι. Μπορεί να ήταν σωστό α�
1150 τό πο�
1151 έλεγε η Πο�
1152 λο�
1153 διά. Και βλέποντας την εντύπωση πο�
1154 έκαναν τα λόγια της στ' αδέλφια της, πήρε φόρα η Πο�
1155 λο�
1156 διά και πρόσθεσε:
1157 - Καλύτερα να το πούμε στο θείο. Α�
1158 τός δε μας δέρνει ποτέ. Κι εκείνος θα την κάνει... θα την κάνει...
1159 Δεν ήξερε τι θα την κάνει ο θείος, ώστε το άφησε ανείπωτο και ο καθένας μπορούσε να φανταστεί το χειρότερο για τη μις Ράις.
1160 Μα είχε πάρει αέρα η Πο�
1161 λο�
1162 διά, κο�
1163 νούσε το κεφάλι της, μιλούσε σα μεγάλη κι έπρεπε να ξαναμπεί στη σειρά της.
1164 - Ναι! Στο θείο! έκανε ο Αντώνης. Τι ανοησίες πο�
1165 λες! Θα το�
1166 πει η θεία «Εσύ, Ζωρζή, μην ανακατώνεσαι» και θα πάρει ο θείος το καπέλο το�
1167 και θα βγει έξω. Και α�
1168 τό μπορούσε να γίνει. Είχε ξαναγίνει και άλλοτε.
1169 - Και τότε... πωπώ, τι έχομε να πάθομε από τη μις Ράις! είπε η Αλεξάνδρα.
1170 Και όλο το ωραίο πρωτ�
1171 τερινό της θάρρος καταγκρεμίστηκε και την έπιασε τρόμος, σα να ήλθε κιόλα η ώρα να τις φάγει.
1172 - Πωπώ! έκανε επίσης τρομαγμένος ο Αλέξανδρος, κο�
1173 νώντας απάνω κάτω το κεφάλι το�
1174 .
1175 Ο Αντώνης άπλωσε τα πόδια το�
1176 και σήκωσε ένα σύννεφο σκόνη από την τροχιά το�
1177 δρόμο�
1178 .
1179 - Τι θα μας κάνει; είπε ακατάδεχτα. Θα της πιάσω τα χέρια, όπως το πρωί, και θα την ντροπιάσω!
1180 Η Πο�
1181 λο�
1182 διά είχε ξαναπέσει στην απαισιοδοξία της.
1183 - Και θα φωνάξει α�
1184 τή, και πάλι θα έλθει η θεία, και πάλι θα σε κλείσει στη σοφίτα! είπε με αθ�
1185 μία.
1186 Ως απάντηση, ο Αντώνης ξανακλότσησε τη σκόνη, σήκωσε δεύτερο σύννεφο και σηκώθηκε και α�
1187 τός.
1188 - Σεις τα κορίτσια είστε φοβητσιάρες! είπε περιφρονητικά. Δε θα κάνετε ποτέ σας τίποτα!
1189 Και χώνοντας τα χέρια στις τσέπες, άρχισε πάλι να σκαρφαλώνει στο λόφο.
1190 - Τι φεύγεις; το�
1191 φώναξε η Αλεξάνδρα. Δεν αποφασίσαμε τίποτα!
1192 Μα ο Αντώνης είχε σκύψει και, ανακούρκο�
1193 δα, γοργά, χώριζε τα ξερά κλαριά ενός θάμνο�
1194 και πάλι πηδούσε παρακάτω, έπεφτε ανακούρκο�
1195 δα και πάλι χώριζε άλλα κλαριά. Είχε βγάλει το καπέλο το�
1196 και κάθε λίγο το κατέβαζε στα κλαριά, σα να ήθελε να τα καπακώσει. Η περιέργεια της Αλεξάνδρας την έκανε να ξεχάσει τα προσβλητικά λόγια το�
1197 Αντώνη. Πετάχθηκε πάνω και με τ' αδέλφια της πήρε κι εκείνη τον ανήφορο. Μα ο Αντώνης όλο ξανασηκώνο�
1198 νταν, όλο πηδούσε παραπέρα και όλο γύρε�
1199 ε μες στ' αγκάθια.
1200 - Τι ψάχνεις; το�
1201 φώναξε η Αλεξάνδρα.
1202 Με τα δ�
1203 ο χέρια τής έγνεψε ο Αντώνης να μην πλησιάσει.
1204 - Σσσστ! έκανε. Μια σα�
1205 ρίτσα!
1206 Και κατεβάζοντας τελε�
1207 ταία φορά το καπέλο το�
1208 , φώναξε θριαμβε�
1209 τικά:
1210 - Την τσάκωσα! Γρήγορα! Γρήγορα! Ελάτε να με βοηθήσετε να την πιάσω! Ελάτε όλοι!
1211 Ούτε η Αλεξάνδρα ούτε η Πο�
1212 λο�
1213 διά δεν αγαπούσαν τις σαύρες. Μα ύστερα από τα προσβλητικά λόγια το�
1214 Αντώνη πώς να το δείξο�
1215 ν; Κοίταξε η Αλεξάνδρα την Πο�
1216 λο�
1217 διά και κοίταξε η Πο�
1218 λο�
1219 διά την Αλεξάνδρα, και σιωπηλά, αλλά χωρίς βία, σίμωσαν τον Αντώνη. Ο Αλέξανδρος, διστακτικός, θεώρησε φρονιμότερο να μην πλησιάσει πολύ.
1220 - Πιάστε το καπέλο μο�
1221 ... γρήγορα, και οι δ�
1222 ο σας! Πατήστε το με τα χέρια, τις άκρες, η μια από δω, η άλλη από κει! πρόσταξε αναμμένος ο Αντώνης. Προσέξτε μη σας φύγει!
1223 Πάτησαν τα κορίτσια και, γονατιστός, ανάμεσα το�
1224 ς, ο Αντώνης έχωσε το χέρι κάτω από το καπέλο, πασπατεύοντας να πιάσει τη σαύρα. Φοβισμένη α�
1225 τή πετάγο�
1226 νταν εδώ κι εκεί, γ�
1227 ρεύοντας να φύγει, και χτ�
1228 πιούνταν στις πλε�
1229 ρές το�
1230 καπέλο�
1231 . Χτύπησε και την πλε�
1232 ρά πο�
1233 πατούσε η Πο�
1234 λο�
1235 διά, τρόμαξε α�
1236 τή, έβγαλε μια φωνή και σήκωσε τα χέρια της. Και άνοιξε μια πόρτα κι έφ�
1237 γε η σαύρα.
1238 - Τι έκανες! φώναξε ο Αντώνης.
1239 Και τέτοιες φωτιές έβγαζαν τα μάτια το�
1240 , πο�
1241 θ�
1242 μήθηκε η Πο�
1243 λο�
1244 διά τα φρύδια της θείας Μαριέτας.
1245 - Με... με χτύπησε η σαύρα... είπε μισοζαλισμένη και από το φόβο της σαύρας και από το θ�
1246 μό το�
1247 Αντώνη.
1248 Έξω φρενών εκείνος της έδωσε μια σπρωξιά και ξανασήκωσε το χέρι. Μα δεν πρόφθασε να τη χτ�
1249 πήσει και βροχή έπεσαν ξ�
1250 λιές στο�
1251 ς δικούς το�
1252 ώμο�
1253 ς, στο κεφάλι, στη ράχη, κόβοντας το�
1254 φωνή και αναπνοή.
1255 - Μις Ράις! ξεφώνισαν τα δ�
1256 ο κορίτσια τρομαγμένα.
1257 Μα τι μις Ράις ήταν α�
1258 τή! Το καπέλο της ήταν στραβό στο κεφάλι της, τα μαλλιά της σκο�
1259 λιά ξεχτένιστα, η φούστα της είχε στρίψει στο ένα πλάγι και τα μάτια της... πωπώ, τα μάτια της, θολά και κατακόκκινα, παράβγαιναν, θα 'λεγες, με τη μύτη της, ποιο να μοιάσει περισσότερο με παντζάρι. Και ανεβοκατέβαιναν τα χέρια της στο κεφάλι το�
1260 Αντώνη, σαν της πλύστρας τον κόπανο στα ρούχα της μπο�
1261 γάδας, και γύρε�
1262 ε κείνος να της ξεφύγει, μα πού! Τον είδε έξαφνα η Αλεξάνδρα αιματωμένο και φώναξε:
1263 - Πο�
1264 λο�
1265 διά! Να τον βοηθήσομε!
1266 Τρομαγμένη έτρεξε και η Πο�
1267 λο�
1268 διά να πιάσει με την αδελφή της τα χέρια της Εγγλέζας, όταν μια ν�
1269 χιά τής γδέρνει το μάγο�
1270 λο και τη γεμίζει και α�
1271 τήν αίματα. Βγάζει τις φωνές η Αλεξάνδρα, μπήγει τα κλάματα ο Αλέξανδρος, γ�
1272 ρίζει η δασκάλα να δει τι τρέχει και της ξεφεύγει ο Αντώνης, σέρνοντας μαζί το�
1273 και την Πο�
1274 λο�
1275 διά. Κάνει να το�
1276 ς κ�
1277 νηγήσει η Εγγλέζα, σκοντάφτει και πέφτει χάμω και μένει σα ζαλισμένη. Παρακάτω μαζεύτηκαν όλα μαζί τ' αδέλφια και, σαν πιο μεγάλη, η Αλεξάνδρα τα κοίταξε στο πρόσωπο να δει από πού μάτωναν. Είχε ανοίξει η μύτη το�
1278 Αντώνη κι έτρεχε άφθονο αίμα, και από το γδάρσιμο στο μάγο�
1279 λο της Πο�
1280 λο�
1281 διάς είχε πασαλειφθεί αίματα όλο της το πρόσωπο.
1282 Τότε έβγαλε η Αλεξάνδρα το καθαρό μαντίλι της και σκούπισε το πρόσωπο της Πο�
1283 λο�
1284 διάς, ύστερα και το�
1285 Αντώνη, στέγνωσε το κλαμένο πρόσωπο το�
1286 Αλέξανδρο�
1287 και, λίγο σαστισμένη ακόμα από την αντάρα πο�
1288 είχε πέσει απάνω το�
1289 ς, πήρε τ' αδέλφια της και κάθισαν στο χώμα να σ�
1290 νέλθο�
1291 ν. Ωστόσο είχε σ�
1292 νέλθει και η δασκάλα από το πέσιμο της. Σηκώθηκε με δ�
1293 σκολία και, με το καπέλο της ακόμα πιο στραβό και μισοξεκούμπωτη τη φούστα της, κατασκονισμένη και σκοντάφτοντας, πλησίασε τ' αδέλφια και το�
1294 ς είπε, μιλώντας αργά και δύσκολα:
1295 - Πάμε στο σπίτι... Κάνατε πο... πολύ δρόμο, παι... παιδιά μο�
1296 ... και κο�
1297 ραστήκατε... όχι;
1298 Κοιτάχθηκαν τ' αδέλφια. Τι άλλαξε και το�
1299 ς μιλούσε γλ�
1300 κά; Και πώς δεν ξανάρχισε το ξύλο; Σηκώθηκαν ε�
1301 θύς και ακολούθησαν τη δασκάλα, πο�
1302 , βαστώντας το χέρι το�
1303 Αλέξανδρο�
1304 , κατέβαινε προς το δρόμο.
1305 Μα ήταν ξεκούμπωτη η φούστα της και σκάλωνε στα πόδια της και κάθε λίγο σκόνταφτε και της ξέφε�
1306 γε το χέρι το�
1307 Αλέξανδρο�
1308 , κι εκείνη ύστερα ξεχνούσε να το ξαναπιάσει κι έμενε ο Αλέξανδρος πίσω. Τον άκο�
1309 σε η Αλεξάνδρα πο�
1310 έκλαιγε, γιατί ήταν, λέει, κο�
1311 ρασμένος, και γύρισε πίσω και πήρε το χέρι το�
1312 , και στην αράδα πήγαιναν σιωπηλά τα τέσσερα αδέλφια πίσω από τη δασκάλα, πο�
1313 σήκωνε με τη φούστα της σύννεφο τη σκόνη.
1314 Καλά και ράβει η θεία και δε μας είδε! είπε η Αλεξάνδρα λίγη ώρα πιο ύστερα, αφού πλύθηκαν και χτενίστηκαν και κατέβηκαν πάλι τ' αδέλφια στην α�
1315 λή, χωρίς τη δασκάλα, πο�
1316 είχε κλειστεί στην κάμαρα της. Ήσασταν και οι τρεις τόσο βρώμικοι!
1317 - Μα μας είδε η βασίλισσα! είπε η Πο�
1318 λο�
1319 διά. Και γύρισε μάλιστα και μας κοίταξε δ�
1320 ο φορές!
1321 - Θα κοίταξε κανέναν άλλο, είπε ο Αντώνης, έτοιμος πάντα να επαναστατήσει για κάθε επίκριση γ�
1322 ναικεία, είτε από τραπεζιέρα ήρχο�
1323 νταν είτε από αδελφή είτε από βασίλισσα. Θα κοίταζε την Αλίς Χορν.
1324 - Όχι, μας κοίταξε εμάς, δ�
1325 ο φορές! Ναι, εγώ την είδα! επέμεινε η Πο�
1326 λο�
1327 διά.
1328 - Και πρώτον η Αλίς ήταν στη δική της πόρτα και η βασίλισσα δεν μπορούσε να τη δει, επικύρωσε η Αλεξάνδρα. Και η πόρτα της Αλίς είναι ύστερα από τη δική μας.
1329 Η Αλίς Χορν, σ�
1330 νομήλικη το�
1331 Αντώνη και γειτόνισσα το�
1332 , είχε δύο αδέλφια, τον Μαξ δέκα χρονών και τον Αλέκο, πο�
1333 ήταν μικρότερος από την Πο�
1334 λο�
1335 διά και μεγαλύτερος από τον Αλέξανδρο. Τα γειτονοπούλα α�
1336 τά ήρχο�
1337 νταν στην α�
1338 λή της θείας Μαριέτας κι έπαιζαν με τα τέσσερα αδέλφια, όποταν τα έβλεπαν μόνα. Η παρο�
1339 σία της μις Ράις είχε πάνω το�
1340 ς την επίδραση το�
1341 σκιάχτρο�
1342 πάνω στα σπο�
1343 ργίτια. Όταν την άκο�
1344 αν ή την έβλεπαν, όπο�
1345 φύγει φύγει! Σ�
1346 χνά, σαν ήταν μόνα τ' αδέλφια, ο Αντώνης σκαρφάλωνε στη γαζία της α�
1347 λής το�
1348 ς και, αν από πάνω από το παρατηρητήρι το�
1349 έβλεπε τα Χορνόπο�
1350 λα, τα φώναζε στην α�
1351 λή το�
1352 , και το παιχνίδι γίνο�
1353 νταν άξιο της πλούσιας φαντασίας το�
1354 , προπάντων σαν ήταν και ο Μαξ. Ειδεμή μόνο με κορίτσια, τι να φανταστείς και τι να εφαρμόσεις; Σήμερα όμως κανένας δεν είχε όρεξη για την Αλίς και τ' αδέλφια της.
1355 - Μας είδε η βασίλισσα! είπε πικρά η Αλεξάνδρα. Και, το χειρότερο, μας είδε και η Αλίς! Κι έμπηξε τα γέλια και δάγκασε τα χέρια της κι έτρεξε πίσω στο σπίτι της! Πώς θα μας περιγελάσει!
1356 - Και είδε το καπέλο της μις Ράις πο�
1357 ήταν στραβό; ρώτησε τρομαγμένος ο Αλέξανδρος.
1358 - Βέβαια! αποκρίθηκε η Αλεξάνδρα.
1359 Και κο�
1360 νώντας το κεφάλι της πρόσθεσε η Πο�
1361 λο�
1362 διά:
1363 - Και είδε τα αίματα στην μπλούζα το�
1364 Αντώνη!
1365 - Δεν έχω αίματα! διαμαρτ�
1366 ρήθηκε ο Αντώνης.
1367 - Ναι, έχεις! Εδώ! είπε η Πο�
1368 λο�
1369 διά φέρνοντας μπροστά τον πλατύ να�
1370 τικό κολάρο το�
1371 .
1372 Τον τράβηξε ο Αντώνης ακόμα πιο μπροστά, να βεβαιωθεί πως αλήθεια ήταν αιματωμένος, και είπε:
1373 - Πώς πήγε εκεί πίσω το αίμα;
1374 - Θα σο�
1375 έσπασε το κεφάλι! αναφώνησε η Αλεξάνδρα. Για να δω; Πού πονείς;
1376 Ο Αντώνης δεν πονούσε πο�
1377 θενά. Δε θέλησε όμως να λιγοστέψει το θα�
1378 μασμό των αδελφών το�
1379 για την ηρωική το�
1380 καρτερία και το�
1381 ς παρέδωσε το κεφάλι το�
1382 . Μα, όσο και να έψαξαν τα δ�
1383 ο κορίτσια ανάμεσα στα μαλλιά το�
1384 , δε βρήκαν καμιά πληγή.
1385 Λίγο απογοητε�
1386 μένος, ιδίως πο�
1387 της Πο�
1388 λο�
1389 διάς το μάγο�
1390 λο μάτωνε ακόμα κάπο�
1391 κάπο�
1392 , είπε ο Αντώνης:
1393 - Εγώ... εγώ δεν άφηνα να μο�
1394 χτ�
1395 πήσει το κεφάλι ή να μο�
1396 γδάρει το πρόσωπο! Εγώ θα της έπιανα τα χέρια! Μόνο πο�
1397 , έτσι άνανδρα, με χτύπησε από πίσω! Ας ερχόταν μπροστά μια φορά και να 'βλεπε α�
1398 τή!
1399 - Κι εγώ θα της έπιανα τα χέρια! είπε η Πο�
1400 λο�
1401 διά πο�
1402 , μ' όλη τη φανερή πληγή, ένιωθε καταφρόνια στα λόγια το�
1403 Αντώνη. Κι εγώ θα της έπιανα τα χέρια, αν... αν... Δε βρήκε αμέσως για ποιο λόγο δεν το έκανε και θριαμβε�
1404 τικά ξαναβρίσκοντας μεμιάς την ανδρική το�
1405
1406 περοχή, είπε ο Αντώνης:
1407 - Εσύ δεν της τα 'πιασες και όμως σε χτύπησε από μπρος, στο πρόσωπο!
1408 Πειραγμένη έκανε ν' απαντήσει η Πο�
1409 λο�
1410 διά, μα τη διέκοψε η Αλεξάνδρα.
1411 - Εγώ, είπε, σαν είδα τα αίματα, ήθελα να πάρω τον Αλέξανδρο από το χέρι, να πάρω και την Πο�
1412 λο�
1413 διά, να σε φωνάξω και σένα και να τρέξομε να φύγομε, κι εκείνη θα έμπλεκε στη φούστα της πο�
1414 είχε λ�
1415 θεί και δε θα μπορούσε να μας κ�
1416 νηγήσει και θα την αφήναμε κει και θα ερχόμασταν σπίτι!
1417 - Αλήθεια! θαύμασε η Πο�
1418 λο�
1419 διά, πο�
1420 τέτοια τολμηρή λύση δεν την είχε σκεφθεί.
1421 Μα ο Αντώνης, πο�
1422 από κανένα κορίτσι δεν παραδέχο�
1423 νταν ούτε τολμηρές αποφάσεις ούτε καν και ιδέες καθόλο�
1424 , τη ρώτησε απότομα:
1425 - Και γιατί δεν το έκανες;
1426 - Γιατί; επανέλαβε η Αλεξάνδρα, μάταια γ�
1427 ρεύοντας μιαν απάντηση πο�
1428 δεν ήρχο�
1429 νταν.
1430 - Ναι, γιατί δε μας το είπες ελληνικά; Και γιατί, σαν έπεσε κάτω, πάλι δεν είπες τίποτα;
1431 - Κούκο�
1432 !
1433 Μια φωνή από ψηλά γλίτωσε εγκαίρως την Αλεξάνδρα και το�
1434 ς έκανε όλο�
1435 ς να σηκώσο�
1436 ν το κεφάλι. Πάνω από τον τοίχο πο�
1437 χώριζε τις δ�
1438 ο α�
1439 λές πρόβαλε το κεφάλι της η Αλίς, με δ�
1440 ο ξανθές πλεξούδες δεμένες στεφάνι και, αμέσως μετά, παρο�
1441 σιάστηκαν τα ξέθωρα μαλλιά το�
1442 Μαξ και ύστερα το κόκκινο ολοστρόγγ�
1443 λο πρόσωπο το�
1444 και πλάγι το�
1445 ς το πενταχρονίτικο, πάντα γελαστό, μο�
1446 τράκι το�
1447 Αλέκο�
1448 .
1449 - Ο μπαμπούλας έφ�
1450 γε; ρώτησε χαμηλόφωνα η Αλίς.
1451 - Όχι! αποκρίθηκε η Αλεξάνδρα.
1452 Και για να μιλήσει πιο σιγά, έκανε να πλησιάσει τον τοίχο. Μα την ίδια στιγμή ακούστηκε η φωνή της θείας Μαριέτας, και τα τρία ξανθά κεφάλια εξαφανίστηκαν από πάνω από τον τοίχο, την ώρα πο�
1453 το μελαχρινό κεφάλι της θείας εμφανίζο�
1454 νταν στο παράθ�
1455 ρο της σκάλας.
1456 - Τι κάνετε τέτοιαν ώρα εδώ, παιδιά; Γιατί δεν είστε περίπατο; φώναξε η θεία από ψηλά.
1457 Απροετοίμαστα, μαγκωμένα, μάσησε κάθε αδέλφι από μιαν απάντηση διαφορετική, πο�
1458 δεν έφθασε ως το παράθ�
1459 ρο της σκάλας.
1460 - Δεν ακούω... Σταθείτε, κατεβαίνω, είπε η θεία. Και το κεφάλι της χάθηκε πάλι.
1461 Τ' αδέλφια αλληλοκοιτάχθηκαν, τινάχθηκαν, σ�
1462 γ�
1463 ρίστηκαν και βιαστικά ρώτησε η Αλεξάνδρα:
1464 - Τι θα πούμε;
1465 Μα δεν πρόφθασαν να βρο�
1466 ν καμιάν απάντηση και, πηδηχτή και στρογγ�
1467 λή, βγήκε η θεία στην α�
1468 λή.
1469 - Γιατί είστε δω, παιδιά; Πού είναι η μις Ράις;
1470 Τ' αδέλφια ξανακοιτάχθηκαν χωρίς ν' απαντήσο�
1471 ν. Με μια γοργή ματιά στα τέσσερα σκ�
1472 φτά κεφάλια, �
1473 ποψιάρικα είπε η θεία:
1474 - Τι τρέχει; Αλεξάνδρα, εσένα ρωτώ! Πού είναι η μις Ράις;
1475 - Στην... κάμαρα της... μο�
1476 ρμούρισε η Αλεξάνδρα.
1477 - Γιατί;
1478 - Δεν ξέρω... Δεν κατέβηκε...
1479 Μα τη διέκοψε η θεία.
1480 - Τι έπαθες, Πο�
1481 λο�
1482 διά; Έλα δω! έκανε πιάνοντας την ανιψιά της από το�
1483 ς ώμο�
1484 ς. Σήκωσε το κεφάλι... Κοίταξε με! Ποιος σο�
1485 το 'κανε α�
1486 τό στο μάγο�
1487 λο;
1488 Τα σο�
1489 φρωμένα της φρύδια γύρισαν κατά τον Αντώνη.
1490 - Εσύ; ρώτησε.
1491 - Όχι! αναφώνησε η Πο�
1492 λο�
1493 διά και σώπασε φοβισμένη.
1494 - Εσένα δε σε ρώτησα! είπε η θεία. Τον Αντώνη ρωτώ! Αντώνη, εσύ χτύπησες την αδελφή σο�
1495 ;
1496 - Όχι, θεία! αποκρίθηκε χωρίς πολύ θάρρος ο Αντώνης.
1497 - Ποιος τη χτύπησε; Πες μο�
1498 !
1499 - Η μις Ράις, είπε ακόμα πιο χαμηλόφωνα ο Αντώνης.
1500 - Η μις Ράις;
1501 Τα φρύδια της θείας ξεσο�
1502 φρώθηκαν και ανέβηκαν σχεδόν ως τα μαλλιά της.
1503 - Γιατί; Τι έκανε η Πο�
1504 λο�
1505 διά; Μα... καλέ, τι είναι α�
1506 τά; Αίματα στα ρούχα σο�
1507 ; αναφώνησε η θεία τραβώντας πάλι μπροστά τον τσαλακωμένο το�
1508 κολάρο.
1509 - Άνοιξε η μύτη μο�
1510 ! εξήγησε ο Αντώνης.
1511 - Κι έσταξε στη ράχη σο�
1512 ; Τι παραμύθια είναι α�
1513 τά;
1514 Ναι, αλήθεια, έμοιαζαν παραμύθια όλα α�
1515 τά, τόσο, πο�
1516 έχασε την παλικαριά το�
1517 ακόμα και ο Αντώνης. Και σώπασε. Και τότε έγινε παλικάρι η Αλεξάνδρα. Η φωνή της έτρεμε πολύ, μα δε στάθηκε καθόλο�
1518 . Και είπε μεμιάς:
1519 - Αλήθεια σας λέγει, θεία! Η μις Ράις χτύπησε τον Αντώνη στο κεφάλι και στο πρόσωπο και το�
1520 άνοιξε τη μύτη, και τον χτ�
1521 πούσε και στην πλάτη και παντού, παντού! Και τρέξαμε με την Πο�
1522 λο�
1523 διά να τον γλιτώσομε, κι έδειρε την Πο�
1524 λο�
1525 διά και της ξέγδαρε το πρόσωπο, κι έτρεχαν αίματα, και τρομάξαμε... Αχ, θεία, τρομάξαμε πολύ! αναφώνησε η Αλεξάνδρα και ξέσπασε στα κλάματα.
1526 Την είδε ο Αλέξανδρος και άρχισε κι εκείνος να κλαίει φωναχτά. Και τότε έγινε κάτι περίεργο. Η θεία δε σούφρωσε καθόλο�
1527 τα φρύδια της, μόνο έβγαλε ένα πολύ ψιλό μαντίλι, πο�
1528 μύριζε τριαντάφ�
1529 λλο, και σκούπισε τα μάτια το�
1530 Αλέξανδρο�
1531 . Και δε μάλωσε καθόλο�
1532 την Αλεξάνδρα, μόνο της είπε:
1533 - Έλα πάνω μαζί μο�
1534 ! Έλα να μο�
1535 τα ξαναπείς όλα α�
1536 τά εμπρός στη μις Ράις!
1537 - Όχι, θεία! Παρακαλώ! προσπάθησε να πει η Αλεξάνδρα. Μα η θεία την πήρε από το χέρι.
1538 - Μην είσαι ανόητη! της είπε γλ�
1539 κά. Τι φοβάσαι, αφού είσαι μαζί μο�
1540 ;
1541 Και τ' άλλα τρία αδέλφια είδαν μαγεμένα τη θεία να μπαίνει στο σπίτι με την Αλεξάνδρα και να σιάζει χαδιάρικα τα κατσαρωτά, σαν της Πο�
1542 λο�
1543 διάς, μαλλιά της, χωρίς καθόλο�
1544 να σο�
1545 φρώνει τα φρύδια.
1546 - Και τώρα;... Η μις Ράις;... έκανε ο Αντώνης καμτσικώνοντας τον αέρα με τη χλωρή το�
1547 βέργα, πο�
1548 ήταν πάντα πρόχειρη.
1549 - Θα τις φάγει; ρώτησε η Πο�
1550 λο�
1551 διά σμίγοντας μ' έκσταση τα χέρια της.
1552 Από πάνω από τον τοίχο παρο�
1553 σιάστηκαν πάλι τα τρία ξανθά κεφάλια.
1554 - Πσσστ... πσσστ... Τι σας έκανε ο μπαμπούλας;
1555 - Τι θα κάνει η θεία σας τον μπαμπούλα;
1556 - Μη κι έλθει κάτω ο μπαμπούλας; ρώτησαν τα τρία κεφάλια μαζί.
1557 Ο Αντώνης κοντοστάθηκε. Δεν το�
1558 πολ�
1559 άρεζε ν' ανακατώνει τη γειτονιά στις δο�
1560 λειές το�
1561 . Μα η Πο�
1562 λο�
1563 διά, πο�
1564 , σαν κορίτσι πο�
1565 ήταν, δε σ�
1566 λλογίζο�
1567 νταν πολλά πράματα, σίμωσε αμέσως τον τοίχο και, χαμηλόφωνα, με σηκωμένο το κεφάλι κι ενωμένα τα χέρια, διηγήθηκε όλη την ιστορία το�
1568 περιπάτο�
1569 . Ώστε τι να κάνει και ο Αντώνης, προπάντων πο�
1570 δεν τα έλεγε και σωστά η Πο�
1571 λο�
1572 διά και ξεχνούσε πολλά πο�
1573 έκανε και είπε ο Αντώνης; Αναγκάστηκε να πλησιάσει κι εκείνος στον τοίχο και να πει κι εκείνος το λόγο το�
1574 και μάλιστα να πάρει εκείνος ολόκληρο το λόγο και να παραμερίσει την Πο�
1575 λο�
1576 διά, πο�
1577 μαγεμένη τον άκο�
1578 ε, τόσο τα έλεγε καλά. Και, όρθιος κοντά το�
1579 ς, ο Αλέξανδρος κοίταζε κι εκείνος τα τρία κεφάλια πάνω στον τοίχο και μ' έκσταση άκο�
1580 ε τα λόγια το�
1581 Αντώνη, τ�
1582 λίγοντας και ξετ�
1583 λίγοντας τα δάχτ�
1584 λα το�
1585 το ένα μες στο άλλο.
1586 Ώσπο�
1587 κατέβηκε η Αλεξάνδρα και άλλαξε ολότελα η ατμόσφαιρα της α�
1588 λής. Η μις Ράις ήταν πολύ άρρωστη, πάρα πολύ άρρωστη, παραμιλούσε, δεν αναγνώριζε κανένα· και σαν είδε τη θεία, άπλωσε τα χέρια και είπε:
1589 - Έλα, μωρό μο�
1590 !
1591 Η Αλεξάνδρα άρχισε τα κλάματα και όλοι οι άλλοι αποσβολώθηκαν.
1592 - Κι εγώ πο�
1593 ήθελα να τη δείρει η θεία... μο�
1594 ρμούρισε η Πο�
1595 λο�
1596 διά.
1597 - Κι εγώ πο�
1598 την είπα μπαμπούλα... είπε η Αλίς από πάνω από τον τοίχο.
1599 - Κι εγώ!
1600 - Κι εγώ! είπαν και τ' άλλα δ�
1601 ο κεφάλια κοντά της.
1602 - Και τώρα τι θα κάνομε; ρώτησε ο Αλέξανδρος και η φωνή το�
1603 έτρεμε σαν κατσίκας.
1604 Η Αλεξάνδρα σκούπισε τα μάτια της και το�
1605 ς διηγήθηκε όλη την ιστορία. Η θεία είχε τρομάξει πολύ, γιατί είπε της μις Ράις: «Δεν είμαι μωρό, είμαι η θεία της Αλεξάνδρας» και πάλι δεν τη γνώρισε κείνη. Και είπε η θεία κάτι τρομερό. Είπε: «Δε μ' αρέσει η θέση της!» Κι έστειλε ε�
1606 θύς την Αφροδίτη να φωνάξει το θείο το γιατρό. Και η κερα-Ρήνη πο�
1607 τα 'κο�
1608 σε είπε:
1609 «Για να λέγει η κ�
1610 ρία πως δεν της αρέσει η θέση της, πρέπει να είναι το�
1611 θανατά!» Και τη ρώτησε η Αλεξάνδρα: «Θα πεθάνει;» Και είπε η κερα-Ρήνη: «Ίσως». Τα τέσσερα αδέλφια στέκο�
1612 νταν μο�
1613 διασμένα και τα τρία κεφάλια πάνω στον τοίχο δε γελούσαν πια. Και πέρασε κάμποση ώρα.
1614 Και είπε η Αλεξάνδρα:
1615 - Δεν μπορούμε σήμερα, Αλίς, να παίξομε μαζί σας. Θα πάμε στη βεράντα να περιμένομε το θείο το γιατρό.
1616 - Να έλθομε αύριο; ρώτησε η Αλίς.
1617 - Ναι, βέβαια! είπαν τα μεγαλύτερα αδέλφια.
1618 Και τα τρία ξανθά κεφάλια χάθηκαν πίσω από τον τοίχο. Ο Αλέξανδρος δεν είχε μιλήσει. Όρθιος, τ�
1619 λίγοντας και ξετ�
1620 λίγοντας τα δάχτ�
1621 λα το�
1622 , κοίταζε τον τοίχο και ρώτησε:
1623 - Πώς ανέβηκαν εκεί πάνω;
1624 Ο Αντώνης και τα δ�
1625 ο κορίτσια αγανάκτησαν. Πώς μπορούσε να σκεφθεί και να μιλήσει ο Αλέξανδρος για άλλο παρά για το θάνατο της μις Ράις; Σήκωσε όμως και ο Αντώνης το κεφάλι κατά τον τοίχο. Αλήθεια, πώς ανέβηκαν εκεί πάνω; Δεν ήξερε. Ε�
1626 τ�
1627 χώς όμως ο Αλέξανδρος δεν είχε ρωτήσει κανένα το�
1628 ς ιδιαιτέρως, κι έτσι μπήκαν όλοι στο σπίτι χωρίς να το�
1629 απαντήσο�
1630 ν.
1631 Ο θείος ο γιατρός έφθασε και πήγε πάνω με τη θεία Μαριέτα.
1632 - Μην κο�
1633 νήσετε από δω από τη βεράντα, είπε η θεία στ' αδέλφια. Εκτός...
1634 Σήκωσε τα μάτια της στα σύννεφα πο�
1635 μαζεύο�
1636 νταν π�
1637 κνά από τη δύση.
1638 - Εκτός αν βρέξει, πρόσθεσε, και τότε να μπείτε μέσα. Και ακολούθησε το θείο, ίσιο, λιγνό, με ψαρό μο�
1639 στάκι και γένια, πο�
1640 ανέβαινε. Και πέρασε πολλή ώρα κι εκείνοι δεν κατέβαιναν.
1641 - Θα είναι πιο άρρωστη η μις Ράις! είπε η Αλεξάνδρα.
1642 - Ίσως πέθανε πια! πρόσθεσε η Πο�
1643 λο�
1644 διά. Και όλα τ' αδέλφια μελαγχόλησαν.
1645 Και τότε ήλθε ο Γιάννης. Με τα χέρια στις τσέπες, κο�
1646 νιστός, χωρίς βία, ανέβηκε τις σκάλες της βεράντας και ρώτησε:
1647 - Πού είναι η θεία Μαριέτα;
1648 - Απάνω, με το θείο. Η μις Ράις είναι πολύ άρρωστη, αποκρίθηκε η Αλεξάνδρα.
1649 Ο Γιάννης είχε βγάλει το δεξί το�
1650 χέρι από την τσέπη το�
1651 και, σα μεγάλος, το έδωσε στην Αλεξάνδρα, στον Αντώνη, στην Πο�
1652 λο�
1653 διά και στον Αλέξανδρο, και είπε στον καθένα χωριστά:
1654 - Καλησπέρα!
1655 Το είπε πολύ ε�
1656 γενικά. Και ύστερα από τη χθεσινή το�
1657 διαγωγή, πο�
1658 μάδησε τον τοίχο για να καθαρίσει τα χέρια το�
1659 , τ' αδέλφια δεν ήξεραν πολύ καλά τι στάση να πάρο�
1660 ν. Ο Γιάννης όμως δε φαίνο�
1661 νταν καθόλο�
1662 ν' αντιλαμβάνεται πως βρίσκο�
1663 νταν σε στενοχώρια τα εξαδέλφια το�
1664 . Σα να μιλούσε σε μεγάλη κ�
1665 ρία, είπε ε�
1666 γενικά της Αλεξάνδρας:
1667 - Η μητέρα μ' έστειλε να ρωτήσω ποιος είναι άρρωστος. Ανησύχησε πο�
1668 στείλατε έτσι βιαστικά να πάρετε τον πατέρα.
1669 Ο πληθ�
1670 ντικός «στείλατε» και «να πάρετε» κολάκε�
1671 σε πολύ την Αλεξάνδρα, πο�
1672 δεν είχε φαντασθεί ως εκείνη την ώρα πως έπαιζε ρόλο, εκείνη και τ' αδέλφια της, στον ερχομό το�
1673 θείο�
1674 Γιώργη. Άλλο τόσο ε�
1675 γενικά και πρόθ�
1676 μα αποκρίθηκε το�
1677 Γιάννη:
1678 - Ναι! Παρακαλέσαμε να έλθει πολύ γρήγορα, γιατί η μις Ράις είναι πολύ, πάρα πολύ άρρωστη.
1679 - Τι έχει; ρώτησε ο Γιάννης χωρίς να φαίνεται πολύ ταραγμένος.
1680 - Παραμιλά! αποκρίθηκε η Αλεξάνδρα. Μα καθόλο�
1681 δεν ταράχθηκε ο Γιάννης.
1682 - Πολλοί άνθρωποι παραμιλούν και με λίγο π�
1683 ρετό! είπε καθησ�
1684 χαστικά.
1685 Τ' αδέλφια θαύμασαν. Τι είναι ωστόσο να 'χεις πατέρα γιατρό!
1686 Μα θ�
1687 μήθηκε η Αλεξάνδρα κάτι φοβερό.
1688 - Η θεία. είπε: «Δε μ' αρέσει η θέση της!» Και η κερα-Ρήνη λέγει πως θα είναι το�
1689 θανατά!
1690 Ο Γιάννης χαμογέλασε με επιείκεια.
1691 - Ούτε η θεία ούτε η κερα-Ρήνη δεν είναι γιατροί! είπε. Α�
1692 τή η ασ�
1693 ζήτητη αλήθεια αποστόμωσε τ' αδέλφια πο�
1694 , και τα τέσσερα, όρθια, θαμπωμένα, κοίταζαν τον Γιάννη. Το�
1695 ς είδε α�
1696 τός και γέλασε.
1697 - Τι με κοιτάζετε έτσι; ρώτησε.
1698 Πολύ ντράπηκαν τ' αδέλφια και όλα κούνησαν από τη θέση το�
1699 ς και καμώθηκαν πως κάτι γ�
1700 ρεύο�
1701 ν. Άθελα γύρισε η Αλεξάνδρα στον τοίχο πο�
1702 είχε μαδήσει χθες ο Γιάννης, ενώ ο Αλέξανδρος έσκ�
1703 βε να κο�
1704 μπώσει ένα χαμένο κο�
1705 μπί από το παπούτσι το�
1706 , η Πο�
1707 λο�
1708 διά άπλωνε το χέρι της πάνω από την καγκελαρία να δει αν βρέχει, και σιωπηλά ο Αντώνης κατέβηκε στο δρόμο.
1709 Μα τον είδε ε�
1710 τ�
1711 χώς η Αλεξάνδρα κι έτρεξε στη σκάλα και το�
1712 φώναξε:
1713 - Η θεία είπε να μην κο�
1714 νήσομε από δω! Κοντοστάθηκε ο Αντώνης και κακοθέλητα είπε:
1715 - Πάγω μια στιγμή στης Αλίς.
1716 - Όχι, να μην πας! πρόσταξε η Αλεξάνδρα. Θα θ�
1717 μώσει η θεία!
1718 Αργά επέστρεψε ο Αντώνης και, κλοτσώντας ένα ένα τα σκαλοπάτια όσο ανέβαινε, είπε:
1719 - Θέλω κάτι να ρωτήσω την Αλίς...
1720 - Ποια είναι η Αλίς; ρώτησε ο Γιάννης.
1721 - Η Αλίς Χορν... Κάθεται δω, πλάγι μας, αποκρίθηκε βιαστικά η Πο�
1722 λο�
1723 διά, ενθο�
1724 σιασμένη πο�
1725 βρήκε μια κο�
1726 βέντα να κάνει με το μεγάλο εξάδελφο. Παίζομε σ�
1727 χνά μαζί της. Έχει κι έναν αδελφό μεγάλο, πο�
1728 τον λένε Μαξ. Τον ξέρεις, Γιάννη;
1729 - Τον ξέρω, είπε ακατάδεχτα ο Γιάννης. Έρχεται στο σχολείο μο�
1730 .
1731 - Έχει κι ένα μικρό αδελφό και τον λένε Αλέκο, προθ�
1732 μοποιήθηκε να τον πληροφορήσει η Πο�
1733 λο�
1734 διά. Και τον αγαπούμε πολύ...
1735 Ο Γιάννης είχε ξαναβάλει τα χέρια το�
1736 στις τσέπες το�
1737 και χαμογελούσε ακόμα πιο ακατάδεχτα.
1738 - Το�
1739 ς ξέρω, είπε. Και πρόσθεσε:
1740 - Είναι Εβραίοι!
1741 Τ' αδέλφια έμειναν εμβρόντητα.
1742 - Εβραίοι!... Και πάγει ο Μαξ στο σχολείο σο�
1743 ; έκανε η Αλεξάνδρα.
1744 - Γιατί όχι; είπε ο Γιάννης.
1745 Η απάντηση το�
1746 Γιάννη το�
1747 ς έριξε όλο�
1748 ς σε σ�
1749 λλογή. Και ο Αντώνης, σαν αγόρι προς αγόρι, πήρε το λόγο και είπε:
1750 - Ο Στάμος λέγει πως οι Εβραίοι σταύρωσαν το Χριστό!
1751 - Ποιος είναι ο Στάμος; ρώτησε ο Γιάννης.
1752 - Ένας εξάδελφος μας στην Αλεξάνδρεια. Είναι αλήθεια;
1753 - Βέβαια είναι αλήθεια, αποκρίθηκε ο Γιάννης.
1754 - Λοιπόν πώς μπορείς να παίζεις μαζί το�
1755 ς;
1756 - Εγώ δεν παίζω με τον Μαξ, δεν τον έχω φίλο, γιατί είναι μικρός και σ' άλλη τάξη. Μα άλλα παιδιά παίζο�
1757 ν.
1758 - Χριστιανοί;
1759 - Ναι.
1760 - Μα δε φοβούνται; ρώτησε η Πο�
1761 λο�
1762 διά.
1763 - Τι να φοβηθούν;
1764 Η Πο�
1765 λο�
1766 διά αποστομώθηκε. Κάθε απάντηση το�
1767 Γιάννη της φαίνο�
1768 νταν αλήθεια, βεβαίωση πο�
1769 δε σήκωνε σ�
1770 ζήτηση. Τόσο έμοιαζε να τα ξέρει όλα α�
1771 τός ο Γιάννης! Και η Αλεξάνδρα κλονίστηκε. Εκείνη όμως, σαν πιο μεγάλη τόλμησε να πει:
1772 - Μα ο Στάμος λέγει πως αν δείξεις το�
1773 Εβραίο�
1774 ένα στα�
1775 ρό, α�
1776 τός πέφτει ξερός! Γιατί έχει ένα διάβολο μέσα το�
1777 και σα δει ο διάβολος το στα�
1778 ρό, σκάζει! Ο Γιάννης την κοίταξε και είπε:
1779 - Τι ανοησίες!
1780 - Ναι! επέμεινε η Αλεξάνδρα. Κι εμείς ξέραμε κάτι κορίτσια Εβραίες πο�
1781 πήγαιναν κι έπαιζαν στο ίδιο περιβόλι όπο�
1782 πηγαίναμε κι εμείς και μας είπε ο Στάμος να δοκιμάσομε και να δούμε. Και πήραμε το στα�
1783 ρό της βαφτίσεώς μο�
1784 ...
1785 Έχωσε η Αλεξάνδρα το χέρι της μες στο λαιμό το�
1786 φο�
1787 στανιού της και τράβηξε έξω ένα χρ�
1788 σό στα�
1789 ρό πο�
1790 κρέμο�
1791 νταν σε μιαν αλ�
1792 σιδίτσα.
1793 - Να, α�
1794 τό το στα�
1795 ρό! Κι εμείς φοβόμασταν πολύ. Και ο Στάμος είπε: «Δώσ' μο�
1796 εμένα το στα�
1797 ρό!» Και σαν είδε τις Εβραίες, σήκωσε το στα�
1798 ρό...
1799 - Κι έπεσαν ξερές; ρώτησε ο Γιάννης. Η Αλεξάνδρα μαζεύθηκε.
1800 - Όχι! ομολόγησε. Έφ�
1801 γαν. Μα ο Στάμος λέγει πως δεν τον είχαν κοιτάξει καλά και γι' α�
1802 τό δεν έσκασαν...
1803 - Τι ανοησίες! είπε πάλι ο Γιάννης. Ο Στάμος, θαρρώ, τις κόβει!
1804 - Εσύ δεν το πιστεύεις, Γιάννη; ρώτησε η Πο�
1805 λο�
1806 διά κλονισμένη.
1807 - Όχι! αποκρίθηκε ο Γιάννης.
1808 - Και όμως είναι αλήθεια! βεβαίωσε η Αλεξάνδρα. Να, ρώτα τον Αντώνη να σο�
1809 πει τι λέγει ο Στάμος.
1810 Μα ο Αντώνης δε θέλησε να πει τι λέγει ο Στάμος. Δεν ταίριαζε, απέναντι ενός αγοριού, να δώσει δίκαιο σε κορίτσι. Κι εδώ, ή ο Στάμος είχε πει «ανοησίες», όπως έλεγε ο Γιάννης, ή ο Γιάννης ήταν άπιστος Θωμάς, πο�
1811 και α�
1812 τό ήταν κακό. Ώστε γύρισε στον Αλέξανδρο και τον διέταξε:
1813 - Πήγαινε απάνω και φέρε μο�
1814 τη σβούρα μο�
1815 !
1816 - Δεν πάγω! είπε ο Αλέξανδρος πο�
1817 με πάθος παρακολο�
1818 θούσε τις περιπέτειες το�
1819 στα�
1820 ρού, το�
1821 διαβόλο�
1822 και των Εβραίων.
1823 - Πήγαινε! επανέλαβε ο Αντώνης. Δε γ�
1824 ρνά καλά! Θέλω να τη δείξω το�
1825 Γιάννη!
1826 - Πηγαίνω ύστερα! αποκρίθηκε ο Αλέξανδρος.
1827 - Αν δεν πας, ξέρεις;... Θα πω το�
1828 Γιάννη τι είπες στον αξιωματικό!
1829 Ο Αλέξανδρος πετάχθηκε απάνω.
1830 - Όχι! αναφώνησε. Ο Γιάννης γύρισε.
1831 - Τι είπες; Και σε ποιον αξιωματικό; ρώτησε με καλοσύνη.
1832 - Μην πεις! φώναξε με αγωνία ο Αλέξανδρος. Και σο�
1833 φέρνω τη σβούρα σο�
1834 !
1835 Και σαν αστραπή χάθηκε πίσω από τις πόρτες και όρμησε στη σκάλα. Στη βεράντα έπεσε σιωπή. Ο Γιάννης κοίταζε τις εξαδέλφες το�
1836 και οι εξαδέλφες κοίταζαν τη θάλασσα, για να κρύψο�
1837 ν την ντροπή πο�
1838 τις πλάκωσε πάλι με την ενθύμηση το�
1839 αξιωματικού και το�
1840 Αλέξανδρο�
1841 .
1842 Μόνος ο Αντώνης, με τα χέρια στις τσέπες το�
1843 πανταλονιού το�
1844 και το κεφάλι ψηλά, πήγαινε κι έρχο�
1845 νταν κλοτσώντας καρέγλες και τραπέζι, χωρίς ντροπή και χωρίς ανησ�
1846 χία, αφού εκείνος όριζε την κατάσταση και από κείνον κρέμο�
1847 νταν να πει ή να μην πει, να ντροπιάσει την οικογένεια στα μάτια το�
1848 Γιάννη ή να βαστάξει το γόητρο της ψηλά. Πέρασε ένας κο�
1849 λούρας φωνάζοντας:
1850 - Φρέσκα κο�
1851 λούρια της ώρας!
1852 Κατέβηκε ο Γιάννης, διάλεξε ένα κο�
1853 λούρι κι έβγαλε από την τσέπη το�
1854 μια φούχτα πράματα, όπο�
1855 χώριζαν δ�
1856 ο βόλοι, ένας σο�
1857 γιάς, τρεις τέσσερις πενίτσες, ένα κομματάκι αλ�
1858 σίδα και μια πεντάρα. Πήρε την πεντάρα και την έδωσε το�
1859 κο�
1860 λούρα και άρχισε ν' ανεβαίνει σιγά, σηκώνοντας τη μύτη το�
1861 κατά τον ο�
1862 ρανό.
1863 - Βρέχει, είπε.
1864 Και με το κο�
1865 λούρι στο χέρι, ακούμπησε στην ξύλινη κολόνα πο�
1866 βαστούσε τη σκεπή της βεράντας, κοιτάζοντας κατά τη θάλασσα και αγνοώντας εξάδελφο κι εξαδέλφες, πο�
1867 τον λοξοκοίταζαν με περιέργεια. Ώσπο�
1868 λαχανιασμένος κατέβηκε ο Αλέξανδρος και, κατακόκκινος και ανήσ�
1869 χος, έδωσε τη σβούρα το�
1870 Αντώνη. Γύρισε ο Γιάννης και το�
1871 χαμογέλασε με το λίγο στραβό χαμόγελο της θείας Αργίνης και το�
1872 πρόσφερε το κο�
1873 λούρι.
1874 - Σ' αρέσει; ρώτησε. Για σένα τ' αγόρασα!
1875 Σάστισε ο Αλέξανδρος και κοκκίνισε ακόμα περισσότερο. Σάστισαν και οι αδελφές το�
1876 , σάστισε ακόμα περισσότερο και ο Αντώνης. Και δεν ήξερε ο Αλέξανδρος τι να κάνει.
1877 - Ε, δεν το παίρνεις; ρώτησε ο Γιάννης.
1878 Και το πήρε ο Αλέξανδρος και ξέχασε να πει ε�
1879 χαριστώ.
1880 - Α�
1881 τός ο Αλέξανδρος όλο θα μας ντροπιάζει... μο�
1882 ρμούρισε η Αλεξάνδρα της Πο�
1883 λο�
1884 διάς. Δώσ' το�
1885 μια σπρωξιά να ξ�
1886 πνήσει...
1887 Μα, πριν προφθάσει η Πο�
1888 λο�
1889 διά να δώσει την παραγγελμένη σπρωξιά, βγήκε πηδηχτή και θ�
1890 μωμένη η θεία, άρπαξε τον Αλέξανδρο με το κο�
1891 λούρι στο χέρι και τον πήρε μέσα φωνάζοντας:
1892 - Βρέχει, δεν το βλέπετε; Τι κάνεις εσύ, Αλεξάνδρα, πο�
1893 είσαι η πιο μεγάλη; Και τι σας είπα πριν; Θέλετε νταντά να σας φ�
1894 λάγει, κοτζάμ παιδιά;
1895 Η απρόοπτη α�
1896 τή μπόρα, πο�
1897 από το κεφάλι το�
1898 Αλέξανδρο�
1899 ξεσπούσε έξαφνα στο κεφάλι της Αλεξάνδρας, ζάλισε ακόμα περισσότερο τα ξαφνισμένα από το κο�
1900 λούρι αδέλφια. Κι επειδή η θεία τούς είπε και άλλα και μάλωσε τον καθένα χωριστά, μπάζοντας το�
1901 ς μέσα, κι έκλεισε με πάταγο τη γ�
1902 άλινη πόρτα και φώναξε: «Αφροδίτη! Φέρε καφέ και γλ�
1903 κό για το γιατρό, στο γραφείο το�
1904 κ�
1905 ρίο�
1906 » και ξανάφ�
1907 γε βιαστική, όπως είχε έλθει, τ' αδέλφια άργησαν να σ�
1908 νέλθο�
1909 ν και ύστερα στάθηκαν και κοιτάχθηκαν και μετρήθηκαν. Ο Αλέξανδρος ήταν ολόκληρος εκεί, με το κο�
1910 λούρι ακόμα στο χέρι. Μα έλειπε ένας, ο Γιάννης.
1911 Μο�
1912 διασμένα πήγαν τ' αδέλφια στη γ�
1913 άλινη πόρτα και κοίταξαν έξω, όπο�
1914 τώρα έπεφτε καταρράχτης η βροχή.
1915 Ο Γιάννης ήταν ακόμα εκεί, στην ίδια κολόνα, σκασμένος στα γέλια, με τα δ�
1916 ο χέρια στις τσέπες, και κοίταζε τα εξαδέλφια το�
1917 κοροϊδε�
1918 τικά. Και, καθώς πλάκωσαν και οι τέσσερις τη μύτη το�
1919 ς στο τζάμι, α�
1920 τός το�
1921 ς έβγαλε τη γλώσσα, δηλαδή το�
1922 ς κορόιδεψε ακόμα περισσότερο. Ο Αντώνης δήλωσε πως α�
1923 τό ήταν αδικία. Γιατί, σα μάλωνε η θεία Μαριέτα, ήθελαν δεν ήθελαν έπρεπε να μπο�
1924 ν μέσα, ενώ ο Γιάννης, πο�
1925 ήταν μεγάλος και είχε και μητέρα και πατέρα στο σπίτι...
1926 Μα ο Γιάννης, απέξω, τώρα έκανε τέτοια πράματα, πο�
1927 όλες οι κο�
1928 βέντες σταμάτησαν και ο Αλέξανδρος ξέχασε να κόψει το κο�
1929 λούρι το�
1930 . Με τα χέρια στις τσέπες πηδούσε μ' ενωμένα τα ποδάρια κι έπεφτε με ανοιχτά και πάλι ξαναπηδούσε με ανοιχτά και ξανάπεφτε μ' ενωμένα, τρεις, τέσσερις, πέντε φορές στην αράδα. Και ύστερα, χωρίς να σταθεί, έβγαλε τα χέρια το�
1931 από τις τσέπες το�
1932 , έπιασε τη μέση το�
1933 και άρχισε να χορεύει μονάχος το�
1934 . Και τι χορό! Πετούσε τα πόδια το�
1935 μπροστά και τα χτ�
1936 πούσε χάμω και ύστερα τα πετούσε πλάγια και πάλι τα χτ�
1937 πούσε χάμω και σήκωνε τα γόνατα το�
1938 ως το πιγούνι και λύγιζε ως κάτω στις πλάκες και πάλι πηδούσε σαν μπάλα κι έστριφτε σα σβούρα στο τακούνι το�
1939 και στέκο�
1940 νταν στο ένα πόδι, κι έγερνε το σώμα το�
1941 ως κάτω και ακο�
1942 μπούσε χάμω στο χέρι το�
1943 , τεντώνοντας τάβλα το άλλο πόδι, και πάλι ορθώνο�
1944 νταν μεμιάς και χτ�
1945 πούσε απανωτά τις πλάκες με τακούνια και μύτες, πλακαπλάκ, πλακαπλάκ, πλακ, πλακ! Θαμπωμένα τον κοίταζαν τ' αδέλφια. Και, σα να μην έφθαναν όλα α�
1946 τά, έβαλε μπροστά το�
1947 μια καρέγλα και πήδηξε από πάνω. Και ύστερα πήρε το τρίποδο σιδερένιο τραπέζι και το έβαλε στη μέση κι έπαιξε βαρελάκια, πηδώντας από πάνω.
1948 - Τι δεν κάνει α�
1949 τός ο Γιάννης! είπε θα�
1950 μάζοντας η Αλεξάνδρα.
1951 Μα και α�
1952 τού ακόμα δε σταμάτησε ο Γιάννης. Εκεί πο�
1953 θαύμαζαν τ' αδέλφια, σήκωσε το τραπέζι στα χέρια το�
1954 , το αναποδογύρισε στον αέρα, με τα πόδια πάνω, και το στήριξε στο κεφάλι το�
1955 .
1956 Τ' αδέλφια ξέσπασαν σε χειροκροτήματα. Και τότε είπε η Πο�
1957 λο�
1958 διά την ιστορική εκείνη αναίδεια πο�
1959 έμεινε μαύρη σελίδα στα οικογενειακά το�
1960 ς αρχεία. Μαγεμένη, εκστατική, είπε:
1961 - Εγώ, σα μεγαλώσω, θα πάρω τον Γιάννη! Καταστροφή! Παν τα μάγια και η γοητεία, πάει και το μεθύσι!
1962 - Και ποια είσαι σ�
1963 πο�
1964 θα πάρεις τον Γιάννη; ρώτησε με καταφρόνια ο Αντώνης.
1965 - Και πού το ξέρεις αν θέλει να σε πάρει ο Γιάννης; ρώτησε σ�
1966 νάμα η Αλεξάνδρα.
1967 Και ως και ο Αλέξανδρος, πο�
1968 ήταν σ�
1969 νήθως κόμμα της, είπε:
1970 - Ναι, πού το ξέρεις;
1971 Κατακόκκινη, ντροπιασμένη, είχε κολλήσει πάλι η Πο�
1972 λο�
1973 διά το μέτωπο της στο γ�
1974 αλί της πόρτας μα πού να κοιτάξει πια τον Γιάννη! Και πάλι θα ήθελε να την κατάπινε η γη κι έκανε πως βλέπει τις κλωστές από νερά πο�
1975 κρέμο�
1976 νταν στην ξύλινη σκεπή της βεράντας και τσάκιζαν στην κο�
1977 παστή και γίνο�
1978 νταν σκόνη �
1979 γρή και σκορπίζο�
1980 νταν χάμω. Και είπε ο Αντώνης:
1981 - Μούτρο για σιδέρωμα! Α�
1982 στηρά τον διέκοψε η Αλεξάνδρα:
1983 - Αντώνη, το ξέρεις πως η μαμά δε θέλει να λες τέτοια λόγια!
1984 - Μα είναι φανταγμένη! διαμαρτ�
1985 ρήθηκε ο Αντώνης.
1986 - Πολύ φανταγμένη, είπε η Αλεξάνδρα. Μα εσύ να μη λες άσχημα λόγια!
1987 Άνοιξε ο Αλέξανδρος το στόμα το�
1988 να μιλήσει, μα πάλι άλλαξε γνώμη και δεν είπε τίποτα. Και σε λίγο έκοψε ένα κομμάτι από το κο�
1989 λούρι το�
1990 και το πρόσφερε της Πο�
1991 λο�
1992 διάς. Μα εκείνη, χωρίς να γ�
1993 ρίσει, σήκωσε τον ώμο της. Και θέλησε ο Αλέξανδρος να της το βάλει στο χέρι κι εκείνη τράβηξε το χέρι της. Και για να μη λ�
1994 πηθεί ο Αλέξανδρος με τον τρόπο της, είπε ο Αντώνης:
1995 - Δώσε μού το μένα! και το έφαγε. Και είπε η Αλεξάνδρα:
1996 - Και μένα!
1997 Κι έκοψε άλλο κομμάτι ο Αλέξανδρος και της το 'δωσε. Κι επειδή δε γύριζε η Πο�
1998 λο�
1999 διά, ακούμπησε ο Αλέξανδρος το κο�
2000 λούρι το�
2001 στο τραπέζι, πήρε μια καρέγλα, την έστησε κοντά της και ανέβηκε πάνω, πλάγι της, να δει τι κοιτάζει. Δεν είδε όμως τίποτα. Και, αφού στραβολαίμιασε γ�
2002 ρεύοντας να δει, ξανακατέβηκε και ζήτησε για παρηγοριά το κο�
2003 λούρι το�
2004 . Μα από το κο�
2005 λούρι δεν έμενε πια παρά ένα κομματάκι μια σταλιά και λίγα σησάμια σκορπισμένα στο τραπέζι. Θύμωσε ο Αλέξανδρος και χτύπησε το πόδι το�
2006 και είπε πως θέλει όλο το κο�
2007 λούρι το�
2008 . Και άναψε καβγάς. Αγανακτισμένη γύρισε η Πο�
2009 λο�
2010 διά ν' ακούσει και απέξω ο Γιάννης κόλλησε το πρόσωπο το�
2011 στο τζάμι να δει, και την ίδια ώρα έβγαινε η θεία Μαριέτα με το θείο Γιώργη από το γραφείο το�
2012 θείο�
2013 Ζωρζή.
2014 Τα πράματα ήταν πολύ άσχημα, προπάντων πο�
2015 ο Αλέξανδρος άρχιζε να κλαίει. Πέρασε βιαστικά ο Αντώνης κοντά το�
2016 και το�
2017 είπε:
2018 - Αν κλάψεις, θα πω της θείας πως είπες «Βρε σ�
2019 » στον αξιωματικό!
2020 Και σ�
2021 νάμα άνοιξε το�
2022 Γιάννη πο�
2023 χτ�
2024 πούσε το τζάμι. Ο Αλέξανδρος κατάπιε τα δάκρ�
2025 α το�
2026 , η Πο�
2027 λο�
2028 διά την αγανάκτηση της, και οι τέσσερις θ�
2029 μήθηκαν ξαφνικά πως η μις Ράις ήταν πολύ άρρωστη. Μπήκε μέσα ο θείος Γιώργης γελώντας και τον ακολούθησε η θεία Μαριέτα. Εκείνη δε γελούσε· φαίνο�
2030 νταν μάλιστα πολύ σκοτισμένη και τα φρύδια της ήταν σηκωμένα στη μέση σαν περισπωμένη. Και είπε ο θείος Γιώργης:
2031 - Μπα, Γιάννη, τι κάνεις εδώ;
2032 Μα σαν το�
2033 αποκρίθηκε ο Γιάννης: «Μ' έστειλε η μητέρα να ρωτήσω ποιος είναι άρρωστος», είπε ο θείος ο γιατρός κάτι παράξενο. Είπε, χτ�
2034 πώντας τον Γιάννη στον ώμο:
2035 - Κανένας δεν είναι άρρωστος! Άιντε, πάμε σπίτι μας! Καθισμένα στα κρεβάτια το�
2036 ς, εκείνο το ίδιο βράδ�
2037 , αφού τα είχε ξεκο�
2038 μπώσει και πλύνει η Αφροδίτη, και κανένας δεν είχε τ�
2039 λίξει χαρτιά στα μαλλιά των κοριτσιών, τα τέσσερα αδέλφια, με σβησμένο το κερί και κατεβασμένες τις κο�
2040 νο�
2041 πιέρες, χαμηλοκο�
2042 βέντιαζαν.
2043 - Εγώ ήθελα να ξέρω, είπε η Αλεξάνδρα, γιατί δε μας είπαν την αλήθεια!
2044 - Γιατί δε μας είπαν τίποτα πρόσθεσε η Πο�
2045 λο�
2046 διά.
2047 - Πώς δε μας είπαν τίποτα; ρώτησε ο Αντώνης. Μας είπε η θεία πως είναι πολύ άρρωστη η μις Ράις!
2048 - Και είπε ο θείος Γιώργης το�
2049 Γιάννη πως κανένας δεν είναι άρρωστος εδώ! αποκρίθηκε η Αλεξάνδρα.
2050 - Μπορεί να μην ξέρει καλά ο θείος Γιώργης! παρατήρησε ο Αλέξανδρος.
2051 - Σώπα σ�
2052 ! το�
2053 είπε ο Αντώνης. Αφού είναι γιατρός ο θείος!
2054 - Και η Αφροδίτη δεν ξέρει; έκανε η Πο�
2055 λο�
2056 διά.
2057 - Εκείνη ξέρει πιο καλά απ' όλο�
2058 ς! επικύρωσε η Αλεξάνδρα. Αφού ήταν στην κάμαρα σαν πήγε ο θείος με τη θεία, και ήταν και ύστερα, και ήταν και πριν.
2059 - Ε! Α�
2060 τή δεν είπε ποτέ πως η μις Ράις δεν είναι άρρωστη! είπε ο Αντώνης.
2061 - Όχι, μα είπε: «Α�
2062 τές οι Εγγλέζες δεν παθαίνο�
2063 ν τίποτα, κι έννοια σας!» Πο�
2064 είναι σα να λέγει πως δεν είναι άρρωστη! αποκρίθηκε η Αλεξάνδρα.
2065 - Είπε και κάτι άλλο, πρόσθεσε σ�
2066 λλογισμένη η Πο�
2067 λο�
2068 διά. Είπε: «Κάθε άλλος θα είχε γκρεμοτσακιστεί δέκα φορές! Α�
2069 τή τίποτα!» Γιατί θα είχε γκρεμοτσακιστεί η μις Ράις; Και από πού;
2070 - Από το κρεβάτι της ίσως; αν είχε πέσει; έκανε δειλά ο Αλέξανδρος.
2071 - Όχι, γιατί είπε η Αφροδίτη: «Με τα εγγλέζικα ποδάρια της τα 'βγαλε πέρα» και δε μίλησε για κρεβάτι, αποκρίθηκε η Πο�
2072 λο�
2073 διά. Την άκο�
2074 σα πο�
2075 το είπε της κερα-Ρήνης.
2076 Τα τέσσερα αδέλφια έπεσαν σε σ�
2077 λλογή.
2078 - Εγώ αύριο θα πάγω μέσα να τη δω και θα σας πω! αποφάσισε ο Αντώνης.
2079 - Κι εγώ! πετάχθηκε και είπε ο Αλέξανδρος.
2080 - Όχι εσύ, δεν κάνει! Είσαι μικρός και μπορείς να κολλήσεις την αρρώστια της!
2081 - Καθόλο�
2082 δε θα κολλήσω! Και θα πάγω!
2083 - Τότε θα πάμε όλοι μας! είπε η Αλεξάνδρα.
2084 - Σιγά, μη ζητήσει τώρα να πάγει και η Πο�
2085 λο�
2086 διά! έκανε κοροϊδε�
2087 τικά ο Αντώνης.
2088 Η Πο�
2089 λο�
2090 διά ορτσώθηκε �
2091 ψώνοντας και τη φωνή:
2092 - Και γιατί να μην πάγω;
2093 - Γιατί είσαι κορίτσι, και τα κορίτσια κάθονται ήσ�
2094 χα!
2095 Από τα κοριτσίστικα κρεβάτια σηκώθηκε διαμαρτ�
2096 ρία. Ο Αντώνης το�
2097 ς είπε να σωπάσο�
2098 ν. Ο Αλέξανδρος �
2099 ποστήριζε τις αδελφές το�
2100 . Για να επιβληθεί, αναγκάστηκε ο Αντώνης να φωνάξει. Τα κορίτσια επαναστάτησαν, μα κανένας δεν τις άκο�
2101 σε, γιατί όλοι μιλούσαν μαζί. Παλαμάκια δ�
2102 νατά και μια φωνή ανέβηκαν από το κάτω πάτωμα.
2103 - Παιδιά, θέλετε ν' ανεβώ;
2104 Ξαφνική σιωπή απλώθηκε στη σκοτεινή κάμαρα. Ούτε φωνή ούτε κίνηση ακούστηκε πια. Και όταν ανέβηκε η θεία να βεβαιωθεί πως όλα ήταν εντάξει, τέσσερις κο�
2105 νο�
2106 πιέρες άσπρες ξεχώριζαν θαμπά στην αστροφεγγιά πο�
2107 έμπαινε από τα ορθάνοιχτα παράθ�
2108 ρα, μα τσιμο�
2109 διά πια δεν ακούο�
2110 νταν.
2111 Την επαύριο το πρωί μεγάλη είδηση σ�
2112 ντάραξε τα τέσσερα αδέλφια. Είπε η Αφροδίτη:
2113 - Πάει η μις Ράις!
2114 - Τι; Πέθανε;
2115 - Όχι, έφ�
2116 γε!
2117 Κανένας δεν το πίστεψε. Κι ένας ένας πήγε στην πλαγινή κάμαρα να βεβαιωθεί και βρήκε την πόρτα ανοιχτή και την κάμαρα άδεια. Και πήγαν τ' αδέλφια στη θάλασσα με την Αφροδίτη κι έκαναν όλες τις αταξίες και δεν ήθελαν πια να βγο�
2118 ν από το νερό, ώσπο�
2119 θύμωσε η Αφροδίτη και φοβέρισε πως θα το πει της θείας.
2120 Και όταν γύρισαν στο σπίτι και κάθισαν στο πρόγε�
2121 μα, εκεί πο�
2122 σερβίριζε τον καφέ με το γάλα, είπε η θεία:
2123 - Παιδιά, η μις Ράις ήταν άρρωστη χθες και έφ�
2124 γε.
2125 - Πού πήγε, θεία; ρώτησε η Αλεξάνδρα.
2126 - Δεν ξέρω. Μα ίσως πήγε στη μητέρα της, ώσπο�
2127 να γίνει πάλι καλά. Και σεις κοιτάξτε να είστε πολύ φρόνιμοι σήμερα, να μη θ�
2128 μώσω!
2129 Ο θείος δεν είπε τίποτα, μόνο κοίταξε τ' αδέλφια, το ένα ύστερα από το άλλο, μ' ένα χαμόγελο πο�
2130 στένε�
2131 ε τα μάτια το�
2132 από τις πολλές τις δίπλες.
2133 Ούτε τ' αδέλφια δεν είπαν τίποτα. Μόνο κοιτάχθηκαν και σώπασαν. Μα όταν βρέθηκαν μόνα, πήγε ροδάνι η γλώσσα το�
2134 ς.
2135 - Και πρώτον, είπε η Αλεξάνδρα, άρρωστη δεν ήταν η μις Ράις, αφού έφ�
2136 γε. Ένας άρρωστος παίρνει λάδι και μένει στο κρεβάτι. Και στη μητέρα της δεν πήγε, αφού μας είπε πως η μητέρα της πέθανε και ο πατέρας της ξαναπαντρεύτηκε και δεν ξέρει πού είναι.
2137 - Ναι, είπε η Πο�
2138 λο�
2139 διά, μα και η θεία, βλέπεις, δεν ήξερε. Είπε «ίσως». Και πρέπει κάτι να τρέχει, γιατί, σα ρώτησα την Αφροδίτη, μο�
2140 αποκρίθηκε πως ούτε κείνη δεν ήξερε πότε έφ�
2141 γε η μις Ράις. Και όμως ύστερα είπε πως πονεί το χέρι της, γιατί κατέβασε το μπαούλο πο�
2142 ήταν πολύ βαρύ. Γιατί λοιπόν κατέβασε το μπαούλο, αν δεν ήξερε πως φεύγει η μις Ράις;
2143 - Και η κερα-Ρήνη λέγει κοροφέξαλα! είπε πάλι η Αλεξάνδρα. Μο�
2144 είπε, σαν τη ρώτησα: «Να πας να ρωτήσεις τη θεία σο�
2145 ! Εμένα δε με βαλαν να τη φ�
2146 λάγω!» Και με την Αφροδίτη όλο κρ�
2147 φομιλάει.
2148 - Ίσως... άρχισε ο Αλέξανδρος.
2149 Μα δε βρήκε τι μπορούσε το «ίσως» να είναι κι έμεινε με τα χέρια το�
2150 απλωμένα στα γόνατα το�
2151 και με την απορία το�
2152 .
2153 - Και τι μας μέλει τι ώρα έφ�
2154 γε και γιατί; Φθάνει πο�
2155 έφ�
2156 γε! Ζήτω η ελε�
2157 θερία! φώναξε ο Αντώνης χορεύοντας στο ένα πόδι, όπως είδε τον Γιάννη να το κάνει χθες. Πάει το μάθημα! Βούλιαξε το μάθημα! Παιχνίδι όλη μέρα σήμερα!
2158 Μα τι παιχνίδι να φανταστούν, πο�
2159 να μη μοιάζει με κανένα παιχνίδι πο�
2160 έπαιξαν ως τώρα; Χρειάζο�
2161 νταν για την περίσταση α�
2162 τή κάτι εντελώς διαφορετικό κι εξαιρετικό, κάτι μεγάλο και τρελό, άξιο της καινούριας ελε�
2163 θερίας το�
2164 ς. Κι ενώ το σ�
2165 ζητούσαν, ήλθε στο σπο�
2166 δαστήριο η κερα-Ρήνη μ' ένα πανέρι βύσσινο για γλ�
2167 κό. Το είχε στείλει η θεία Αργίνη κι έπρεπε να καθαριστεί γρήγορα, γιατί ήταν λίγο γινωμένο. Η θεία μηνούσε ν' αρχίσο�
2168 ν τα κορίτσια ε�
2169 θύς το ξεκο�
2170 κούτσιασμα κι εκείνη έρχεται αμέσως.
2171 - Να παιχνίδι μια φορά! είπε καταχαρούμενη η Αλεξάνδρα πο�
2172 , σαν και την Πο�
2173 λο�
2174 διά, τρελαίνο�
2175 νταν για τις σπιτικές δο�
2176 λειές. Έλα, Αντώνη, και σ�
2177 , να κάνομε πιο γρήγορα!
2178 Μα ο Αντώνης ακατάδεχτα κοίταζε τις προετοιμασίες των κοριτσιών, τις ποδιές πο�
2179 ζώνο�
2180 νταν, τα μανίκια πο�
2181 σήκωναν και τύλιγαν ως τον άγκωνα, τις σο�
2182 πιέρες, το πακετάκι με άπιαστες φορκέτες, με πιάτα όπο�
2183 θα έριχναν τα κο�
2184 κούτσια. Α�
2185 τός δεν ήταν κορίτσι. Α�
2186 τή δεν ήταν αντρίκεια δο�
2187 λειά. Φαντάσο�
2188 να έλεγαν το�
2189 πατέρα: «Βάλε ποδιά κι έλα να καθαρίσεις βύσσινο ή τριαντάφ�
2190 λλο ή σταφύλι»! Σήκωσε το�
2191 ς ώμο�
2192 ς το�
2193 ο Αντώνης και, με τα χέρια στις τσέπες, βγήκε από την κάμαρα.
2194 - Έλα, Αλέξανδρε, φώναξε, άφησε τις γ�
2195 ναικείες α�
2196 τές δο�
2197 λειές στα κορίτσια!
2198 Ο Αλέξανδρος, πο�
2199 είχε δέσει μια πετσέτα στη μέση το�
2200 και με λαχτάρα ετοιμάζο�
2201 νταν να βοηθήσει, διαλέγοντας και βάζοντας χωριστά τα σάπια βύσσινα και βγάζοντας τα κοτσάνια, δίστασε μια στιγμή. Ήταν μεγάλος ο πειρασμός να μείνει με τα κορίτσια και να πασπατεύει βύσσινα! Ήταν τόσο κόκκινα και δροσερά! Μα, πάλι, ν' αρνηθεί την πρόσκληση το�
2202 Αντώνη, πο�
2203 το�
2204 έκανε την τιμή να το�
2205 φερθεί σαν αγόρι - τιμή σπάνια όσο και ποθητή - και να τον βάλει στην ίδια μοίρα με τον εα�
2206 τό το�
2207 ; Δεν μπόρεσε ο Αλέξανδρος ν' ανθέξει στο δεύτερο. Αναστενάζοντας, ξεζώθηκε την πετσέτα και ακολούθησε τον Αντώνη.
2208 - Τόσο το καλύτερο! είπε λίγο πειραγμένη η Αλεξάνδρα, θα μας μείνει εμάς περισσότερο βύσσινο να καθαρίσομε!
2209 Και με ζήλο έχωναν το δ�
2210 ο κορίτσια το κεφάλι μιας φορκέτας σε κάθε βύσσινο, τραβούσαν έξω το κο�
2211 κούτσι, έριχναν το φρούτο σε μια σο�
2212 πιέρα και το κο�
2213 κούτσι σ' ένα πιάτο. Το γλέντι ήταν μεγάλο. Έτρεχαν τα ζο�
2214 μιά, κόκκινα σαν αίμα, σ' όλο το γ�
2215 μνό μπράτσο κι έσταζαν από τον άγκωνα. Κι έπρεπε να προσέχεις να μη στάξο�
2216 ν ούτε χάμω ούτε στα ρούχα σο�
2217 , γιατί λέκιαζαν, και να έχεις πάντα μια κατσαρόλα κάτω από τον άγκωνα, πο�
2218 να μαζεύει το ζο�
2219 μί, γιατί η θεία φώναζε, μη χαθεί ούτε στάλα, πο�
2220 θα κάνει όμορφο χρώμα στο γλ�
2221 κό.
2222 - Και τα κο�
2223 κούτσια μη χαθούν, γιατί θα στραγγίσο�
2224 ν ύστερα, είπε η Αλεξάνδρα της Πο�
2225 λο�
2226 διάς, ούτε κανένα από τα πολύ γινωμένα βύσσινα. Από α�
2227 τά θα γίνει ύστερα η β�
2228 σσινάδα...
2229 Τη διέκοψε ο Αλέξανδρος πο�
2230 μπήκε στην κάμαρα σα σίφο�
2231 νας:
2232 - Αλεξάνδρα! Έλα γρήγορα! Ο Αντώνης είναι πολύ άρρωστος! Γρήγορα! Γρήγορα! Θα κάνει, λέει, εμετό!
2233 Πετάχθηκε πάνω η Αλεξάνδρα. Μα τι να κάνει τα ζο�
2234 μιά πο�
2235 έσταζαν από τα χέρια της και πο�
2236 δεν έπρεπε να τα σκο�
2237 πίσει, μη λεκιάσο�
2238 ν την πετσέτα; Ε�
2239 τ�
2240 χώς η κερα-Ρήνη είχε φροντίσει να βάλει και μια λεκάνη με νερό απάνω στο τραπέζι, για το τέλος της δο�
2241 λειάς.
2242 - Γρήγορα! Γρήγορα! φώναζε ο Αλέξανδρος.
2243 Ξέβγαλε η Αλεξάνδρα τα χέρια της, βούτηξε και η Πο�
2244 λο�
2245 διά τα δικά της και, τρεχάτες και οι δ�
2246 ο, ακολούθησαν τον Αλέξανδρο. Τις πήγε ίσια στο γραφείο το�
2247 θείο�
2248 .
2249 Σωριασμένος στα γόνατα, ακο�
2250 μπισμένος στον τοίχο, το πρόσωπο κατάχλομο και τα μάτια κλειστά, ο Αντώνης φαίνο�
2251 νταν αλήθεια το�
2252 «θανατά», όπως είπε ύστερα η Αλεξάνδρα, όταν τη ρώτησε η Αφροδίτη. Έτρεξαν οι δ�
2253 ο αδελφές κι έκαναν να τον σηκώσο�
2254 ν. Μα, καθώς τον άγγιξαν, γούρλωσε ο Αντώνης τα μάτια το�
2255 , τις κοίταξε με αγωνία, έκανε να σηκωθεί, μα δεν πρόφθασε. Και... πλο�
2256 φ... όλο το πρωινό πρόγε�
2257 μα χύθηκε στο πάτωμα! Ε�
2258 τ�
2259 χώς σ�
2260 γύριζε ακόμα η Αφροδίτη την τραπεζαρία, όταν άκο�
2261 σε τις φωνές των κοριτσιών κι έτρεξε. Σήκωσε τον Αντώνη, πο�
2262 είχε πέσει χάμω σα σακούλι άδειο, και τον ξάπλωσε στον καναπέ, το�
2263 έβρεξε το μέτωπο και το πρόσωπο και βγήκε έξω να φέρει σφο�
2264 γγαρόπανα και νερά να πλύνει το πάτωμα.
2265 - Πώς σο�
2266 ήλθε, Αντώνη; ρώτησε η Αλεξάνδρα πο�
2267 εξακολο�
2268 θούσε να το�
2269 βρέχει το μέτωπο, όπως είχε δει την Αφροδίτη να το κάνει.
2270 Ο Αντώνης δε μίλησε. Αλλά βιαστικά, μήπως και το�
2271 κόψει ο Αντώνης το λόγο και δεν προφθάσει να τα πει, διηγήθηκε ο Αλέξανδρος την ιστορία, με πολλά πήγαινε κι έλα, φασαρεύοντας και πολ�
2272 λογώντας, για ν' αναπαραστήσει και να ζωντανέψει τη σκηνή.
2273 - Να, έτσι! είπε ο Αλέξανδρος. Μο�
2274 λέγει ο Αντώνης: «Τι να παίξομε;» Εγώ δεν ήξερα. Και είπε ο Αντώνης: «Εγώ θα είμαι ο θείος Ζωρζής και σ�
2275 θα είσαι η κερα-Ρήνη!» Και κάθισε, να έτσι, στην πολ�
2276 θρόνα. Εγώ δεν ήθελα να είμαι κερα-Ρήνη. Μο�
2277 είπε ο Αντώνης: «Θα κάνεις μόνο αγορίστικες δο�
2278 λειές. Φέρε μο�
2279 το ναργιλέ το�
2280 θείο�
2281 !»...
2282 - Αντώνη! αναφώνησε η Αλεξάνδρα πιάνοντας το πιγούνι της με τα δ�
2283 ο της χέρια. Πώς τόλμησες;
2284 Ο Αντώνης δεν αποκρίθηκε.
2285 Κι εξακολούθησε ο Αλέξανδρος με ακόμα πιότερη πολ�
2286 λογία:
2287 - Ναι, κι εγώ το�
2288 το είπα: «Όχι, Αντώνη. Ο θείος δε θέλει!» Μα εκείνος πρόσταξε: «Φέρε μού τον!» Κι εγώ δεν μπορούσα να τον σηκώσω. Λοιπόν ήλθε ο Αντώνης, να έτσι, και ήθελε να τον σηκώσει. Και ύστερα μο�
2289 είπε: «Είναι αναμμένος. Θέλεις να κάνω, όπως κάνει ο θείος, φούσκες στο νερό;» Και είπα ναι. Κι εκείνος έβαλε το κεχλιμπάρι στο στόμα κι έκανε φούσκες στο νερό. Κι έκανε, ξέρεις, πολλέεεες... πολλές φούσκες! Και το�
2290 είπα: «Κάνε το πάλι!» Και το ξανάκανε. Και το�
2291 είπα: «Πάλι!» Μα εκείνος δεν ήθελε πια. Είπε: «Θα κάνω εμετό!» Και πήγε στον τοίχο κι έπεσε χάμω κι εγώ έτρεξα να σας το πω...
2292 Με κλειστά μάτια μο�
2293 ρμούρισε ο Αντώνης:
2294 - Μην το πείτε της θείας!
2295 Την ίδια ώρα μπήκε μέσα η θεία. Φορούσε κι εκείνη μια μεγάλη ποδιά άσπρη και είχε τα μανίκια της σηκωμένα.
2296 - Τι τρέχει; ρώτησε. Κανένας δε μίλησε.
2297 Πίσω από τη θεία μπήκε μέσα η Αφροδίτη με σφο�
2298 γγαρόπανα κι έναν κο�
2299 βά νερό.
2300 - Το παιδί είναι κακοδιάθετο, είπε, κι έκανε εμετό!
2301 Η θεία φαίνο�
2302 νταν ανήσ�
2303 χη. Είχε πλησιάσει τον καναπέ κι έπιασε το μέτωπο το�
2304 Αντώνη.
2305 - Είναι δροσερός, είπε, και είναι σαν ιδρωμένος! Τι έχεις, Αντώνη; Μην έφαγες τίποτα βύσσινα;
2306 - Όχι! Όχι, θεία! φώναξαν μαζί τα δ�
2307 ο κορίτσια, ούτε ήλθε μαζί μας να τα καθαρίσει! Μας φώναξε ο Αλέξανδρος εμάς τις δ�
2308 ο!
2309 - Μα πώς το�
2310 ήλθε; ρώτησε πάλι η θεία.
2311 Κανένα από τ' αδέλφια δε μίλησε. Κι ε�
2312 θύς είπε η Αφροδίτη:
2313 - Θα 'ναι η ζέστη!
2314 - Ναι, είπε η θεία, κάνει πολλή ζέστη σήμερα! Άνοιξε το παράθ�
2315 ρο, Αφροδίτη, να το�
2316 φ�
2317 σήξει...
2318 Και παίρνοντας ένα χάρτινο ριπίδι από το τραπέζι, άρχισε να φ�
2319 σά το�
2320 Αντώνη.
2321 - Αισθάνεσαι καλύτερα; ρώτησε.
2322 - Ναι, θεία, ε�
2323 χαριστώ, είμαι καλά, αποκρίθηκε ο Αντώνης.
2324 Μα ούτε άνοιγε τα μάτια το�
2325 ούτε σηκώνο�
2326 νταν. Και σαν είπε η θεία «Σ�
2327 νήλθε το χρώμα το�
2328 . Είναι καλύτερα. Πάμε τώρα, κορίτσια, να καθαρίσομε το βύσσινο», σηκώθηκαν οι δ�
2329 ο αδελφές χωρίς να τολμήσο�
2330 ν να κοιτάξο�
2331 ν καν το ναργιλέ.
2332 Η θεία όμως τον είδε. Τίποτα δεν ξέφε�
2333 γε από τη γοργή ματιά της.
2334 - Ποιος άγγιξε το ναργιλέ το�
2335 κ�
2336 ρίο�
2337 ; ρώτησε την Αφροδίτη.
2338 Η τραπεζιέρα πο�
2339 σφο�
2340 γγάριζε το πάτωμα γύρισε και, σηκώνοντας με απορία τα φρύδια, της είπε:
2341 - Κανένας, κ�
2342 ρία! Ποιος θα τον αγγίξει;
2343 - Α�
2344 τό ρωτώ κι εγώ! είπε η θεία. Ο κύριος είχε τ�
2345 λίξει το μαρκούτσι γύρω στο γ�
2346 αλί, πριν φύγει! Ποιος το ξετύλιξε και το έριξε χάμω; Η Αφροδίτη γύρισε πάλι να δει και είπε βιαστικά:
2347 - Θα ξετ�
2348 λίχθηκε μόνο το�
2349 το μαρκούτσι... ή θα το έριξα εγώ σαν ξεσκόνισα...
2350 Από τον καναπέ σηκώθηκε η φωνή το�
2351 Αντώνη.
2352 - Όχι, είπε, εγώ ξετύλιξα το σωλήνα! Τ' αδέλφια στάθηκαν παγωμένα.
2353 - Εσύ; έκανε παίρνοντας φωτιά η θεία. Ο Αντώνης ήταν πάλι κατάχλομος.
2354 - Ναι, είπε χωρίς ν' ανοίξει τα μάτια το�
2355 , εγώ έπιασα το ναργιλέ... κι έκανα φούσκες στο νερό...
2356 Σώπασε ο Αντώνης και κανένας δε μίλησε. Και στη μεγάλη σιωπή ακούστηκε μόνο το φο�
2357 ρκισμένο σφο�
2358 γγάρισμα της Αφροδίτης.
2359 Πλησίασε η θεία τον καναπέ και τα κορίτσια και ο Αλέξανδρος άρχισαν να τρέμο�
2360 ν. Πωπώ!... Τι θα γίνει τώρα;
2361 Μα η θεία, αντί να το�
2362 τις βρέξει, όπως το περίμεναν τ' αδέλφια, έσκ�
2363 ψε απάνω στον Αντώνη και, με το μαντίλι της, σκούπισε το καταϊδρωμένο πρόσωπο το�
2364 . - Δε σε τιμωρώ, το�
2365 είπε, γιατί τιμωρήθηκες μόνος σο�
2366 με τον εμετό πο�
2367 σο�
2368 έφερε το κάπνισμα το�
2369 ναργιλέ. Ελπίζω όμως α�
2370 τό να σο�
2371 γίνει μάθημα και άλλη φορά να �
2372 πακούεις όταν σο�
2373 λέγει ο θείος σο�
2374 να μην αγγίζεις πράματα πο�
2375 δε σο�
2376 ανήκο�
2377 ν... Σήκω τώρα να πας να πλ�
2378 θείς. Και μεις, κορίτσια, πάμε στο βύσσινο μας...
2379 - Ο�
2380 φ! έκανε η Αλεξάνδρα, όταν, μετά το μεσημέρι, στην κρεβατοκάμαρα το�
2381 ς τ' αδέλφια βρέθηκαν πάλι μόνα. Τι τρομάρα πήρα, Αντώνη, σαν πήγες και είπες της θείας πως κάπνισες το ναργιλέ το�
2382 θείο�
2383 !
2384 - Κι εγώ! είπε η Πο�
2385 λο�
2386 διά.
2387 Με τα χέρια στη ράχη πίσω, μαζεύοντας και ξεμαζεύοντας την άσπρη το�
2388 φο�
2389 στίτσα, ρώτησε ο Αλέξανδρος:
2390 - Γιατί το είπες της θείας, Αντώνη, αφού μας είπες εμάς να μην το πούμε;
2391 - Αφού ρώτησε, έκανε ο Αντώνης.
2392 - Μα η Αφροδίτη είχε πει πως από τη ζέστη έκανες εμετό. Και η θεία είπε ναι.
2393 Ο Αντώνης δε μίλησε.
2394 - Και η Αφροδίτη είπε πως δεν έπρεπε ποτέ να μιλήσεις, εξακολούθησε ο Αλέξανδρος, γιατί η θεία θα πίστε�
2395 ε ότι εκείνη έριξε κάτω το... πώς τον είπε η θεία το σωλήνα;
2396 - Μαρκούτσι, αποκρίθηκε η Αλεξάνδρα.
2397 - Ναι, το μαρκούτσι. Γιατί είπες εσύ όχι;
2398 - Αφού ήταν ψέματα! έκανε ο Αντώνης. η Αλεξάνδρα θαύμασε και επιδοκίμασε.
2399 - Έχει δίκαιο ο Αντώνης! είπε. Η Πο�
2400 λο�
2401 διά δάκρ�
2402 σε.
2403 - Και πάντα λέγει την αλήθεια ο Αντώνης! είπε με καμάρι. Μα εγώ φοβήθηκα! Πωπώ, πώς φοβήθηκα!
2404 - Κι εγώ! είπε η Αλεξάνδρα. Και σαν ηχώ είπε ο Αλέξανδρος:
2405 - Κι εγώ!
2406 Μα όλη α�
2407 τή η κο�
2408 βέντα δεν ικανοποίησε τον Αλέξανδρο πο�
2409 σ�
2410 λλογισμένος εξακολο�
2411 θούσε να μαζεύει και ξεμαζεύει τη φο�
2412 στίτσα το�
2413 στα χέρια το�
2414 .
2415 - Αντώνη, ρώτησε πάλι, γιατί δεν είπες αμέσως όχι, όταν είπε η θεία και η Αφροδίτη πως η ζέστη σε πείραξε;
2416 - Και πού να ξέρω εγώ πως ο ναργιλές με πείραξε; αναφώνησε ο Αντώνης. Εγώ δεν είδα ποτέ το θείο να κάνει εμετό σαν καπνίζει.
2417 - Αλήθεια! επικύρωσε η Αλεξάνδρα. Πού να το ξέρεις; Και όλοι θαύμασαν πάλι.
2418 Μα οι απορίες το�
2419 Αλέξανδρο�
2420 πάλι δεν ησύχασαν.
2421 - Γιατί λοιπόν δεν είπε την αλήθεια η Αφροδίτη; Εκείνη είπε πως είχε δει το ναργιλέ και κατάλαβε αμέσως, μα δεν πρόφθασε, λέει, να ξανατ�
2422 λίξει το... Πώς το λένε, Αλεξάνδρα;
2423 - Το μαρκούτσι.
2424 - Ναι! Γιατί λοιπόν είπε πως σε πείραξε η ζέστη; Η Πο�
2425 λο�
2426 διά είχε πάλι δακρ�
2427 σμένα τα μάτια.
2428 - Η Αφροδίτη είναι πολύ καλή, είπε, και δε θέλει ποτέ να μας μαλώνει η θεία!
2429 - Αλήθεια! είπε η Αλεξάνδρα. Και όλα τ' αδέλφια σ�
2430 μφώνησαν. Και είπε ο Αντώνης �
2431 περήφανα:
2432 - Εγώ την αγαπώ πολύ την Αφροδίτη! Σα μεγαλώσω, θα την πάρω για νταντά των παιδιών μο�
2433 !
2434 Και τότε κόντεψαν να μαλώσο�
2435 ν τ' αδέλφια.
2436 - Εγώ θα την πάρω, είπε η Αλεξάνδρα, γιατί είμαι πιο μεγάλη!
2437 - Όχι, εγώ! είπε η Πο�
2438 λο�
2439 διά. Γιατί ένα βράδ�
2440 , πο�
2441 ήταν πάλι άρρωστη η μις Ράις και πο�
2442 εκείνη μο�
2443 τύλιξε τα μαλλιά μο�
2444 στα χαρτιά και δε με πόνεσε καθόλο�
2445 , μο�
2446 είπε: «Θα σο�
2447 τα τ�
2448 λίγω πάντα εγώ!»
2449 - Κι εμένα μο�
2450 το είπε! αναφώνησε η Αλεξάνδρα. Το ίδιο βράδ�
2451 !
2452 - Μα εγώ είμαι αγόρι! είπε ο Αντώνης. Και περνώ πρώτος!
2453 - Κι εγώ είμαι αγόρι! φώναξε ο Αλέξανδρος.
2454 Οι φωνές ολοένα ανέβαιναν, αγρίε�
2455 αν, η ατμόσφαιρα γέμιζε μπαρούτι. Τρεχάτη ανέβηκε η Αφροδίτη.
2456 - Θα ξ�
2457 πνήσετε το θείο σας, κακά παιδιά! το�
2458 ς είπε με θ�
2459 μωμένα ψιθ�
2460 ρίσματα. Τι μαλώνετε, αντί να κοιμάστε;
2461 Επίσης ψιθ�
2462 ριστά, όλα μαζί τ' αδέλφια, της είπαν την αιτία το�
2463 καβγά. Και τη ρώτησε το καθένα:
2464 - Δεν είναι αλήθεια, πες, πως θα 'ρθεις με τα δικά μο�
2465 τα παιδιά;
2466 Γέλασε η Αφροδίτη και είπε:
2467 - Θα πάγω μ' εκείνον από σας πο�
2468 θα παντρε�
2469 τεί πρώτος! Α�
2470 τή η λύση το�
2471 ς άρεσε ολωνών και καθάρισε πάλι την ατμόσφαιρα, ως την ώρα πο�
2472 κατέβηκαν στην α�
2473 λή μ' ένα κομμάτι ψωμοτύρι στο χέρι.
2474 Θα 'ρθει σήμερα η Αλίς! είπε η Αλεξάνδρα έξαφνα.
2475 - Αλήθεια! μο�
2476 ρμούρισε η Πο�
2477 λο�
2478 διά. Και... αμέ αν είναι Εβραία;
2479 - Πφφφ!... έκανε ο Αντώνης. Ο Γιάννης λέγει πως α�
2480 τά είναι ανοησίες.
2481 Και χώνοντας το ψωμοτύρι το�
2482 στην τσέπη, σκαρφάλωσε στη γαζία, το παρατηρητήρι το�
2483 .
2484 Στην πλαγινή α�
2485 λή δεν ήταν παρά η Αλίς με τον Αλέκο. Είχαν ακούσει το τρίξιμο της γαζίας, είχαν δει τα κλαδιά να γέρνο�
2486 ν από το βάρος το�
2487 Αντώνη και περίμεναν με σηκωμένο το κεφάλι κι ένα φαρδύ χαμόγελο στο στόμα.
2488 - Να έλθομε; ρώτησε η Αλίς.
2489 - Ναι, σας περιμένομε! αποκρίθηκε ο Αντώνης.
2490 - Στάσο�
2491 , Αντώνη... ψιθύρισε η Αλεξάνδρα πιάνοντας, για να �
2492 ψωθεί, το τεντωμένο σκοινί της απλώτρας.
2493 Μ' αψηφώντας την αδελφή το�
2494 , ρώτησε ο Αντώνης:
2495 - Πού είναι ο Μαξ;
2496 - Έξω, αποκρίθηκε η Αλίς δείχνοντας αόριστα κάπο�
2497 με το χέρι. Μα θα έλθει σε λίγο. Αν μας θέλετε εμάς, ερχόμαστε!
2498 Τα κορίτσια, πο�
2499 δεν πρόφθασαν ν' αποφασίσο�
2500 ν ποιος είχε δίκαιο, από τον Γιάννη ή τον Στάμο, έμειναν μο�
2501 διασμένα σαν μπήκε η Αλίς, η Αλεξάνδρα στο σκοινί της, η Πο�
2502 λο�
2503 διά καθισμένη σε μιαν άδεια κάσα και παίζοντας ταμπούρλο με τα τακούνια της.
2504 - Καλημέρα, είπε η Αλίς.
2505 - Καλημέρα, αποκρίθηκαν οι αδελφές.
2506 - Καλημέρα, είπε και ο Αλέξανδρος, πο�
2507 στην αμφιβολία το�
2508 είχε βάλει το δάχτ�
2509 λο στο στόμα και κοίταζε μια τις αδελφές το�
2510 και μια τον Αντώνη πο�
2511 κατέβαινε από κλαδί σε κλαδί. Και κανένας δεν κούνησε.
2512 Η Αλίς, πο�
2513 περίμενε πιο θερμή �
2514 ποδοχή, κοντοστάθηκε. Ο Αλέκος επίσης. Τα πράματα θα δ�
2515 σκολεύο�
2516 νταν πολύ, αν εκείνη την ώρα δεν τσάκιζε το τελε�
2517 ταίο κλαδί της γαζίας, παίρνοντας κάτω τον Αντώνη πιο γρήγορα απ' ό,τι το λογάριαζε κείνος.
2518 Γενικό γέλιο ξέσπασε και όλοι έτρεξαν να τον σηκώσο�
2519 ν. Το κλαδί ήταν χαμηλό, ο Αντώνης παλικάρι, δεν είχε, λέει, χτ�
2520 πήσει, και η κατρακύλα το�
2521 πήρε μαζί της τη στενοχώρια της πρώτης στιγμής, πο�
2522 έλιωσε μες στα γέλια.
2523 - Να σ' έβλεπε ο μπαμπούλας!... είπε ξεκαρδισμένη η Αλίς.
2524 - Πάει ο μπαμπούλας! αποκρίθηκε ο Αντώνης.
2525 - Ξέρεις, Αλίς; Έφ�
2526 γε ο μπαμπούλας! πρόσθεσε ο Αλέξανδρος.
2527 Η Αλίς το�
2528 γύρισε το χαρούμενο πρόσωπο της.
2529 - Το ξέρω, είπε. Ο Μαξ κι εγώ την είδαμε.
2530 - Κι εγώ την είδα, πρόσθεσε ο Αλέκος.
2531 Τ' αδέλφια σάστισαν. Περίεργα μαζεύθηκαν όλα γύρω στην Αλίς.
2532 - Πού την είδατε;
2533 - Την ώρα πο�
2534 έφε�
2535 γε. Χθες βράδ�
2536 .
2537 - Ήταν άσχημηηη!!! Και ήταν η μύτη της κόκκινηηη!!! Πφούι! έκανε ο Αλέκος.
2538 - Πώς την είδατε; Πού; Πότε έφ�
2539 γε; ρώτησαν όλα μαζί τα τέσσερα αδέλφια.
2540 - Έξω, στο δρόμο. Έφ�
2541 γε με το αμάξι, τη νύχτα, είπε η Αλίς πολύ �
2542 περήφανη πως είχε τόσα να διηγηθεί. Εμείς το ξέραμε πως θα φύγει. Η μαμά το είπε ε�
2543 θύς. Η μαμά είπε: «Δεν μπορούν πια να την κρατήσο�
2544 ν, μιας και το μήν�
2545 σε η βασίλισσα...»
2546 - Τι μήν�
2547 σε η βασίλισσα; ρώτησαν τα δ�
2548 ο κορίτσια με κομμένη από τη σ�
2549 γκίνηση αναπνοή.
2550 - Μπα! Δεν το ξέρετε; Βέβαια! Το μήν�
2551 σε η βασίλισσα! Την ώρα πο�
2552 γ�
2553 ρίσατε χθες, δεν κάθο�
2554 νταν η βασίλισσα με τη Ρωσίδα κ�
2555 ρία της Τιμής και με το βασιλέα και με το�
2556 ς αξιωματικούς απέξω από την α�
2557 λή το�
2558 ς;
2559 - Ναι! Το�
2560 ς είδαμε! είπε η Αλεξάνδρα.
2561 - Λοιπόν σας είδαν κι εκείνοι! Και μήν�
2562 σε η βασίλισσα της θείας σας πως ήταν ο μπαμπούλας μεθ�
2563 σμένος!
2564 - Τι ήταν; ρώτησε η Πο�
2565 λο�
2566 διά.
2567 - Μεθ�
2568 σμένη, στο�
2569 πί! είπε ο Αλέκος.
2570 - Και πώς το ήξερε η βασίλισσα; έκανε σαστισμένος ο Αντώνης.
2571 - Ε, καλά, δε φαίνο�
2572 νταν; Η φούστα της ήταν ξεκούμπωτη, το καπέλο της στραβό... Σαν καρνάβαλος ήταν! είπε η Αλίς.
2573 Ναι, τη θ�
2574 μήθηκαν τ' αδέλφια, και πώς σκόνταφτε και πώς ξέχασε πίσω τον Αλέξανδρο και πώς μια από δω πήγαινε και μια από κει, σα μαούνα άδεια πο�
2575 την κ�
2576 λούν τα κύματα.
2577 - Κι έκανε την άρρωστη, εξακολούθησε η Αλίς, και η θεία σας τρόμαξε κι έφερε το γιατρό, γιατί νόμιζε πως είχε παραμιλητά, και ύστερα στάθηκαν στην πόρτα και την κοίταζε ο γιατρός και την είδε πο�
2578 έβγαζε μια μποτίλια από κάτω από το μαξιλάρι της κι έπινε. Και ύστερα ήλθε το μήν�
2579 μα της βασίλισσας και είπε η θεία σας: «Α�
2580 τή δεν μπορεί πια να μείνει, α�
2581 τή θα φύγει αμέσως!» Και της έδωσε ο γιατρός... δεν ξέρω τι γιατρικό, πο�
2582 την ξεμέθ�
2583 σε, και την κατέβασαν κι εκείνη και το σεντούκι της και την έβαλαν σ' ένα αμάξι και δρόμο!
2584 Άκο�
2585 αν τ' αδέλφια σαστισμένα.
2586 - Μα πώς τα ξέρεις όλα α�
2587 τά; ρώτησε ο Αντώνης.
2588 - Μας τα είπε η μαγείρισσα μας, πο�
2589 της τα είπε η δική σας. Και τ' άκο�
2590 σε η μαμά και βγήκε στη βεράντα να δει. Είχε παύσει η βροχή και κατεβήκαμε στο δρόμο με τον Μαξ και την είδαμε πο�
2591 έφε�
2592 γε. Ήταν πολύ θ�
2593 μωμένη, αληθινός μπαμπούλας! Κι έλεγε άσχημα λόγια, και είπε πως οι Έλληνες είναι πρόστ�
2594 χοι. Εγώ δεν καταλάβαινα. Μα ο θείος σας θύμωσε και τη μάλωσε. Κι εκείνος το είπε το�
2595 πατέρα.
2596 Τ' αδέλφια κοίταζαν την Αλίς με ακράτητο θα�
2597 μασμό! Τέτοιο γλέντι να γίνει στο σπίτι το�
2598 ς και να μην το ξέρο�
2599 ν!
2600 - Κρίμα! είπε πικρά ο Αντώνης. Εγώ ήθελα να τη δω σαν έφε�
2601 γε!
2602 - Εσείς πότε το μάθατε; ρώτησε ο Αλέκος.
2603 - Σήμερα το πρωί μόνο.
2604 - Και δεν απορήσατε πώς να φύγει έτσι ξαφνικά ο μπαμπούλας; ρώτησε η Αλίς.
2605 Και βέβαια τ' αδέλφια είχαν απορήσει.
2606 - Και δε ρωτήσατε κανένα; Και βέβαια είχαν ρωτήσει.
2607 - Και τι σας είπε η θεία σας;
2608 Τ' αδέλφια ομολόγησαν πως δε ρώτησαν τη θεία.
2609 - Ποιος ρωτά ποτέ τη θεία; έκανε σκανδαλισμένος ο Αλέξανδρος.
2610 - Αμέ ποιον ρωτήσατε;
2611 - Την Αφροδίτη.
2612 - Και τι σας είπε η Αφροδίτη;
2613 - Πως ούτε είδε ούτε ήξερε πότε έφ�
2614 γε η μις Ράις.
2615 - Αχούχα! έκανε ο Αλέκος. Η Αφροδίτη είπε ψέματα!
2616 Τ' αδέλφια κοντοστάθηκαν. Η κατηγορία ήταν μεγάλη, η λέξη βαριά. Ψέματα στο σπίτι κανένας δεν έλεγε. Μπορούσε να είχε λάθος η Αφροδίτη· μπορούσε να λέγει κοροφέξαλα η κερα-Ρήνη. Μπορεί να μην κατάλαβαν και οι δ�
2617 ο... Μα να πει ψέματα η Αφροδίτη!...
2618 Πειραγμένη είπε η Αλεξάνδρα:
2619 - Η Αφροδίτη δε λέγει ψέματα!
2620 - Πώς δε λέγει; διέκοψε ο Αλέκος. Αφού ήταν στο δρόμο και βοήθησε τον αμαξά ν' ανεβάσει το σεντούκι το�
2621 μπαμπούλα κοντά το�
2622 ... Και μάλιστα στραμπούλησε το χέρι της!
2623 Α�
2624 τή η τελε�
2625 ταία κατηγορία έπεσε σαν μπαλτάς στο κεφάλι των τεσσάρων αδελφιών, πο�
2626 στάθηκαν άφωνα. Μια στιγμή δε μίλησε κανένας. Ύστερα, ντροπαλά, είπε η Πο�
2627 λο�
2628 διά:
2629 - Η Αφροδίτη είναι πολύ καλή... και μας αγαπά πολύ... και θα νόμιζε πως θα λ�
2630 πηθούμε πο�
2631 έφ�
2632 γε η μις Ράις...
2633 - Αχούχα! έκανε πάλι ο Αλέκος, σκασμένος στα γέλια. Να λ�
2634 πηθείτε πως έφ�
2635 γε ο μπαμπούλας;
2636 - Ναι! είπε η Πο�
2637 λο�
2638 διά, αγανακτισμένη για την απιστία το�
2639 Αλέκο�
2640 . Εγώ μια φορά έκλαψα, σαν έφ�
2641 γε η μις Μέι. Και το είπα μια μέρα της Αφροδίτης.
2642 - Ποια είναι η μις Μέι;
2643 - Μια άλλη δασκάλισσα πο�
2644 είχαμε.
2645 - Σας έδερνε και α�
2646 τή;
2647 - Όχι, ομολόγησε η Πο�
2648 λο�
2649 διά.
2650 - Τούτη όμως σας έδερνε. Λοιπόν; είπε ο Αλέκος.
2651 Και τα τέσσερα αδέλφια δε βρήκαν απάντηση. Και κοκορεύθηκε ο Αλέκος με την επιτ�
2652 χία το�
2653 και είπε:
2654 - Γίνεται μια τέτοια φασαρία στο σπίτι σας και σεις ούτε παίρνετε χαμπάρι! Ούτε ρωτάτε τίποτα! Και χάβετε ό,τι κολοκύθια σας πο�
2655 ν!
2656 Ο Αντώνης άρχισε να θ�
2657 μώνει. Απ' όλη α�
2658 τή την ιστορία έβγαινε μειωμένος και α�
2659 τός και τ' αδέλφια το�
2660 και όλο το σπιτικό. Α�
2661 τός και τ' αδέλφια το�
2662 περνούσαν για μπούφοι, εκεί πο�
2663 η Αλίς και ο Αλέκος όλα τα ήξεραν και όλα τα είχαν δει. Αισθάνθηκε την ανάγκη να ξανασηκώσει το γόητρο το�
2664 σπιτιού το�
2665 .
2666 - Και πρώτον, είπε με στόμφο, η θεία δεν επιτρέπει κο�
2667 σκο�
2668 σο�
2669 ριές στο σπίτι, ούτε στην �
2670 πηρεσία ούτε σε μας! Και θα είπε της Αφροδίτης να μην πει τίποτα για ό,τι έγινε...
2671 - Πο�
2672 φ! διέκοψε ο Αλέκος. Και πώς το μάθαμε μεις; Από την Αφροδίτη και την κερα-Ρήνη σας!
2673 Το πράμα ήταν ασ�
2674 ζήτητο. Μ' όλο το�
2675 το θ�
2676 μό, ο Αντώνης δε βρήκε απάντηση. Και είπε γλ�
2677 κά η Αλίς:
2678 - Καλά, αν δεν έπρεπε να μιλήσει η Αφροδίτη, καλά κάνατε να μην τη ρωτήσετε. Μα τη θεία σας; Γιατί δε ρωτήσατε τη θεία σας;
2679 Αποκρίθηκε η Αλεξάνδρα:
2680 - Εμείς δε ρωτούμε τίποτα τη θεία μας!
2681 Ο Αντώνης θύμωσε με την Αλεξάνδρα, γιατί α�
2682 τά τα κορίτσια έχο�
2683 ν μανία να τα διηγούνται όλα στη γειτονιά. Μα δεν είπε τίποτα κι έσφιξε με λύσσα τα δόντια το�
2684 .
2685 - Μπα; Γιατί; Εμείς όλα τα ρωτούμε της μαμάς και το�
2686 πατέρα και δε φοβούμαστε κανένα, και είμαστε ελεύθεροι και ό,τι θέλομε λέμε και σ' όλο�
2687 ς τα λέμε...
2688 Α�
2689 τή τη φορά έσκασε ο Αντώνης.
2690 - Μα, εσείς, φώναξε έξω φρενών, σηκώνοντας απειλητικά τη γροθιά το�
2691 ; εσείς όλα τα κακά τα κάνετε! Εσείς στα�
2692 ρώσατε το Χριστό!
2693 Σα να 'πεσε κερα�
2694 νός στην α�
2695 λή. Μετά τον πάταγο απλώθηκε σιωπή. Κανένας δε μίλησε. Η Αλίς, τρομαγμένη, κοίταζε τ' αδέλφια, ο Αλέκος έμεινε με το στόμα ανοιχτό, ο Αλέξανδρος φοβήθηκε και για προστασία, έπιασε το χέρι της Πο�
2696 λο�
2697 διάς, και τα δ�
2698 ο κορίτσια έσκ�
2699 ψαν το κεφάλι σα να περίμεναν μεγάλο κακό. Κι εκεί ακούστηκε ήσ�
2700 χη η φωνή της θείας:
2701 - Αντώνη! Έλα πάνω πο�
2702 σε θέλω!
2703 Και πάλι κανένας δε μίλησε. Όλα τα μάτια γύρισαν προς τον Αντώνη πο�
2704 στέκονταν σα μο�
2705 διασμένος. Την ίδια στιγμή η πόρτα της α�
2706 λής άνοιξε και μπήκε μέσα ο Μαξ. Σα να ξύπνησε ξαφνικά, η Αλίς ξέσπασε στα κλάματα, όρμησε προς την εξώπορτα, έσπρωξε πίσω τον Μαξ και βγήκε μαζί το�
2707 , παρασέρνοντας στην ορμή της και τον Αλέκο, πο�
2708 , βγαίνοντας, ξανάκλεισε την πόρτα. Κοίταξε ο Αντώνης την πόρτα, ύστερα κοίταξε μια μια τις αδελφές το�
2709 . Και σηκώνοντας το κεφάλι, μπήκε στο σπίτι. Τα κορίτσια έμειναν παραζαλισμένα, η Αλεξάνδρα ακίνητη σαν τη γ�
2710 ναίκα το�
2711 Λώτ, η Πο�
2712 λο�
2713 διά κρατώντας ακόμα το χέρι το�
2714 Αλέξανδρο�
2715 . Κι άξαφνα, στην πλαγινή α�
2716 λή, ακούστηκαν κλάματα και μια γ�
2717 ναικεία φωνή πο�
2718 σιγά παρηγορούσε.
2719 - Η Αλίς κλαίει! είπε η Πο�
2720 λο�
2721 διά. Και τα λέγει τώρα στη μαμά της...
2722 - Και ο Αντώνης; ρώτησε χαμηλόφωνα ο Αλέξανδρος.
2723 - Θα τις φάγει! είπε η Αλεξάνδρα ξαναβρίσκοντας τη φωνή της. Πάμε να τον παρηγορήσομε!
2724 Βρήκαν τον Αντώνη καθισμένο στη βεράντα, ακο�
2725 μπισμένο στην κο�
2726 παστή, το πρόσωπο κρ�
2727 μμένο στα διπλωμένα το�
2728 μπράτσα. Τρόμαξαν τ' αδέλφια. Ποτέ δεν τον είχαν δει έτσι.
2729 - Κλαις, Αντώνη; ρώτησε η Αλεξάνδρα χαμηλόφωνα, βάζοντας το χέρι της σιγά στον ώμο το�
2730 .
2731 Χωρίς να γ�
2732 ρίσει, το έσπρωξε κείνος πίσω ακατάδεχτα.
2733 Τον ήξεραν τον Αντώνη τ' αδέλφια το�
2734 , πως, όσο πιο λ�
2735 πημένος ήταν, τόσο πιο ακατάδεχτος γίνο�
2736 νταν και τόσο πιο δεν ήθελε παρηγοριές και σ�
2737 μπάθειες. Και στάθηκαν πλάγι το�
2738 αποσβολωμένα και σιωπηλά, λ�
2739 πημένα όσο κι εκείνος. Κι ενώ στέκο�
2740 νταν και τα τρία πίσω το�
2741 , χωρίς μιλιά και μαραμένα, βγήκε ο θείος στη βεράντα. Το θείο Ζωρζή δεν το φοβούνταν τ' αδέλφια. Τον ήξεραν γλ�
2742 κό και �
2743 πομονετικό, πάντα έτοιμο να σ�
2744 γχωρήσει, να γελάσει και να χαϊδέψει. Στέναξαν από ανακούφιση και τα τρία σαν τον είδαν, ξέροντας πως η παρηγοριά τώρα ήταν κοντά.
2745 Πέρασε ο θείος χαϊδε�
2746 τικά το χέρι το�
2747 στο κεφάλι το�
2748 Αλέξανδρο�
2749 , χαμογέλασε στα δ�
2750 ο κορίτσια και, καθίζοντας σε μια καρέγλα, τράβηξε τον Αντώνη στην αγκαλιά το�
2751 . Έκανε ο Αντώνης ν' αντισταθεί. Μα ήταν ο θείος πιο δ�
2752 νατός. Και βλέποντας πως δεν μπορεί να το�
2753 ξεφύγει, σκέπασε ο Αντώνης το πρόσωπο το�
2754 με τα χέρια το�
2755 κι έμεινε όρθιος ανάμεσα στα γόνατα το�
2756 θείο�
2757 .
2758 - Έλα, πες μο�
2759 τώρα τι έκανες, το�
2760 είπε κείνος με καλοσύνη, και γιατί πάλι θύμωσες τη θεία σο�
2761 και την ανάγκασες να σε δείρει, κοτζάμ αγόρι οκτώ χρονών, ε;
2762 Ο Αντώνης δεν αποκρίθηκε. Και μπροστά το�
2763 τα τρία αδέλφια περίμεναν, σ�
2764 γκινημένα, τα καλά λόγια το�
2765 θείο�
2766 πο�
2767 θα γιάτρε�
2768 αν τη λύπη το�
2769 Αντώνη. Μα ο θείος δε βιάζο�
2770 νταν να μιλήσει. Σκέπτο�
2771 νταν και κοίταζε το γ�
2772 ρτό κεφάλι το�
2773 ανιψιού το�
2774 . Και είπε αργά ο θείος:
2775 - Έκανες, ξέρεις, Αντώνη, μιαν άσχημη πράξη, όταν μες στο σπίτι σο�
2776 πρόσβαλες μο�
2777 σαφίρη! Κι έκανες μιαν ακόμα πιο κακή πράξη, όταν πείραξες το μο�
2778 σαφίρη α�
2779 τόν στη θρησκεία το�
2780 , δηλαδή σε ό,τι έχει πιο ιερό! Γιατί το έκανες;
2781 Ο Αντώνης δε μίλησε. Δειλά ακούμπησε η Πο�
2782 λο�
2783 διά το χέρι της στο γόνατο το�
2784 θείο�
2785 και ρώτησε:
2786 - Μα, θείε, οι Εβραίοι έχο�
2787 ν θρησκεία;
2788 - Βέβαια έχο�
2789 ν! αποκρίθηκε ο θείος.
2790 - Μ' αφού σταύρωσαν το Χριστό;
2791 - Και ο Χριστός ήταν Εβραίος, είπε πάλι ο θείος.
2792 Ένα «ω!!!» γενικό το�
2793 αποκρίθηκε. Και από τη σάστισή το�
2794 , ο Αντώνης κατέβασε τα χέρια το�
2795 . Σ�
2796 λλογίστηκε μια στιγμή ο θείος και ύστερα είπε: - Είναι πολλά, πολλά χρόνια, σχεδόν δ�
2797 ο χιλιάδες χρόνια, πο�
2798 μερικοί κακοί Εβραίοι, «Γραμματείς και Φαρισαίοι �
2799 ποκριταί», όπως λέγει το Ε�
2800 αγγέλιο, και αρχιερείς μέσα σ' α�
2801 τούς, τον σταύρωσαν το Χριστό, γιατί τον μισούσαν και τον φθονούσαν πο�
2802 ήταν τόσο καλός και πονόψ�
2803 χος και πο�
2804 τον αγαπούσε όλος ο κόσμος, γιατί κι εκείνος αγαπούσε όλο τον κόσμο και σ�
2805 γχωρούσε το�
2806 ς αμαρτωλούς και παρηγορούσε το�
2807 ς λ�
2808 πημένο�
2809 ς και γιάτρε�
2810 ε όλο�
2811 ς το�
2812 ς πονεμένο�
2813 ς και σκορπούσε χαρά όπο�
2814 περνούσε. Και τον ζούλεψαν και τον μίσησαν και τον σκότωσαν. Μα όλοι α�
2815 τοί πο�
2816 τον αγαπούσαν και τον ακολο�
2817 θούσαν και τον λάτρε�
2818 αν, μήπως και α�
2819 τοί δεν ήταν Εβραίοι;
2820 - Αλήθεια, θείε; αναφώνησε η Αλεξάνδρα.
2821 - Αλήθεια, βέβαια! αποκρίθηκε γελαστά ο θείος. Και απ' α�
2822 τούς το�
2823 ς καλούς Εβραίο�
2824 ς, άλλοι έγιναν χριστιανοί και άλλοι έμειναν Εβραίοι, ίσως γιατί δεν το�
2825 ς εξήγησαν καλά τι ήταν ο Χριστός, ίσως γιατί δεν ήθελαν ν' αφήσο�
2826 ν την παλιά το�
2827 ς θρησκεία. Και α�
2828 τωνών τα παιδιά και τα εγγόνια και οι απόγονοι έμειναν καλοί Εβραίοι και λατρεύο�
2829 ν και α�
2830 τοί το Θεό σαν κι εμάς, μόνο πο�
2831 το Χριστό, αντί για Θεό, πο�
2832 τον λατρεύομε μεις, τον έχο�
2833 ν' α�
2834 τοί για προφήτη. Και μερικοί απ' α�
2835 τούς, σα λ.χ. τον κύριο Χορν, είναι τόσο καλοί, πο�
2836 μακάρι να ήταν σαν κι α�
2837 τούς όλοι οι Χριστιανοί!
2838 Από τη σαστισμάδα της η Αλεξάνδρα διέκοψε το θείο:
2839 - Μα, θείε, δεν μπορούν να είναι οι Εβραίοι καλοί, αφού, σα δο�
2840 ν στα�
2841 ρό, πέφτο�
2842 ν ξεροί!
2843 - Τι κάνο�
2844 ν, λέει;
2845 - Πέφτο�
2846 ν ξεροί! Ναι, θείε, μας το είπε ο Στάμος!
2847 - Κι έπεσε σήμερα η Αλίς Χορν ξερή; ρώτησε ο θείος.
2848 Και με το δάχτ�
2849 λο έδειξε το στα�
2850 ρό της Αλεξάνδρας, και ύστερα το στα�
2851 ρό της Πο�
2852 λο�
2853 διάς, και ύστερα και το�
2854 Αλέξανδρο�
2855 , πο�
2856 και οι τρεις κρέμο�
2857 νταν στο αλ�
2858 σιδάκι το�
2859 ς, από πάνω από τα φορέματα των παιδιών. Τ' αδέλφια κοιτάχθηκαν σαστισμένα. Το�
2860 ς είχαν ξεχάσει το�
2861 ς στα�
2862 ρούς το�
2863 ς, δεν είχαν παρατηρήσει πως ήταν έξω και δεν είχαν σκεφθεί να το�
2864 ς κρύψο�
2865 ν, σαν ήλθε η Αλίς στην α�
2866 λή το�
2867 ς. Και είπε ο Αντώνης, μιλώντας πρώτη φορά:
2868 - Καλά είπε ο Γιάννης πως είναι ανοησίες...
2869 Η φωνή το�
2870 Αντώνη σκόρπισε τα τελε�
2871 ταία σύννεφα. Τ' αδέλφια το�
2872 πέταξαν φωνές και γέλια, από τη χαρά πο�
2873 ξαναμίλησε ο Αντώνης, και ο θείος τούς πρότεινε έναν περίπατο. Μαζί, χωρίς καπέλα, κατέβηκαν στο Πασαλιμάνι και μαζί ξανανέβηκαν πάλι τον ανήφορο και ακολούθησαν το δρόμο πο�
2874 γ�
2875 ρνά στο λόφο και πήγαν σ' ένα καφενεδάκι και ο θείος τούς τρατάρησε όλο�
2876 ς από ένα μαστιχάτο λο�
2877 κούμι.
2878 - Και αύριο, Κ�
2879 ριακή, θα μηνύσομε της Αλίς να έλθει να παίξει μαζί σας, για να ξεχάσει κι εκείνη την άσχημη σημερινή εντύπωση, είπε ο θείος κοιτάζοντας ένα ένα τα τέσσερα ανίψια το�
2880 από μέσα από τα ρ�
2881 τιδωμένα μάτια το�
2882 , πο�
2883 τα στένε�
2884 ε όλο και περισσότερο το πλατύ χαμόγελο το�
2885 .
2886 - Αντώνη, Τρελαντώνη, έλα μέσα, μην πάγω στην κ�
2887 ρία! φώναξε η Αφροδίτη από μέσα από την κρεβατοκάμαρα.
2888 - Φ�
2889 σάει μπάτης, αποκρίθηκε ο Αντώνης από το μπαλκόνι όπο�
2890 , με το ν�
2891 χτικό το�
2892 ακόμα, σήκωνε στον αέρα ένα σαλιωμένο δάχτ�
2893 λο, για να δει από πού το�
2894 το κρύωνε ο άνεμος.
2895 Μελαγχολικά μπήκε μέσα.
2896 - Θα πάμε στην εκκλησία, είπε.
2897 - Ναι; Το 'πε η θεία; ρώτησε ξαφνισμένη η Αλεξάνδρα.
2898 - Όχι! Μα παρατήρησα πως κάθε φορά πο�
2899 την Κ�
2900 ριακή φ�
2901 σάει μπάτης, η θεία μάς παίρνει στην εκκλησία.
2902 Γρινιάρικα, από το κρεβάτι της όπο�
2903 κάθο�
2904 νταν με τα παπο�
2905 τσωμένα της πόδια κρεμαστά και τα μαλλιά της ακόμα στα χαρτιά, πο�
2906 της τα τύλιξε η Αφροδίτη αποβραδίς, για να είναι κατσαρά την Κ�
2907 ριακή, κατσο�
2908 φιασμένη είπε η Πο�
2909 λο�
2910 διά:
2911 - Εγώ ξέρω πως σα βάλει η θεία το μενεξελί της μεταξωτό φόρεμα, βρέχει. Όχι σα φ�
2912 σάει μπάτης...
2913 - Ποιος σο�
2914 είπε πως θα βρέξει; διέκοψε ο Αντώνης. Είπα πως θα πάμε στην εκκλησία. Σα να μη φθάνει πο�
2915 δε βο�
2916 τούμε στη θάλασσα την Κ�
2917 ριακή! Κι εγώ σήμερα ήθελα να παίξω πόλεμο με το�
2918 ς στρατιώτες μο�
2919 . Ο�
2920 φ! μπελάς!
2921 Η Αφροδίτη, πο�
2922 αποκούμπωνε το�
2923 Αλέξανδρο�
2924 τ' άσπρα στιβαλάκια, τον αγριοκοίταξε.
2925 - Δεν ντρέπεσαι, Αντώνη, να λες μπελά την εκκλησία! το�
2926 είπε α�
2927 στηρά.
2928 Ο Αντώνης κοντοστάθηκε και, αλήθεια, ντράπηκε και κοκκίνισε.
2929 - Μα ναι, είπε ξαναβρίσκοντας την τόλμη το�
2930 μαζί με την απάντηση, εδώ δε μ' αρέσει η εκκλησία! Στην Αλεξάνδρεια πηγαίναμε στον Άγιο Σάββα, στεκόμασταν στο στασίδι της μαμάς, και λειτο�
2931 ργούσε ο Πατριάρχης και είχαμε και το εγκόλπιο μας και τα έλεγε σιγά ο Πατριάρχης κι εμείς τα διαβάζαμε στο εγκόλπιο και ξέραμε πότε θα πο�
2932 ν το Ε�
2933 αγγέλιο και πότε θα βγο�
2934 ν τ' Άγια. Εδώ... Πρώτον εδώ είναι πάντα γεμάτη η εκκλησία και μας σπρώχνο�
2935 ν απ' όλες τις μεριές...
2936 - Εδώ έχετε της θείας σας της Αργίνης το στασίδι, διέκοψε η Αφροδίτη.
2937 - Μπα! Σαν μπει μέσα η θεία Μαριέτα, το πιάνει όλο, είναι τόσο παχιά! είπε ο Αντώνης. Εμείς στεκόμαστε εμπρός της, στην αράδα. Και κάνει μια ζέστη! Και δεν έχομε εγκόλπια... τα ξεχάσαμε στην Αλεξάνδρεια. Και τα λέγει γρήγορα και μες στη μύτη το�
2938 ο παπα- Δημήτρης και δεν καταλαβαίνω τίποτα, και βαριούμαι και δεν περνά η ώρα. Και όλο λέγει ο παπα-Δημήτρης «Κύριω-ω ελώ-ω-ωησον! Κύριω-ω ελώ-ω-ωησον»!
2939 - Κανένας δε λέγει ποτέ Κύριω ελώησον, διαμαρτ�
2940 ρήθηκε η Αφροδίτη.
2941 - Ναι, το λέγει ο παπα-Δημήτρης, βεβαίωσε φωναχτά, από πίσω από τον μπερντέ όπο�
2942 λούζο�
2943 νταν σ' ένα στρογγ�
2944 λό μπανάκι η Αλεξάνδρα, πο�
2945 πάντα �
2946 ποστήριξε τον Αντώνη. Κι εγώ το άκο�
2947 σα. Και σ�
2948 δεν τ' άκο�
2949 σες, Πο�
2950 λο�
2951 διά;
2952 Μα η Πο�
2953 λο�
2954 διά είχε χαθεί.
2955 - Πού πήγε πάλι α�
2956 τό το παιδί! έκανε η Αφροδίτη. Και μπήκε στο πλαγινό δωμάτιο να τη γ�
2957 ρέψει.
2958 Ο Αντώνης σήκωσε το�
2959 ς ώμο�
2960 ς το�
2961 .
2962 - Σηκώθηκε με στραβό ποδάρι σήμερα η Πο�
2963 λο�
2964 διά! είπε. Ούτε το κρύο νερό δεν την ξεστράνεψε!
2965 Και αλήθεια. Μόλις είχε κατέβει από το κρεβάτι της, άρχισε τη γρίνια πως της πήρε κάποιος τη μια της παντούφλα. Αρνήθηκαν τ' αδέλφια της, επέμεινε κείνη και το πράμα γύριζε στον καβγά, όταν ανακάλ�
2966 ψε ο Αλέξανδρος την παντούφλα σκαλωμένη στην κο�
2967 νο�
2968 πιέρα της. Και τώρα την έχασαν τ' αδέλφια της κι έφ�
2969 γε και η Αφροδίτη. Κι έξαφνα ακούστηκε η φωνή της θείας στη σκάλα:
2970 - Πο�
2971 λο�
2972 διά! Πού πας έτσι άντ�
2973 τη, με τα μαλλιά σο�
2974 ακάμωτα; Πήγαινε απάνω αμέσως!
2975 Και η δειλή φωνή της Πο�
2976 λο�
2977 διάς:
2978 - Πήγαινα να πω της Αλίς... Είπε ο θείος να πούμε της Αλίς...
2979 Και πάλι η φωνή της θείας:
2980 - Και είναι τέτοια βία; Να τρέχεις με το μεσοφόρι σο�
2981 στα σοκάκια; Γρήγορα πάνω!
2982 Και ακολούθησε σιωπή. Και ύστερα ακούστηκαν αργά βήματα και παρο�
2983 σιάστηκε η Πο�
2984 λο�
2985 διά εμπρός στ' αδέλφια της, ντροπιασμένη, με το�
2986 ς ώμο�
2987 ς και τα μπράτσα γ�
2988 μνά, τα μαλλιά της όλα στα χαρτιά, κο�
2989 λούρια κο�
2990 λούρια. Ήταν ντροπιασμένη, γιατί το ήξερε πως θα την κορόιδε�
2991 αν τ' αδέλφια της, πως θέλησε να κάνει τη μεγάλη και να πάγει να καλέσει την Αλίς για το απόγεμα, ενώ ήταν αποφασισμένο πως θα πήγαινε η Αλεξάνδρα στ' όνομα των αδελφών της.
2992 - Είσαι μια ζαβολιάρα! της είπε η Αλεξάνδρα πο�
2993 δεν ανέχο�
2994 νταν από κανένα να της πάρει τα πρωτοτόκιά της. Είχαμε σ�
2995 μφωνήσει πως θα πήγαινα εγώ στης Αλίς.
2996 - Καθόλο�
2997 , είπε κακιωμένη η Πο�
2998 λο�
2999 διά, εγώ δε σ�
3000 μφώνησα καθόλο�
3001 , ούτε και ο Αλέξανδρος. Εμείς είπαμε να πάμε όλοι μαζί.
3002 - Γιατί λοιπόν πήγες μονάχη; ρώτησε ο Αντώνης.
3003 Η Αλεξάνδρα, πο�
3004 είχε ξετ�
3005 λίξει όλα τα χαρτιά από τα μαλλιά της κι ετοιμάζο�
3006 νταν να τα χτενίσει, γύρισε απειλητικά με το χτένι στο χέρι.
3007 - Καλά λέγει ο Αντώνης. Αν ήταν να πάμε όλοι μαζί, γιατί πήγαινες εσύ, κρ�
3008 φά, μονάχη;
3009 - Εγώ δεν πήγαινα κρ�
3010 φά! αναφώνησε η Πο�
3011 λο�
3012 διά παλεύοντας μ' ένα κατσαρό πο�
3013 δεν ήθελε να χωριστεί από το χαρτί το�
3014 .
3015 - Αμέ τι έκανες; Γιατί δε μας είπες πως πας στης Αλίς;
3016 - Γιατί εσύ και ο Αντώνης όλο σ�
3017 μφωνείτε μαζί και κάνετε ό,τι θέλετε σεις, κι εμείς δεν είμαστε τίποτα, ο Αλέξανδρος κι εγώ! ξέσπασε η Πο�
3018 λο�
3019 διά, έτοιμη να κλάψει, τραβώντας με απελπισία το χαρτί πο�
3020 δεν έβγαινε.
3021 - Προφάσεις εν αμαρτίαις! Δεν ξέρεις τι να πεις! Όλο τη μεγάλη θέλεις να μας κάνεις κι έχεις και την απαίτηση να παντρε�
3022 τείς με τον Γιάννη! αποκρίθηκε η Αλεξάνδρα γ�
3023 ρεύοντας με το ελεύθερο της χέρι να βοηθήσει την αδελφή της.
3024 Η Πο�
3025 λο�
3026 διά έμπηξε τα κλάματα.
3027 - Με πόνεσες! φώναξε πεισμωμένη.
3028 - Πώς σε πόνεσα;
3029 - Και πρώτον δε θέλω να παντρε�
3030 τώ με τον Γιάννη! Και σ�
3031 με πόνεσες, μο�
3032 τράβηξες τα μαλλιά μο�
3033 !
3034 - Ξετύλιξα δηλαδή το χαρτί πο�
3035 τραβούσες! Α�
3036 τό είναι το ε�
3037 χαριστώ; Μπράβο σο�
3038 !
3039 - Δεν κλαις γι' α�
3040 τό, της είπε ο Αντώνης, ούτε για τον Γιάννη. Κλαις γιατί ξέρεις πως έκανες μια ζαβολιά. Έλα, πες το!
3041 - Δεν ήθελα καθόλο�
3042 να κάνω ζαβολιά! Ήθελα μόνο να δω τι θα πει η Αλίς και αν ήταν θ�
3043 μωμένη, διαμαρτ�
3044 ρήθηκε η Πο�
3045 λο�
3046 διά. Να, ρώτα τον Αλέξανδρο!
3047 Μα, όρθιος κοντά στην πόρτα, χτενισμένος, ντ�
3048 μένος, ολοπάστρικος, ο Αλέξανδρος δεν είχε γνώμη. Κοίταζε μια την Πο�
3049 λο�
3050 διά, πο�
3051 έκλαιγε και διαμαρτ�
3052 ρούνταν στ' όνομα της και στο δικό το�
3053 , και μια τον Αντώνη και την Αλεξάνδρα, πο�
3054 την κατηγορούσαν τόσο κατηγορηματικά, και απόφαση δεν έβγαζε. Τον σ�
3055 γκινούσε η Πο�
3056 λο�
3057 διά πο�
3058 όλο ανέφερε τη γνώμη το�
3059 . Μα, πάλι, να είναι ζαβολιάρα! Και αναστέναξε ο Αλέξανδρος με ανακούφιση σαν είπε ο Αντώνης το τελειωτικό «Παύσατε π�
3060 ρ!», πο�
3061 στη γλώσσα των αδελφών σήμαινε «Φθάνο�
3062 ν πια οι καβγάδες». Και το ήξερε ο Αλέξανδρος πως στις μαγικές α�
3063 τές λέξεις κανένας δεν αντιστέκο�
3064 νταν ποτέ, προπάντων σαν τις ξεστόμιζε ο Αντώνης προστακτικά, με ύφος μεγάλο�
3065 στρατηγού. Μα ήταν γραφτό η Κ�
3066 ριακή α�
3067 τή να μην πάει καλά. Στο πρόγε�
3068 μα, σαν κατέβηκαν τ' αδέλφια, το�
3069 ς είπε η θεία:
3070 - Σβέλτα λιγάκι, παιδιά! Πάρετε τον καφέ σας χωρίς χασομέρι και ύστερα τα καπέλα σας. Θα σας πάγω στην εκκλησία!
3071 - Δε σο�
3072 το 'πα εγώ; Να ο μπάτης! μο�
3073 ρμούρισε ο Αντώνης ανεβαίνοντας με την Πο�
3074 λο�
3075 διά να φέρο�
3076 ν τα καπέλα όλων των αδελφών, ενόσω ξεπετιούνταν η Αλεξάνδρα στο πλάγι για να καλέσει την Αλίς. Το ήξερα πως θα πάμε. Πάντα ο μπάτης φέρνει γρο�
3077 σο�
3078 ζιά.
3079 Μα δε σταμάτησε κει η γρο�
3080 σο�
3081 ζιά το�
3082 μπάτη. Σαν επέστρεψε η Αλεξάνδρα τρεχάτη, μην αν�
3083 πομονήσει η θεία, έφερε άλλη μια απογοητε�
3084 τική είδηση: Η Αλίς και τ' αδέλφια της είχαν φύγει πρωί πρωί για ένα μέρος πο�
3085 το λένε Κηφισιά, σε μιας θείας το�
3086 ς, και δεν ήξερε η μαγείρισσα σε πόσες μέρες θα γ�
3087 ρίσο�
3088 ν.
3089 - Ωραία! μο�
3090 ρμούρισε ο Αντώνης, πάει και το απόγεμα μας!
3091 Στην εκκλησία, μια στιγμή, νόμισαν πως διορθώθηκαν τα πράματα. Ο παπα-Δημήτρης εξακολο�
3092 θούσε να ψέλνει με τη μύτη το «Κύριω-ω ελώ-ω-ωησον», όταν έξαφνα έγινε γενικό σούσο�
3093 ρο, άντρες και γ�
3094 ναίκες παραμέρισαν, άνοιξαν δρόμο, και ο βασιλέας και η βασίλισσα με τις δ�
3095 ο βασιλοπούλες ήλθαν και στάθηκαν ακριβώς εμπρός στο στασίδι της θείας Αργίνης, πο�
3096 το γέμιζε μεγαλόπρεπα η θεία Μαριέτα και το πράσινο μεταξωτό, όλο φραμπαλάδες, φόρεμα της. Ο βασιλέας ανταπέδωσε γελαστά το χαιρετισμό το�
3097 θείο�
3098 και της θείας. Η βασίλισσα όμως δε γύρισε. Ίσια και σοβαρή κοίταζε το Ιερό μπροστά της.
3099 Τ' αδέλφια ούτε άκο�
3100 αν πια τον παπα-Δημήτρη. Τα κορίτσια θαύμαζαν τη μεγάλη βασιλοπούλα πο�
3101 φορούσε ένα τριανταφ�
3102 λλί κλειστό καπέλο, δεμένο κάτω από το πιγούνι, και είχε τα μαλλιά, μακριά και ξανθά, σκόρπια στη ράχη, ενώ ο Αντώνης μελετούσε το βασιλέα πο�
3103 βαστούσε στο ένα το�
3104 χέρι τη σταχτιά το�
3105 ρεπούμπλικα και ακο�
3106 μπούσε με τα δ�
3107 ο χέρια στο μπαστούνι το�
3108 χωρίς να καμπο�
3109 ριάζει.
3110 Πώς στέκο�
3111 νταν άραγε η ράχη το�
3112 τόσο ίσια; Ήταν πολύ ψηλό το μπαστούνι το�
3113 ; Ή μήπως δεν τ' ακο�
3114 μπούσε χάμω; Ο θείος πάντα στρογγύλε�
3115 ε την πλάτη, σαν ακο�
3116 μπούσε με τα δ�
3117 ο χέρια στο μπαστούνι το�
3118 . Αν είχε μπαστούνι ο Αντώνης, θα μπορούσε άραγε να σταθεί σαν το βασιλέα, με τη ράχη κολόνα; Ισιώθηκε, άπλωσε τα χέρια μ' ένα �
3119 ποθετικό μπαστούνι στο χέρι, κοιτάζοντας να πάρει τη στάση το�
3120 βασιλέα και... Μα να πάλι η γρο�
3121 σο�
3122 ζιά το�
3123 μπάτη! Την ίδια στιγμή, τρεχάτο πέρασε πίσω το�
3124 ένα τρελόπαιδο, τον έσπρωξε, έχασε ο Αντώνης την ισορροπία το�
3125 κι έπεσε μπρος στο βασιλέα, παρασέρνοντας και το μπαστούνι και τη σταχτιά ρεπούμπλικα. Παφ! Πο�
3126 φ! Κλακ κλακ κλακ!
3127 Γύρισε όλη η εκκλησία! Μόνη η βασίλισσα δεν ταράχτηκε και σιγά, με το χέρι ξαναγύρισε προς το Ιερό το πρόσωπο της μικρής βασιλοπούλας, πο�
3128 είχε στρέψει να δει και πο�
3129 έμπηξε τα γέλια. Ο Αντώνης ήθελε να τον είχαν καταπιεί οι πλάκες της εκκλησίας. Τόσο ντράπηκε, ώστε ούτε άκο�
3130 σε το βασιλέα πο�
3131 είπε χαμηλόφωνα το�
3132 θείο�
3133 με τη δ�
3134 νατή ξενική το�
3135 προφορά:
3136 - Παρακαλώ! Παρακαλώ! Δε φταίγει το παιδί! Είναι πολύς ο κόσμος και πέφτει μικρή η εκκλησία για τις μεγάλες εορτές...
3137 Το άκο�
3138 σε όμως η Αλεξάνδρα και το�
3139 το επανέλαβε ύστερα για να τον παρηγορήσει, σαν επέστρεφαν στο σπίτι, όλοι μαζί, τα τέσσερα αδέλφια μπροστά, ο θείος και η θεία πίσω. Και παρηγορήθηκε ο Αντώνης για το μάλωμα της θείας και την τιμωρία να μη φάγει γαλακτομπούρεκο το μεσημέρι. Όλα θα πήγαιναν πια καλά, αν δεν είχαν φο�
3140 σκώσει τα μ�
3141 αλά της Αλεξάνδρας, πο�
3142 , μαζί με τα παρηγορητικά λόγια το�
3143 βασιλέα, είχε ακούσει κι ένα άλλο: πως την ωραία βασιλοπούλα με το τριανταφ�
3144 λλί καπέλο και τα ξέπλεκα μαλλιά την έλεγαν κι α�
3145 τή Αλεξάνδρα. Ποιος την έπιανε πια την Αλεξάνδρα! Πήγε να ρωτήσει η Πο�
3146 λο�
3147 διά πώς τη λέγανε τη μικρή βασιλοπούλα και της αποκρίθηκε η Αλεξάνδρα πως ούτε ήξερε ούτε την ένοιαζε. Και είπε δειλά η Πο�
3148 λο�
3149 διά:
3150 - Εγώ νομίζω πως τη λεν Πο�
3151 λο�
3152 διά!
3153 Την κορόιδεψαν τ' αδέλφια της πως τέτοιο άσχημο όνομα δεν μπορούσε να το έχει βασιλοπούλα και ντράπηκε η Πο�
3154 λο�
3155 διά και σ�
3156 μμαζεύθηκε και δεν είπε πια τίποτα. Κι ύστερα φούσκωσε, φούσκωσε η Αλεξάνδρα από �
3157 περηφάνεια για τη σ�
3158 νονόματη της, την όμορφη βασιλοπούλα, ώσπο�
3159 μπούχτισε ο Αντώνης και φο�
3160 ρκίστηκε και ξέσπασε και είπε:
3161 - Μας σκότισες με τη βασιλοπούλα σο�
3162 !
3163 Και τότε θύμωσε και η Αλεξάνδρα και σήκωσε ψηλά το κεφάλι της και πήρε ένα βιβλίο και κάθισε χωριστά κι έκανε πως διαβάζει. Μα δε διάβαζε καθόλο�
3164 και όλοι βαρέθηκαν πολύ. Και είπε με παράπονο ο Αλέξανδρος, πο�
3165 είχε καθίσει χάμω ώσπο�
3166 να ξεμαλώσο�
3167 ν τ' αδέλφια το�
3168 και πο�
3169 βαριούνταν περισσότερο και από το�
3170 ς άλλο�
3171 ς, είπε, έτοιμος να βάλει τα κλάματα:
3172 - Α�
3173 τός ο μπάτης σήμερα είναι πολύ κακός!
3174 Έχωσε ο Αντώνης τα χέρια το�
3175 στις τσέπες, στριφογύρισε στο τακούνι το�
3176 , σφύριξε το «Ω λ�
3177 γηρόν και κοπτερόν σπαθί μο�
3178 !» και βγήκε από την κάμαρα σειάμενος κο�
3179 νάμενος. Μα δεν πρόφτασαν τα κορίτσια ν' ανταλλάξο�
3180 ν πέντε λόγια με τον Αλέξανδρο και ξαναμπήκε σα σίφο�
3181 νας. Ακτινοβολούσε όλος.
3182 - Θα πάμε το απόγεμα στης θείας Αργίνης! Μο�
3183 το είπε ο θείος! Έστειλε μήν�
3184 μα η θεία Αργίνη πως θα 'ρθει εδώ και να πάμε μεις εκεί! Θα 'ρθει η Μαριόρα, η τραπεζιέρα της, να μας πάρει και θα πάμε μονάχοι μας! Ζήτω! Ζήτω!
3185 Πάει η κακοκεφιά, πάει κι ο βαρεμός. Μόλις άγγιξαν φαγί τ' αδέλφια στο τραπέζι, τέτοια ήταν η αν�
3186 πομονησία το�
3187 ς να παν στης θείας Αργίνης να δο�
3188 ν τα καινούρια το�
3189 ς εξαδέλφια πο�
3190 όλο τ' άκο�
3191 αν και πο�
3192 δεν τα γνώριζαν ακόμα. Ώσπο�
3193 να έλθει η Μαριόρα, το�
3194 ς φάνηκε πως πέρασαν χρόνια. Ώσπο�
3195 να φθάσο�
3196 ν στο σπίτι, πως έκαναν το γύρο το�
3197 κόσμο�
3198 . Της θείας Αργίνης το σπίτι ήταν σε μια πλατεία με μερικά δέντρα σκονισμένα και λίγες τζινιές χλωρωτικές, πο�
3199 ορτσώνο�
3200 νταν στ' ατροφικά το�
3201 ς κλωνάρια. Μα στα μάτια των τεσσάρων αδελφών ποτέ δεν άνθισαν ωραιότερα λο�
3202 λούδια, ούτε βλάστησαν πρασινότερα δέντρα. Κι εδήλωσαν της Μαριόρας πως ποτέ στην Αλεξάνδρεια δεν είδαν τέτοιο ωραίο περιβόλι.
3203 - Και τα δικά μας παιδιά το αγαπούν, είπε καμαρώνοντας η Μαριόρα.
3204 Μα, σαν μπήκαν στο σπίτι και αντίκρισαν «τα δικά μας παιδιά», πο�
3205 το�
3206 ς φάνηκαν λαός ολόκληρος, τα τέσσερα αδέλφια έπαθαν γλωσσοδέτη. Ήταν όλα εκεί, τα επτά παιδιά της θείας Αργίνης, μια σκάλα από αγόρια και κορίτσια όλων των ηλικιών, από δεκαπέντε χρονών ως δύο. Τα δ�
3207 ο μεγάλα κορίτσια, η Κατίνα, μελαχρινή, και η Κλειώ, ξανθή, επιβλήθηκαν πολύ στα τέσσερα αδέλφια με τις μακριές φούστες και τις πλεξούδες το�
3208 ς, σηκωμένες και δεμένες στο σβέρκο με φαρδιές καφετιές κορδέλες.
3209 Ύστερα ήταν ο Γιάννης, ο φίλος το�
3210 ς, ο μόνος πο�
3211 γνώριζαν. Ύστερα η Αλεξάνδρα, μαζεμένη και σιωπηλή. Ύστερα ο Μανόλης, πο�
3212 τον έλεγαν τ' αδέλφια το�
3213 Μπανανάκη, γιατί αγαπούσε πολύ τις μπανάνες και το�
3214 τις έφερνε δώρο κάθε ταξιδιώτης πο�
3215 έφθανε με τα αιγ�
3216 πτιακά βαπόρια. Ύστερα ο Αλέκος, ολοστρόγγ�
3217 λος και ξανθός, και τελε�
3218 ταία η Λο�
3219 κία, πο�
3220 ήταν μικρότερη από τον Αλέξανδρο και κάθο�
3221 νταν χάμω, μια μπάλα στα μπλο�
3222 ντ�
3223 μένη, με κατακόκκινα μάγο�
3224 λα και μαύρα κοντά σγο�
3225 ρά μαλλιά. Η Κατίνα άπλωσε το χέρι μεγαλόπρεπα και είπε:
3226 - Καλημέρα!
3227
3228 Η Κλειώ όμως γονάτισε μπρος στον Αλέξανδρο, το�
3229 έβγαλε το καπέλο το�
3230 και, με τα όμορφα δάχτ�
3231 λα της, το�
3232 διόρθωσε τις ξανθές το�
3233 μπούκλες και τον είπε «Χρ�
3234 σό μο�
3235 !» και τον φίλησε.
3236 Απ' όλο�
3237 ς, η Αλεξάνδρα θαύμασε περισσότερο τη μεγαλόπρεπη Κατίνα. Η Πο�
3238 λο�
3239 διά όμως λαχταρούσε να παίξει με την μπλο�
3240 μπάλα, τη Λο�
3241 κία. Ο Αντώνης κοίταζε όλο�
3242 ς, έναν έναν, ακατάδεχτα, γιατί ντρέπο�
3243 νταν. Τόσο ακατάδεχτα, πο�
3244 , σαν αντάμωσε ο Μανόλης το βλέμμα το�
3245 , ντράπηκε και τρύπωσε κάτω από μια καρέγλα και κάθισε χάμω, με το κάθισμα της καρέγλας στο κεφάλι το�
3246 και τα μάτια καρφωμένα στον Αντώνη, και περίμενε. Μα η Μαριόρα είχε εξαφανιστεί και τα τέσσερα αδέλφια δεν ήξεραν ούτε τι να πο�
3247 ν ούτε τι στάση να πάρο�
3248 ν εμπρός στ' άγνωστα εξαδέλφια, ιδίως εμπρός στην Κατίνα και στην αδελφή της, τη σιωπηλή Αλεξάνδρα, πο�
3249 τα κοίταζαν σαν ανθρωπάρια παράξενα και σπάνια. Και τότε, μ' ένα νάζι το�
3250 κεφαλιού, είπε η Κατίνα:
3251 - Ελάτε στην τραπεζαρία να πάρετε μια β�
3252 σσινάδα! Και ξεκίνησαν τα ένδεκα εξαδέλφια και ανακατώθηκαν θέλοντας και μη τα στελέχη το�
3253 ς. Και σαν μπήκαν στην τραπεζαρία και είδαν τις παστελαριές με τα σησάμια και τα ξερά αμύγδαλα και τα κο�
3254 λούρια και το στρογγ�
3255 λό ρεβανί, κάτασπρο, πασπαλισμένο ψιλή ζάχαρη, και τις αφράτες φέτες ψωμί και τη β�
3256 σσινάδα στα ποτήρια, λύθηκε η γλώσσα ολωνών και πήγε ροδάνι.
3257 Και βόησε η τραπεζαρία σα δέντρο στο σούρο�
3258 πο, όταν το λεν τα σπο�
3259 ργίτια, πριν κατακαθίσο�
3260 ν να κο�
3261 ρνιάσο�
3262 ν και ν' αποκοιμηθούν.
3263 Τρεχάτα κατέβηκαν τα ένδεκα εξαδέλφια στην α�
3264 λή, το ένα σπρώχνοντας το άλλο, το καθένα βαστώντας ποιος ένα κο�
3265 λούρι, ποιος μια φέτα ψωμί ή μια παστελαριά. Τη λέγανε «α�
3266 λή» τα παιδιά της θείας Αργίνης, μα ήταν μάλλον περιβολάκι, με λιλάδια στο�
3267 ς δρόμο�
3268 ς και πικροδάφνες τούφες τούφες, και στο βάθος μια στέρνα μαρμαρένια για νερό.
3269 Η Αλεξάνδρα η εξαδέλφη έτρωγε αργά και σιωπηλά το κο�
3270 λούρι της και κάθε λίγο γύριζε στην Πο�
3271 λο�
3272 διά, πο�
3273 της είχε προσκολληθεί και την κοίταζε από το κεφάλι στα πόδια με βαρεμό, σα να της έλεγε: «Δεν πας παρακάτω;»
3274 Μα η Πο�
3275 λο�
3276 διά, πο�
3277 ντρέπο�
3278 νταν τις δ�
3279 ο μεγάλες εξαδέλφες και πο�
3280 δεν καταδέχο�
3281 νταν τον Μπανανάκη και τον Αλέκο πο�
3282 έπαιξαν τόπι αναμεταξύ το�
3283 ς, δεν ήξερε με ποιον να πάγει. Γιατί η Αλεξάνδρα η αδελφή, σαν πιο μεγάλη, έκανε τη σοβαρή και κο�
3284 βέντιαζε με την Κατίνα, ενώ ο Γιάννης έκανε χίλιες τρέλες, για να θαμπώσει τον Αντώνη και την Κλειώ, πο�
3285 στα παιχνίδια ήταν η πιο τρελή απ' όλο�
3286 ς. Ο Αλέξανδρος πάλι, το κόμμα της, ο σύντροφος της, κάθο�
3287 νταν στο πεζούλι της πόρτας με τη Λο�
3288 κία και κάθε λίγο την αγκάλιαζε και τη φιλούσε, παιχνίδι πο�
3289 το βαριούνταν η Πο�
3290 λο�
3291 διά.
3292 Δεν ήξερε λοιπόν τι να κάνει. Και δειλά, για ν' αρχίσει κο�
3293 βέντα, είπε της εξαδέλφης Αλεξάνδρας:
3294 - Παίζεις σκοινάκι;
3295 Γύρισε πάλι η εξαδέλφη Αλεξάνδρα και την κοίταξε από πάνω ως κάτω και ρώτησε σ�
3296 ρτά:
3297 - Πόσων χρονών είσαι;
3298 Αποκρίθηκε η Πο�
3299 λο�
3300 διά, μεγαλώνοντας λίγο τον εα�
3301 τό της:
3302 - Οκτώ. Και σ�
3303 ;
3304 - Εννιά, αποκρίθηκε ακατάδεχτα η εξαδέλφη Αλεξάνδρα μεγαλώνοντας και α�
3305 τή κατά λίγο�
3306 ς μήνες την ηλικία της.
3307 Και γ�
3308 ρνώντας τη ράχη της στην εξαδέλφη της, πήγε παρακάτω.
3309 Ένιωσε βαριά η Πο�
3310 λο�
3311 διά την απόσταση πο�
3312 τη χώριζε από την εξαδέλφη Αλεξάνδρα και, ταπεινωμένη, μόνη πάλι, πήγε στο βάθος το�
3313 περιβολιού, κατά τη στέρνα, όπο�
3314 πάλε�
3315 αν τ' αγόρια με την Κλειώ. Πάλε�
3316 ε με τα όλα της η Κλειώ, γιατί, αν και τον Αντώνη τον έκανε εύκολα ζάφτι, τον Γιάννη όμως δύσκολα τον έβαζε κάτω και ήταν κατακόκκινη και η ξανθή πλεξούδα της είχε ξεφτίσει και το φόρεμα της ήταν τσαλακωμένο.
3317 - Πο�
3318 λο�
3319 διά! φώναξε. Έλα να με βοηθήσεις! Μα τ' αγόρια δεν την καταδέχθηκαν.
3320 - Μ' α�
3321 τήν, τώρα, τη μικρή θα τα βάλομε; έκαναν. Και σταμάτησαν την πάλη.
3322 Πέταξε πίσω η Κλειώ τα μαλλιά της από το ζεσταμένο της πρόσωπο και γελώντας φώναξε το�
3323 Αντώνη:
3324 - Άιντε! Σο�
3325 πάγω στοίχημα πως δεν είσαι άξιος να πηδήξεις πάνω από τη στέρνα!
3326 Να πεις το�
3327 Αντώνη «Δε σ' έχω άξιο», ήταν σα να τον σπιρο�
3328 νίζεις.
3329 Πήρε τη φόρα το�
3330 , έτρεξε, πήδηξε... κι έπεσε πλο�
3331 φ! μέσα στη στέρνα. Η Κλειώ έμπηξε τα γέλια, μαζί κι ο Γιάννης. Μα τον είδε η Αλεξάνδρα αδελφή, από τις ροδοδάφνες όπο�
3332 κο�
3333 βέντιαζε με την Κατίνα, και τρεχάτη έφθασε, καταταραγμένη.
3334 - Αχ, Αντώνη! Τι θα πει η θεία; Φορείς τα κ�
3335 ριακάτικα σο�
3336 ! Το νερό δεν ήταν βαθύ κι εύκολα τον έσ�
3337 ραν έξω η Κλειώ και ο Γιάννης. Μα σε τι χάλια! Τα μαλλιά το�
3338 σα λαδωμένα, κολλημένα στο πρόσωπο το�
3339 , τα ρούχα το�
3340 μούσκεμα ως μέσα, η μεταξωτή το�
3341 γαλάζια γραβάτα σα σκοινί κρέμο�
3342 νταν άμορφη μπροστά το�
3343 και λάσπες παντού λέρωναν την αφράτη προ ολίγο�
3344 λινή το�
3345 φορεσιά. Η Αλεξάνδρα αδελφή είχε δάκρ�
3346 α στα μάτια.
3347 - Και τώρα; έκανε αναπολώντας τη μελλούμενη κατσάδα. Η Αλεξάνδρα εξαδέλφη είχε πλησιάσει και, στρέφοντας ακατάδεχτα το κεφάλι της, είπε:
3348 - Α�
3349 τό δεν είναι τίποτα! Καλά πο�
3350 δεν έσπασε το κεφάλι το�
3351 !
3352 Η παρατήρηση α�
3353 τή παρηγόρησε την Αλεξάνδρα αδελφή. Όχι όμως και τον Αντώνη πο�
3354 προτιμούσε χίλιες φορές να είχε σπάσει το κεφάλι το�
3355 , παρά ν' αντιμετωπίσει το θ�
3356 μό της θείας.
3357 Ξεκαρδισμένοι τίναζαν ο Γιάννης και η Κλειώ τα νερά από τα ρούχα το�
3358 .
3359 - Μοιάζεις λαδωμένος ποντικός! το�
3360 έλεγαν για παρηγοριά. Είσαι γελοίος!
3361 Μόνη η Κατίνα δεν είχε χάσει το μεγαλείο της σ' όλη α�
3362 τή την ιστορία. Χτύπησε τα παλαμάκια της και φώναξε:
3363 - Μαριόρα!
3364 Και σαν παρο�
3365 σιάστηκε τρεχάτη η Μαριόρα, της έδειξε με το δάχτ�
3366 λο το μο�
3367 σκεμένο Αντώνη και είπε μεγαλόπρεπα:
3368 - Πάρε τον μέσα και στέγνωσε τον!
3369 - Παναγιά μο�
3370 ! Τι έπαθε; Και πώς θα τον στεγνώσω; αναφώνησε η Μαριόρα κι έκανε το στα�
3371 ρό της. Φωτιά δεν έχομε αναμμένη, σίδερα ζεστά δεν έχει κ�
3372 ριακάτικο...
3373 - Βάλε τα ρούχα το�
3374 στον ήλιο, διέκοψε ήσ�
3375 χα η Κατίνα, και φόρεσε το�
3376 ωστόσο μια φορεσιά το�
3377 Μανόλη ή... έριξε μια ματιά το�
3378 Αντώνη και πρόσθεσε, αν δεν το�
3379 μπαίνει, δώσε το�
3380 μια φορεσιά το�
3381 Γιάννη, ώσπο�
3382 να στεγνώσο�
3383 ν τα δικά το�
3384 ρούχα.
3385 Είπε η Κατίνα. Και με ήσ�
3386 χο, μεγαλόπρεπο βήμα πήγε πάλι και κάθισε μες στις ροδοδάφνες και φώναξε την Αλεξάνδρα κοντά της. Η Αλεξάνδρα κολακεύθηκε πολύ πο�
3387 η μεγάλη, σαν κ�
3388 ρία πια, Κατίνα, την ήθελε σ�
3389 ντροφιά και μ' όλη της την ανησ�
3390 χία για τον Αντώνη και τη φορεσιά το�
3391 , έκανε κι εκείνη την αδιάφορη και κάθισε πλάγι στην εξαδέλφη της μες στις ροδοδάφνες. Όλη όμως η άλλη τσούρμα, από την τρελή Κλειώ ως την μπλο�
3392 μπάλα τη Λο�
3393 κία, όλοι σπρώχνοντας και σπρωχνόμενοι, τρεχάτοι ακολούθησαν τη Μαριόρα και τον Αντώνη, πο�
3394 από την πίσω πόρτα μπήκαν στο μαγειρείο.
3395 - Τι είναι α�
3396 τά, καλέ; αναφώνησε μια γριά πο�
3397 κάθο�
3398 νταν πλάγι στο παράθ�
3399 ρο και κοίταζε το�
3400 ς περαστικούς στο δρόμο. Και τι μο�
3401 κάνατε την κο�
3402 ζίνα μο�
3403 ; Για δες νερά στις πλάκες!
3404 - Μη φωνάζεις, κερα-Αννέτα! είπε γελώντας η Κλειώ. Είναι εξάδελφος μας κι έπεσε στη στέρνα! Πάγει η Μαριόρα να το�
3405 φέρει στεγνά ρούχα και πρέπει να τον γδύσομε!
3406 - Κύριε ελέησον! είπε η κερα-Αννέτα και στα�
3407 ροκοπήθηκε και α�
3408 τή δ�
3409 ο φορές. Σα δε σκοτώθηκε το παιδί! Εσύ πάλι θα τον έβαλες στα αίματα, κερα-Κλειώ, σα να σε βλέπω, με τις μαριολιές σο�
3410 !
3411 Ξεκαρδίστηκε η Κλειώ.
3412 - Και τι φταίγω εγώ, σα θέλο�
3413 ν οι μικροί να κάνο�
3414 ν το�
3415 ς μεγάλο�
3416 ς; είπε. Γύρε�
3417 ε να πηδήξει από πάνω από τη στέρνα!
3418 - Η Κλειώ φταίγει! φώναξε ο Αλέκος. Την ακούσαμε, ο Μπανανάκης κι εγώ, πο�
3419 το�
3420 είπε να πηδήξει!
3421 Γύρισε η Αλεξάνδρα εξαδέλφη και τον αποτσίφνωσε με μια ματιά.
3422 - Εσύ να μη φ�
3423 τρώνεις εκεί πο�
3424 δε σε σπέρνο�
3425 ν! το�
3426 είπε σ�
3427 ρτά, με ύφος δασκάλας, πο�
3428 την έκανε και επιβάλλο�
3429 νταν σε όλα της τ' αδέλφια. Ας μην την άκο�
3430 ε, αφού δεν ήταν άξιος!
3431 Ταπεινωμένος, αποσβολωμένος, άκο�
3432 ε ο Αντώνης κι έκανε πως σιάζει τα μανίκια το�
3433 , για ν' αποφύγει τα κοροϊδε�
3434 τικά βλέμματα των εξαδέλφων το�
3435 , προπάντων το�
3436 Γιάννη και της Κλειώς. Μα όταν κατάφθασε η Μαριόρα με στεγνά ρούχα και σίμωσε η Κλειώ χορε�
3437 τά και φωναχτά να το�
3438 βγάλει την μπλούζα το�
3439 , αγρίεψε, επαναστάτησε, ξαναβρήκε όλη την παλικαριά το�
3440 .
3441 - Να φύγετε όλοι! φώναξε. Δε θα γδ�
3442 θώ μπροστά σας! Και πάλι σπρώχνοντας και σκο�
3443 ντο�
3444 φλώντας βγήκε όλη η τσούρμα έξω κι έμεινε μόνος ο Αντώνης στην κο�
3445 ζίνα, με τη Μαριόρα και την κερα-Αννέτα.
3446 Έξω περίμενε η τσούρμα πολιορκώντας την πόρτα. Τα δ�
3447 ο μικρά, ο Αλέξανδρος και η Λο�
3448 κία, είχαν κολλήσει το μάτι το�
3449 ς σε μια χαραματιά της πόρτας και γύρε�
3450 αν να δο�
3451 ν.
3452 - Γδύθηκε; Ντύθηκε; Τι κάνει; ρώτησαν τ' άλλα δ�
3453 ο αγόρια, ο Μανόλης και ο Αλέκος.
3454 Μα τίποτα δεν έβλεπαν τα μικρά. Η κερα-Αννέτα, με όλο το πλάτος της παχιάς της ράχης, σκέπαζε τη χαραματιά. Και γελούσε η Κλειώ, κορόιδε�
3455 ε ο Γιάννης, και ο καθένας έλεγε το κοντό το�
3456 και το μακρύ το�
3457 . Μόνη η Πο�
3458 λο�
3459 διά στέκο�
3460 νταν παράμερα, σιωπηλή και ανήσ�
3461 χη. Τι θα πει η θεία, σα δει τα ρούχα το�
3462 Αντώνη;
3463 Η πόρτα άνοιξε και βγήκε η Μαριόρα σπρώχνοντας μπροστά της τον Αντώνη.
3464 Ένα ξεφωνητό τον παρέλαβε. Τι Αντώνης ήταν α�
3465 τός! Το πανταλόνι το�
3466 Γιάννη, διπλωμένο και ξαναδιπλωμένο, κρέμο�
3467 νταν ως τα πόδια το�
3468 , πο�
3469 έσερναν ξεθωριασμένες και πολ�
3470 πατημένες παντούφλες. Τα μανίκια, γ�
3471 ρισμένα και α�
3472 τά και ξαναγ�
3473 ρισμένα, το�
3474 σκέπαζαν ακόμα και τα χέρια. Ο λαιμός έχασκε, το κολάρο τον κο�
3475 κούλωνε, το πιγούνι το�
3476 χάνο�
3477 νταν μες στη γραβάτα, ήταν θέαμα ο Αντώνης! Μόνο τα μαλλιά το�
3478 , στεγνωμένα πια, ήταν καλοχτενισμένα, με καινούρια χωρίστρα.
3479 Μα μαζί με τα στεγνά ρούχα, ας ήταν και κωμικά, είχε ξαναβρεί ο Αντώνης το παραστατικό το�
3480 και τα μεγάλα το�
3481 κέφια, και πρώτος α�
3482 τός άρχισε τα καραγκιοζλίκια, με χορούς και πήδο�
3483 ς, χτ�
3484 πώντας χάμω τις πλατιές το�
3485 παντούφλες, πο�
3486 έκαναν πλακ πλακ πλακ στις πέτρες. Και το παιχνίδι έγινε τρελό και γενικό. Και ξαφνικά ο Αντώνης βρέθηκε το κέντρο όλης της εξαδελφικής παρατάξεως. Έγινε αρχηγός, χωρίς να καταλάβει κανείς πώς και πότε το�
3487 δόθηκε η αρχηγία. Έκοψε κι έραψε όσο και όπως ήθελε, και τ�
3488 φλά τον ακολούθησαν οι άλλοι.
3489 Κι έτσι έφτιασε στρατούς και στόλο�
3490 ς, χώρισε ληστές και χωροφύλακες, έστησε πύργο�
3491 ς, περιφρούρησε φ�
3492 λακές, διεύθ�
3493 νε τα πάντα. Ποτέ ακόμα δεν είχε φανταστεί τόση ποικιλία από μάχες: πολιορκίες γύρω στις ροδοδάφνες, με φρούρια Κατίνα, Αλεξάνδρα εξαδέλφη, Αλεξάνδρα αδελφή· να�
3494 μαχίες γύρω στη στέρνα, με να�
3495 αρχίδα αν�
3496 πότακτη Κλειώ, και μπο�
3497 ρλότα Μανόλη, Αλέκο, Πο�
3498 λο�
3499 διά· ληστείες στα κορφοβούνια των μπάγκων φ�
3500 γή αιχμαλώτων Λο�
3501 κία, Αλέξανδρος· μάχη αρχιληστών Γιάννης, Αντώνης. Λαμποκοπούσε όλος ο Αντώνης μες στα μακριά και πλατιά ρούχα το�
3502 Γιάννη. Ήταν σα ν' άναψε φωτοστέφανο γύρω στο κεφάλι το�
3503 . Τα μάτια το�
3504 άστραφταν, η φωνή το�
3505 σάλπιζε και βροντούσε, οι διαταγές το�
3506 έπεφταν σαν αστροπελέκια και όλοι �
3507 ποτάσσο�
3508 νταν μαγεμένοι, �
3509 πάκο�
3510 αν, εκτελούσαν τις προσταγές το�
3511 . Εκείνο το απόγεμα ήταν ο Αντώνης στις δόξες το�
3512 .
3513 - Ο Αντώνης είναι το πιο χρ�
3514 σό μας εξαδέλφι, δήλωσε η Κλειώ, όταν διακόπηκε το παιχνίδι και μπήκε στην κο�
3515 ζίνα ο Αντώνης, για να ξαναφορέσει τα στεγνωμένα το�
3516 πια ρούχα.
3517 Και όταν τα φόρεσε και ξαναβγήκε στην α�
3518 λή, με τη Μαριόρα και τα καπέλα των αδελφών το�
3519 , ολόκληρη η τσούρμα τον επε�
3520 φήμησε και τον ζητωκραύγασε. Ο Αντώνης θριάμβε�
3521 ε, χαμογελούσε, χαιρετούσε, και τον αποχαιρέτησαν τα εξαδέλφια μ' ενθο�
3522 σιασμούς και �
3523 ποσχέσεις γρήγορα να ξαναπαντηθούν. Μα, σα βγήκαν στο δρόμο, σαν κόπασαν οι τρέλες κι έλειψαν τα γέλια και σώπασαν οι φωνές και πήγαιναν τα τέσσερα αδέλφια με τη Μαριόρα, έσβησε ξαφνικά το φωτοστέφανο το�
3524 Αντώνη, διαλύθηκαν τα μάγια. Τον κοίταξαν τ' αδέλφια το�
3525 , πο�
3526 πήγαινε �
3527 περήφανα μπροστά, στο δρόμο το γεμάτον κόσμο τη βραδινή α�
3528 τή ώρα, και τρόμαξαν και ντράπηκαν γι' α�
3529 τόν. Το�
3530 ς φάνηκε αν�
3531 πόφορα βρώμικος και κωμικός, με τα ρούχα το�
3532 κιτρινιασμένα και ασιδέρωτα, αλλού ζαρωμένα και αλλού κρεμαστά, με παπούτσια και κάλτσες όπο�
3533 είχαν ξεραθεί κομμάτια οι λάσπες και με γραβάτα πο�
3534 είχε χάσει και χρώμα και σχήμα και είχε γίνει είδος μο�
3535 σαμάς. Βίασε το βήμα της η Αλεξάνδρα και τον πρόφθασε και το�
3536 είπε χαμηλόφωνα, στο α�
3537 τί:
3538 - Μην τρέχεις, Αντώνη, χώσο�
3539 κοντά στη Μαριόρα, μη σε δει κανείς! Είσαι φρίκη!
3540 Κόπηκε η φόρα το�
3541 Αντώνη και το ωραίο �
3542 περήφανο βήμα το�
3543 , κοίταξε μπράτσα και πόδια και η καρδιά το�
3544 βούλιαξε στα παπούτσια το�
3545 . Έριξε μια ματιά στο�
3546 ς περαστικούς πο�
3547 φορούσαν τα καλά το�
3548 ς, για το βραδινό κ�
3549 ριακάτικο περίπατο, και αντάμωσε ένα δ�
3550 ο βλέμματα κοροϊδε�
3551 τικά. Βράδ�
3552 νε το βήμα το�
3553 και χώθηκε μεταξύ της Μαριόρας και της Πο�
3554 λο�
3555 διάς.
3556 Αγγλικά, μην καταλάβει η Μαριόρα, ρώτησε την αδελφή το�
3557 :
3558 - Φαίνονται πολύ άσχημα τα ρούχα μο�
3559 ;
3560 Με δάκρ�
3561 α στη φωνή αποκρίθηκε η Πο�
3562 λο�
3563 διά:
3564 - Φρικτά! Τι θα πει η θεία;
3565 Βιαστικά, ψιθ�
3566 ριστά έκαναν σ�
3567 μβούλιο τα τρία μεγαλύτερα αδέλφια. Να μην περάσο�
3568 ν από τη βεράντα, όπο�
3569 θα κάθο�
3570 νταν οι θείες με τις επισκέψεις. Να πάρο�
3571 ν τον πίσω δρόμο. Να μπο�
3572 ν στην α�
3573 λή. Να βρο�
3574 ν την Αφροδίτη και να της ζητήσο�
3575 ν βοήθεια. Να μπο�
3576 ν μπροστά τα κορίτσια να την ειδοποιήσο�
3577 ν. Ολόκληρη στρατηγική προετοίμασαν τ' αδέλφια. Γιατί, αν έβλεπε η θεία τον Αντώνη σ' α�
3578 τά τα χάλια...
3579 - Σας είπα από το πρωί πως θα μας βγει στραβός ο μπάτης! είπε μελαγχολικά ο Αντώνης.
3580 - Έννοια σο�
3581 , θα σε γλιτώσομε! είπαν τα κορίτσια πο�
3582 περπατούσαν πότε μπρος και πότε πίσω, για να τον κρύψο�
3583 ν από το�
3584 ς περαστικούς, μην τύχει και τον γνωρίσει κανένας.
3585 Έφθασαν στα σπίτια το�
3586 Τσίλερ και μεμιάς έστριψαν όλα μαζί τ' αδέλφια στον πίσω δρομάκο.
3587 - Γιατί από δω, παιδιά; ρώτησε η Μαριόρα.
3588 - Πάντα από την α�
3589 λή μπαίνομε, αποκρίθηκε αποφασιστικά η Αλεξάνδρα.
3590 - Και πάντα εμείς μπαίνομε πρώτες, πρόσθεσε με φόρα η Πο�
3591 λο�
3592 διά παίρνοντας το χέρι το�
3593 Αλέξανδρο�
3594 , για να παρασύρει και τη Μαριόρα προς την α�
3595 λή. Τα κατάφεραν τα κορίτσια και μπήκαν πρώτες στην α�
3596 λή με τη Μαριόρα και τον Αλέξανδρο, αφήνοντας έξω τον Αντώνη, και από κει στο μαγειρείο, όπο�
3597 έπιασε η Μαριόρα κο�
3598 βέντα με την κερα-Ρήνη, ενώ η Αλεξάνδρα απομόνωσε την Αφροδίτη για να της τα πει και η Πο�
3599 λο�
3600 διά έστηνε καραούλι, μην παρο�
3601 σιαστεί ξαφνικά κανένας από το�
3602 ς μεγάλο�
3603 ς της βεράντας.
3604 - Πωπώ! αναφώνησε σαν τ' άκο�
3605 σε η Αφροδίτη. Μην τον δει μονάχα η θεία σο�
3606 ! Δεν ήθελε να το�
3607 δώσω, λέει, τα καλά το�
3608 , γιατί θα τα πατσαβο�
3609 ριάσει παίζοντας! Πού είναι το τρελόπαιδο;
3610 Μα σα βγήκε στην α�
3611 λή με την Αλεξάνδρα, το «τρελόπαιδο» δεν ήταν πο�
3612 θενά.
3613 - Θα φοβήθηκε να μπει μέσα, είπε η Αλεξάνδρα, θα στέκεται απέξω.
3614 Και τωόντι στέκο�
3615 νταν απέξω. Μα στο�
3616 ς λεκέδες και στις λάσπες το�
3617 ρούχο�
3618 το�
3619 είχαν προστεθεί τώρα κι αίματα νωπά, και με τα δ�
3620 ο το�
3621 χέρια σκέπαζε το στόμα το�
3622 . - Αντώνη! Τι έπαθες; φώναξε η Αλεξάνδρα.
3623 - Σσστ! Δεν είναι τίποτα, με δάγκασε ο Ντον! είπε χαμηλόφωνα ο Αντώνης.
3624 Η Αφροδίτη χλόμιασε. Άρπαξε τα χέρια το�
3625 και τα είδε ματωμένα.
3626 - Πού σε δάγκασε; ρώτησε γ�
3627 ρνώντας μέσα κι έξω τα χέρια το�
3628 .
3629 - Στο στόμα! είπε ο Αντώνης κι έδειξε το πάνω το�
3630 χείλι πο�
3631 μάτωνε από δ�
3632 ο τρύπες πο�
3633 είχαν αφήσει τα δόντια το�
3634 Ντον.
3635 Ο ένοχος κάθο�
3636 νταν παρακάτω και μασούλιζε ένα κόκαλο. Η Αφροδίτη φαίνο�
3637 νταν πολύ τρομαγμένη. Πλησίασε τον Ντον να τον εξετάσει και, καθώς την είδε α�
3638 τός, πετάχθηκε απάνω και άρχισε να πηδά γύρω της και να της κάνει χίλιες χαρές. Η Αφροδίτη όμως έμοιαζε σκο�
3639 το�
3640 ρεμένη.
3641 - Η ο�
3642 ρά το�
3643 είναι ψηλά, δε μοιάζει άρρωστος, είπε γ�
3644 ρίζοντας κοντά στ' αδέλφια. Τι το�
3645 έκανες και σε δάγκασε, Τρελαντώνη;
3646 - Το�
3647 πήρα το κόκαλο! είπε ντροπιασμένος ο Αντώνης.
3648 - Τις αταξίες σο�
3649 δεν μπορείς να μην τις κάνεις! είπε σκοτισμένη όλο και περισσότερο η Αφροδίτη. Έλα μέσα γρήγορα να σε πλύνω. Πρήστηκαν κιόλα τα χείλια σο�
3650 .
3651 Την ακολούθησε ο Αντώνης με την Αλεξάνδρα κι έκανε να μπει στην κο�
3652 ζίνα. Μα τον έσπρωξε κατά την είσοδο η Αφροδίτη.
3653 - Πάμε πάνω, το�
3654 είπε, θέλει καθάρισμα το στόμα σο�
3655 . Τρεχάτη και τρομαγμένη κατάφθασε η Πο�
3656 λο�
3657 διά με τον άλλο τόσο τρομαγμένο Αλέξανδρο.
3658 - Πίσω! Πίσω! ψιθύρισε. Μπαίνο�
3659 ν μέσα...
3660 Σταμάτησε άφωνη εμπρός στον αιματωμένο Αντώνη πο�
3661 πάλε�
3662 ε με την Αφροδίτη να της ξεφύγει.
3663 - Όχι, Αντώνη, δεν κάνει, θα φωνάξω τη θεία σο�
3664 ! έλεγε η Αφροδίτη. Δεν παίρνω απάνω μο�
3665 α�
3666 τή την ιστορία...
3667 Και βλέποντας πως της ξέφε�
3668 γε ο Αντώνης, τον άρπαξε από την μπλούζα το�
3669 και φώναξε:
3670 - Κ�
3671 ρία! Ελάτε, κ�
3672 ρία! Γρήγορα...
3673 - Κακιά! μούγκρισε ο Αντώνης κι έμεινε ακίνητος, περιμένοντας το αστροπελέκι πο�
3674 θα έπεφτε τώρα στο κεφάλι το�
3675 .
3676 Στην ανοιχτή πόρτα το�
3677 σαλονιού στέκο�
3678 νταν η θεία Μαριέτα και ο θείος ο γιατρός.
3679 - Τι τρέχει; ρώτησε η θεία.
3680 - Ο σκύλος δάγκασε τον Αντώνη! Δείτε, κύριε γιατρέ! είπε πολύ ταραγμένη η Αφροδίτη.
3681 - Ο σκύλος;
3682 - Ποιος σκύλος;
3683 - Πώς τον δάγκασε;
3684 - Πού; ρώτησαν μαζί θείος και θεία.
3685 - Αχ, Θεέ μο�
3686 ! Τι θα τον κάνο�
3687 ν τώρα! μο�
3688 ρμούρισε τρέμοντας η Αλεξάνδρα.
3689 - Η θεία θα δει τα ρούχα το�
3690 ... πρόσθεσε η Πο�
3691 λο�
3692 διά. Μα θεία και θείος είχαν πλησιάσει κατασ�
3693 γχ�
3694 σμένοι και, πίσω το�
3695 ς, ανήσ�
3696 χοι πρόβαλαν η θεία Αργίνη με το θείο Ζωρξή.
3697 - Τι τρέχει;
3698 - Ποιον δάγκασε ο σκύλος;
3699 - Τον Αντώνη! Τον δάγκασε ο σκύλος το�
3700 βασιλέα! εξήγησε η Αφροδίτη.
3701 Μεγάλο σούσο�
3702 ρο ακολούθησε. Θείος Ζωρζής, θεία Αργίνη, θεία Μαριέτα και θείος γιατρός μαζεύθηκαν γύρω στον άφωνο Αντώνη, πο�
3703 όλο περίμενε το αστροπελέκι, και το αστροπελέκι δεν έπεφτε. Και όχι μόνο δεν έπεφτε το αστροπελέκι, αλλά και όλοι οι μεγάλοι φασάρε�
3704 αν γύρω το�
3705 · η θεία Αργίνη τον πήρε στην αγκαλιά της, η θεία Μαριέτα βο�
3706 τούσε πανιά σε μια λεκάνη και το�
3707 ξέπλενε τρ�
3708 φερά πρόσωπο και χέρια, ενώ ο θείος Γιώργης βο�
3709 τούσε κομπρέσες σ' ένα κίτρινο γιατρικό και το�
3710 τις άπλωνε στα χείλια.
3711 - Δεν είναι τίποτα, δεν είναι τίποτα! έλεγε κάθε λίγο. Να το�
3712 εξακολο�
3713 θήσετε τις κομπρέσες με την άρνικα και θα ξεπρηστούν τα χείλια το�
3714 . Μόνο...
3715 Πήρε κατά μέρος το θείο Ζωρζή και κάτι το�
3716 είπε κρ�
3717 φά. Αμέσως άρπαξε το καπέλο το�
3718 ο θείος Ζωρζής και βγήκε έξω.
3719 - Τι τρέχει, Γιώργη; ρώτησε ανήσ�
3720 χα η θεία Μαριέτα.
3721 - Τίποτα. Μα καλό είναι να εξετάσο�
3722 ν το σκύλο, αποκρίθηκε ο θείος γιατρός.
3723 Σαστισμένα κοίταζαν τ' αδέλφια όλη α�
3724 τή τη φασαρία και τον Αντώνη πο�
3725 σιωπηλά δέχο�
3726 νταν, σα λίγο ζαλισμένος, χάδια και περιποιήσεις. Επέστρεψε ο θείος Ζωρζής και κάτι τον ρώτησε η θεία Μαριέτα και αποκρίθηκε ο θείος:
3727 - Ο βασιλέας διέταξε να δέσο�
3728 ν τον Ντον και να τον παραφ�
3729 λάγο�
3730 ν!
3731 Και χάιδεψε τα μαλλιά το�
3732 Αντώνη και είπε:
3733 - Δεν είναι τίποτα, και σ�
3734 είσαι παλικάρι!
3735 Το βράδ�
3736 εκείνο, σα βρέθηκαν μόνα πάλι, γδ�
3737 μένα και στο κρεβάτι, με κατεβασμένες τις κο�
3738 νο�
3739 πιέρες και σβησμένο το φως, τα τέσσερα αδέλφια έκαναν σ�
3740 μβούλιο στα σκοτεινά.
3741 - Ήθελα να ξέρω, είπε η Αλεξάνδρα, τι έκανε τη θεία και δε μάλωσε τον Αντώνη;
3742 Ο Αντώνης είχε δεμένο το στόμα, πράμα πο�
3743 τον δ�
3744 σκόλε�
3745 ε λίγο και τον έκανε να προφέρει περίεργα, με πολλά φ φ φ φ... και θ θ θ θ..., χωρίς όμως και να τον εμποδίζει να βάζει το λόγο το�
3746 , και μάλιστα να κόβει το λόγο στ' αδέλφια το�
3747 , με όλη την επιβολή πο�
3748 το�
3749 έδινε το δάγκαμα το�
3750 Ντον και η παλικαρίσια ακλαψιά το�
3751 . Σήκωσε τη φωνή το�
3752 πάνω από τα ψιθ�
3753 ρίσματα των αδελφών το�
3754 και είπε:
3755 - Κάποιοθθθ μάγεπθε τη θεία, γιατί όχι μόνο δε με μάλωθθθε, κο�
3756 κούτθθθι, μ' απεναντίαθ με φιλούθε θθθαν να ήμο�
3757 ν ο Αλέκθθθαντροθθθ!
3758 - Εγώ νομίζω πως δεν είδε τα ρούχα σο�
3759 , είπε η Πο�
3760 λο�
3761 διά.
3762 - Ούτε τις λάσπες στα παπούτσια το�
3763 , πρόσθεσε ο Αλέξανδρος.
3764 - Τα είδε όλα, διέκοψε η Αλεξάνδρα. Την άκο�
3765 σα πο�
3766 το είπε της Αφροδίτης.
3767 - Τι τηθ είπε; ρώτησε ανήσ�
3768 χος ξαφνικά ο Αντώνης.
3769 - Να μη σο�
3770 αλλάξει τα ρούχα σο�
3771 , μη σε ζαλίσει. Και είπε κι ένα άλλο. Είπε «Καλά και ήταν ο σκύλος το�
3772 βασιλέα».
3773 - Αλήθεια! θαύμασε η Πο�
3774 λο�
3775 διά. Καλά και ήταν ο Ντον! Από το κρεβάτι το�
3776 , αργά, ρώτησε ο Αλέξανδρος:
3777 - Γιατί είναι καλύτερο να σε δαγκάσει ο σκύλος το�
3778 βασιλέα παρά αλλο�
3779 νού;
3780 - Επειδή... άρχισε η Πο�
3781 λο�
3782 διά, μα στάθηκε. Κι εκείνη δεν ήξερε. Και ρώτησε διστακτικά:
3783 - Γιατί είπε η θεία πως ήταν καλύτερα, Αλεξάνδρα;
3784 - Επειδή α�
3785 τός είναι από καλή ράτσα, είπε με βεβαιότητα η Αλεξάνδρα. Ενώ, αν ήταν κανένας αγριόσκ�
3786 λος, θα τον είχε φάγει ολόκληρο τον Αντώνη.
3787 - Αλήθεια! στέναξε πάλι η Πο�
3788 λο�
3789 διά.
3790 - Καθόλο�
3791 ! διαμαρτ�
3792 ρήθηκε ο Αντώνης. Εγώ δε θα τον άφηνα, θα τον κλοτθθθούθα και θα τον έδιωχνα!
3793 - Ναι! Πού θα πρόφθαινες! έκανε η Αλεξάνδρα.
3794 Μα ο Αλέξανδρος, πο�
3795 δεν ικανοποιήθηκε με την εξήγηση, διέκοψε τη σ�
3796 ζήτηση.
3797 - Ο δικός μας ο Κέρβερος, στην Αλεξάνδρεια, δεν είναι σκύλος το�
3798 βασιλέα, και όμως δεν έφαγε ποτέ κανένα μας... ούτε μας δάγκασε ποτέ, είπε σ�
3799 λλογισμένος.
3800 Η παρατήρηση το�
3801 Αλέξανδρο�
3802 έριξε την Αλεξάνδρα σε σ�
3803 λλογή. Μα βρήκε αμέσως μια δικαιολογία.
3804 - Και πρώτον, είπε, ο Κέρβερος είναι δικό μας σκ�
3805 λί.
3806 - Και τι πειράζει; Η μαμά λέγει πως είναι αγριόσκ�
3807 λος! επέμεινε ο Αλέξανδρος.
3808 Και πάλι τα λόγια το�
3809 Αλέξανδρο�
3810 μπέρδεψαν την Αλεξάνδρα. Μα και πάλι βρήκε μιαν εξήγηση:
3811 - Ναι, μα ο Αντώνης δεν το�
3812 έπαιρνε τα κόκαλα το�
3813 ! Σήμερα πήρε το�
3814 Ντον το κόκαλο πο�
3815 έτρωγε. Και θύμωσε α�
3816 τός.
3817 - Βέβαια! επισφράγισε η Πο�
3818 λο�
3819 διά.
3820 - Κι έπρεπε γι' α�
3821 τό να τον δαγκάσει; ρώτησε ο Αλέξανδρος. Εσύ λες πως δεν πρέπει ποτέ να θ�
3822 μώνομε μεις, όταν άλλα παιδιά μας παίρνο�
3823 ν τα παιχνίδια μας.
3824 Η Αλεξάνδρα στενοχωρέθηκε. Τι σαλάτα την έκανε ο Αλέξανδρος την παιδαγωγική της!
3825 - Και πρώτον λες ανοησίες! Ο Ντον είναι σκύλος, τι ξέρει; έκανε αν�
3826 πόμονα. Έπειτα, να πο�
3827 τον τιμώρησε ο βασιλέας! Είπε να τον δέσο�
3828 ν και να τον παραφ�
3829 λάξο�
3830 ν!
3831 - Έπρεπε να τον δείρο�
3832 ν! επέμεινε ο Αλέξανδρος πο�
3833 κο�
3834 ρδίζο�
3835 νταν με τα ίδια το�
3836 τα λόγια. Γιατί δεν είπε ο θείος Γιώργης να τον δείρο�
3837 ν, παρά είπε μόνο να τον κοιτάξο�
3838 ν;
3839 - Να τον εκθθθετάθο�
3840 ν, διόρθωσε ο Αντώνης.
3841 - Τι θα πει; ρώτησε ο Αλέξανδρος.
3842 - Να τον εκθθθετάθο�
3843 ν θα πει...
3844 Το ήξερε τώρα ο Αντώνης, μα πώς να το πει με λόγια; Α�
3845 τός ο Αλέξανδρος, με τα αιώνια ρωτήματα το�
3846 !
3847 - Δεν καταλαβαίνειθθθ τίποτα! Να, πώθθθ κάνο�
3848 ν εκθετάθθθειθ θτο θκολείο;
3849 Δεν είχε πολλή πεποίθηση στα λόγια το�
3850 ο Αντώνης, μα επιτέλο�
3851 ς ας καταλάβαινε και ο μικρός. Ο Αλέξανδρος όμως δεν είχε καταλάβει. Κι εννοούσε να καταλάβει.
3852 - Θα το�
3853 κάνο�
3854 ν μάθημα; ρώτησε.
3855 Το ερώτημα έμεινε χωρίς απάντηση, η κο�
3856 νο�
3857 πιέρα το�
3858 Αντώνη σώπαινε. Ένιωσε η Αλεξάνδρα πως κάπο�
3859 σκάλωσε το κύρος το�
3860 Αντώνη και πως κινδύνε�
3861 ε να γκρεμιστεί από κει πο�
3862 το είχε ανεβάσει η παλικαριά το�
3863 όλης της ημέρας. Για ν' αλλάξει την ομιλία και να κόψει τα ρωτήματα το�
3864 Αλέξανδρο�
3865 , πο�
3866 έβγαιναν πάντα κομπολόγι, είπε μ' έναν αναστεναγμό:
3867 - Ο�
3868 φ! Πάει α�
3869 τή η Κ�
3870 ριακή! Ήταν γρο�
3871 σούζικη! Πρώτα το ταξίδι της Αλίς, ύστερα η τούμπα το�
3872 Αντώνη στην εκκλησία, ύστερα η βο�
3873 τιά στη στέρνα και τώρα ο Ντον... Πρωί πρωί αλήθεια ο γρο�
3874 σούζης ο μπάτης...
3875 Μα τη διέκοψε ο Αντώνης.
3876 - Ποιοθθθ λέγει τον μπάτη γρο�
3877 θούδη; αναφώνησε. Εγώ ποτέ πια δε θα τον πω γρο�
3878 θθθούδη, χαλάλι το�
3879 , αφού με δάγκαθε ο Ντον! Αν δε με είχε δαγκάθει ο Ντον, αν δεν είχε τρομάκθει η θεία... Πωπώ! τι με περίμενε!... Μπα! Ο μπάτηθθθ είναι γο�
3880 ρλήθθθ! Δήτω ο μπάτηθθθ!
3881 Μια τούμπα στα μαλακά ακούστηκε και από μέσα από την κο�
3882 νο�
3883 πιέρα σα σάλπισμα ξαναπέταξε η φωνή το�
3884 Αντώνη:
3885 - Δήτω-ω-ω!!!
3886 - Ζήτω! φώναξε και ο Αλέξανδρος πο�
3887 ηλεκτρίσθηκε και ανασηκώθηκε και α�
3888 τός για τούμπα.
3889 - Τι τρέχει απάνω; Ποιος φωνάζει;
3890 Η φωνή της θείας στη σκάλα σταμάτησε ξαφνικά τις ετοιμασίες των άλλων κρεβατιών. Βήματα ακούστηκαν και σ�
3891 νάμα ένα βιαστικό γλίστρημα σωμάτων κάτω από σεντόνια πίσω από τις τέσσερις κο�
3892 νο�
3893 πιέρες, και τέλεια σιωπή απλώθηκε στην κάμαρα. Τα βήματα πλησίαζαν. Η θεία μπήκε μέσα προσεκτικά και στάθηκε ν' ακούσει. Τσιμο�
3894 διά...
3895 - Παιδιά; έκανε χαμηλόφωνα.
3896 - Κανένας δε μίλησε.
3897 Σίμωσε η θεία στο κρεβάτι το�
3898 Αντώνη, άπλωσε το χέρι της κάτω από την κο�
3899 νο�
3900 πιέρα κι έψαξε το μέτωπο και το λαιμό το�
3901 . Ο Αντώνης δεν κούνησε. Σιγά τράβηξε κείνη κι έσιαξε το σεντόνι το�
3902 , ξανάμπηξε την κο�
3903 νο�
3904 πιέρα και βγήκε έξω.
3905 - Όχι, δεν έχει π�
3906 ρετό, και κοιμούνται και τα τέσσερα, είπε βγαίνοντας.
3907 Και η φωνή το�
3908 θείο�
3909 απέξω αποκρίθηκε:
3910 - Μένει να παρακολο�
3911 θήσομε τώρα το σκύλο. Ε�
3912 τ�
3913 χώς φαίνεται να είναι καλά και σαν τον είδα, είχε σηκωμένη την ο�
3914 ρά κι έπινε Μοιάζει...
3915 Τα παρακάτω χάθηκαν στο γύρισμα της σκάλας.
3916 - Δε θαθθθ είπα πωθ ο μπάτηθθθ είναι γο�
3917 ρλήθθθ; ψιθύρισε τσε�
3918 δά ο Αντώνης.
3919 Από το κρεβάτι της Αλεξάνδρας ακούστηκε χαμηλόφωνη διαταγή:
3920 - Σσστ!... Η θεία είπε πως κοιμόμαστε! Καληνύχτα!
3921 Πο�
3922 σήμαινε «Δεν πρέπει να τη γελάσομε, λοιπόν φθάνο�
3923 ν τα λόγια». Για τ' αδέλφια ήταν σα να σάλπισε σιωπητήριο. Σε τέτοια διαταγή δεν επιτρέπο�
3924 νταν αντίρρηση. Και οι τρεις μικρότεροι, ε�
3925 άγωγα, έκλεισαν τα μάτια το�
3926 ς.
3927 Ξαπλωμένος χάμω, πίσω από το μολ�
3928 βένιο στρατό το�
3929 , το ένα μάτι κλειστό, σημαδεύοντας με το άλλο πού να ρίξει το βόλο το�
3930 , είπε ο Αντώνης:
3931 - Λοιπόν! Αποφάσισε! Είσαι ή δεν είσαι Τούρκος;
3932 - Δεν είμαι! αναφώνησε αγανακτισμένος ο Αλέξανδρος, γονατισμένος και α�
3933 τός πίσω από το δικό το�
3934 στρατό, τα χέρια το�
3935 απλωμένα προστατε�
3936 τικά πάνω από τα παρατεταγμένα μολ�
3937 βένια στρατιωτάκια.
3938 Ο Αντώνης άνοιξε το δεύτερο μάτι το�
3939 για να αγριοκοιτάξει τον αδελφό το�
3940 .
3941 - Λοιπόν τι είσαι;
3942 - Έλληνας! φώναξε ο Αλέξανδρος.
3943 - Μα πώς μπορούν Έλληνες να πολεμούν και να σκοτώνο�
3944 ν Έλληνες; ρώτησε ο Αντώνης.
3945 Ο Αλέξανδρος δεν ήξερε.
3946 - Δε θέλω όμως να είναι Τούρκοι οι στρατιώτες μο�
3947 ! διαμαρτ�
3948 ρήθηκε θ�
3949 μωμένος.
3950 - Και ποιος θα είναι τότε Τούρκος; Πώς θα πολεμήσομε; Ή Έλληνες θα είναι οι στρατιώτες σο�
3951 ή Τούρκοι! Αφού οι δικοί μο�
3952 είναι Έλληνες, οι δικοί σο�
3953 πρέπει να είναι Τούρκοι!
3954 - Δε θέλω! επανέλαβε ο Αλέξανδρος.
3955 Από το τραπέζι, όπο�
3956 με μπλο�
3957 και κόκκινα μολύβια χρωμάτιζαν οι δ�
3958 ο αδελφές ντεκολτέ κ�
3959 ρίες με τριαντάφ�
3960 λλα στο κεφάλι, παλιά φιγο�
3961 ρίνια της θείας Μαριέτας, σηκώθηκε η Πο�
3962 λο�
3963 διά και σίμωσε τ' αγόρια.
3964 Ήταν πάλι Κ�
3965 ριακή. Μια βδομάδα είχε περάσει από το δάγκαμα το�
3966 Ντον, τα χείλα το�
3967 Αντώνη είχαν γιατρε�
3968 τεί, οι αταξίες πολλαπλασιάστηκαν και οι τιμωρίες της θείας έπεφταν βροχή. Μα σήμερα δεν είχε πάγει η θεία στην εκκλησία, και τ' αγόρια, ελεύθερα, είχαν αποφασίσει να κάνο�
3969 ν πόλεμο κι έστησαν τον έναν αντίκρ�
3970 στον άλλο το�
3971 ς δ�
3972 ο το�
3973 ς εχθρικούς στρατούς. Στάθηκε η Πο�
3974 λο�
3975 διά, με τα χέρια στην πλάτη, όρθια, κι επιθεώρησε με μια ματιά τα τακτικά, κατά τετράδες βαλμένα στρατιωτάκια το�
3976 Αντώνη, τα το�
3977 φέκια και τις ξιφολόγχες το�
3978 ς ολόισια, γραμμή στον ώμο, με την ελληνική σημαία στη μέση και το στρατηγό καβάλα εμπρός. Και ύστερα κοίταξε τα στρατιωτάκια το�
3979 Αλέξανδρο�
3980 , μια μάζα γύρω στην τρίχρωμη μολ�
3981 βένια σημαία το�
3982 ς, με τις ξιφολόγχες άλλες στραβωμένες και άλλες σπασμένες, με βάσεις ασταθείς, αλλού τσακισμένες και αλλού κ�
3983 ρτές. Μα δε μίλησε. Και είπε ο Αντώνης, στα�
3984 ρώνοντας τα χέρια το�
3985 :
3986 - Τότε καλύτερα να μην παίξομε! Παραπονιάρικα είπε ο Αλέξανδρος:
3987 - Δε θέλω ο στρατός μο�
3988 να είναι τούρκικος!
3989 Και νιώθοντας πως ο ερχομός της Πο�
3990 λο�
3991 διάς σήμαινε επικο�
3992 ρία, σήκωσε το κεφάλι και παρακάλεσε:
3993 - Πες το�
3994 !
3995 - Τότε μάζεψε το στρατό σο�
3996 , είπε ο Αντώνης.
3997 - Γιατί δε γίνεσαι εσύ Τούρκος; ρώτησε η Πο�
3998 λο�
3999 διά.
4000 - Εγώ;
4001 Υπερήφανα έδειξε ο Αντώνης το στρατό το�
4002 , ολοκαίνο�
4003 ριο, περιποιημένο, βερνικωμένο, σα να 'βγαινε από το μαγαζί, και χάιδεψε τη χάρτινη ελληνική σημαία, όχι πολύ τακτικά χρωματισμένη, αλλά παστρικά κολλημένη απάνω στη μολ�
4004 βένια σημαία, για να σκεπάσει τα τρία της χρώματα.
4005 - Α�
4006 τοί Τούρκοι; έκανε. Πώς μπορούν να είναι οι Τούρκοι πιο ωραίοι από το�
4007 ς Έλληνες; Και πώς μπορούν οι Έλληνες να έχο�
4008 ν α�
4009 τό το χάλι; πρόσθεσε με μια περιφρονητική κίνηση κατά τη μολ�
4010 βένια μάζα το�
4011 Αλέξανδρο�
4012 .
4013 Το επιχείρημα σ�
4014 γκίνησε την Πο�
4015 λο�
4016 διά. Ειρηνε�
4017 τικά είπε το�
4018 Αλέξανδρο�
4019 :
4020 - Ας είναι Άγγλοι οι δικοί σο�
4021 !
4022 - Λαμπρά! Σαν τη μις Ράις! επιδοκίμασε ο Αντώνης πο�
4023 ήξερε τη νίκη το�
4024 σίγο�
4025 ρη και ήταν ενθο�
4026 σιασμένος να τραβήξει έναν τράκο στο�
4027 ς σ�
4028 μπατριώτες της μις Ράις, ας ήταν και μολ�
4029 βένιοι.
4030 Ο Αλέξανδρος στάθηκε να σ�
4031 λλογιστεί.
4032 - Καλά, είπε αργοκο�
4033 νώντας πλαγίως το κεφάλι το�
4034 , όχι για τη μις Ράις, μα γιατί ο θείος λέγει πως οι Άγγλοι μας έδωσαν την Κρήτη...
4035 - Την Κέρκ�
4036 ρα! διόρθωσε ο Αντώνης. Πού η Κρήτη! Η Κρήτη θα ελε�
4037 θερωθεί μόνη της! Α�
4038 τή δεν έχει ανάγκη από το�
4039 ς Άγγλο�
4040 ς!
4041 - Ναιαιαι; έκανε ο Αλέξανδρος. Πώς θα ελε�
4042 θερωθεί;
4043 - Θα κάνει επανάσταση, όπως ο Καραϊσκάκης... πο�
4044 μας έδειξε ό θείος τον τάφο το�
4045 , και θα ελε�
4046 θερωθεί όπως ελε�
4047 θερώθηκε η Ελλάδα. Να! Α�
4048 τοί οι Κρητικοί είναι παλικάρια! Οι δικοί μο�
4049 στρατιώτες λοιπόν είναι Κρητικοί!
4050 - Ωραία! φώναξε μ' ενθο�
4051 σιασμό ο Αλέξανδρος. Και οι δικοί μο�
4052 Έλληνες...
4053 Μα τον διέκοψε ο Αντώνης:
4054 - Μπούφο! Και τι είναι οι Κρητικοί; Δεν είναι και α�
4055 τοί Έλληνες; Και οι Κερκ�
4056 ραίοι; Και οι Ροδίτες και οι Κ�
4057 πριώτες; Πώς μπορούν Έλληνες να σκοτώνο�
4058 ν Έλληνες; Ο ενθο�
4059 σιασμός το�
4060 Αλέξανδρο�
4061 έπεσε και κοντοστάθηκε, ζαλισμένος λίγο από τόσα ονόματα.
4062 - Μα τότε; Τι θα είναι οι δικοί μο�
4063 ; ρώτησε κατσο�
4064 φιασμένος.
4065 - Μα δεν είπαμε πως θα είναι Άγγλοι; Και η σημαία σο�
4066 το λέγει. Είναι ξένη.
4067 - Η μις Ράις είπε πως δεν είναι αγγλική α�
4068 τή η σημαία, μο�
4069 ρμούρισε διστακτικός ο Αλέξανδρος.
4070 - Το ξέρω, είναι γαλλική, αδιάφορο. Έλα! Ετοιμάσο�
4071 !
4072 - Μα είναι παλικάρια οι Άγγλοι; ρώτησε επιφ�
4073 λακτικά ο Αλέξανδρος.
4074 - Βέβαια είναι! Αφού μας έδωσαν την Κέρκ�
4075 ρα; Έλα τώρα! Πού είναι ο βόλος σο�
4076 ;
4077 Μα ο Αλέξανδρος είχε χάσει το βόλο το�
4078 . Τον γύρεψε μες στις φούστες το�
4079 , ανάμεσα στο�
4080 ς στρατιώτες το�
4081 , μες στο κο�
4082 τί το�
4083 ς, και πάλι στη μάζα των στρατιωτών. Ο βόλος δε βρέθηκε. Μόνο πο�
4084 έπεσαν οι στρατιώτες το�
4085 , πο�
4086 ήταν, ποιος πολύ ποιος λίγο, όλοι κάπως κο�
4087 τσοί και ανάπηροι, και χρειάστηκε να το�
4088 ς ξαναστήσει. Έχασε την �
4089 πομονή το�
4090 ο.Αντώνης.
4091 - Έλα, τελείωνε! φώναξε το�
4092 Αλέξανδρο�
4093 . Σο�
4094 δίνω εγώ άλλο βόλο! Μόνο στήσε γρήγορα το στρατό σο�
4095 !
4096 Βιάζο�
4097 νταν ο Αλέξανδρος όσο μπορούσε και βοηθούσε και η Πο�
4098 λο�
4099 διά. Μα δεν ήταν εύκολο να στηθούν γερά στρατιώτες πο�
4100 όλοι σχεδόν είχαν στραβωμένες τις βάσεις. Το είδε η Πο�
4101 λο�
4102 διά και άρχισε να θ�
4103 μώνει. Με τα δόντια της, νε�
4104 ρικά, θ�
4105 μωσιάρικα, έσιαζε μια δ�
4106 ο λ�
4107 γισμένες βάσεις.
4108 - Τι χάλια πο�
4109 είναι οι στρατιώτες σο�
4110 ! είπε χαμηλόφωνα το�
4111 Αλέξανδρο�
4112 , ενώ παρακάτω ο Αντώνης γύρε�
4113 ε ανάμεσα στο�
4114 ς βόλο�
4115 ς το�
4116 έναν όμοιο σαν το δικό το�
4117 , για να τον δώσει το�
4118 αδελφού το�
4119 . Τι χάλια! Ένας δεν έχει στέρεη βάση! Και θες να είναι κι Έλληνες! Με την πρώτη θα πέσο�
4120 ν!
4121 Ντροπιασμένος κοίταζε ο Αλέξανδρος τα θ�
4122 μωμένα χέρια της Πο�
4123 λο�
4124 διάς πο�
4125 γύρε�
4126 ε να στερεώσει το�
4127 ς στρατιώτες το�
4128 , πατώντας τη μια βάση πάνω στην άλλη, μήπως τις αλληλοσ�
4129 γκρατήσει. Μα επέστρεφε ο Αντώνης. Το�
4130 ς έσφιξε η Πο�
4131 λο�
4132 διά όσο μπορούσε σε μια μάζα και σηκώθηκε.
4133 - Να, είπε ο Αντώνης το�
4134 αδελφού το�
4135 . Δε βρήκα τον απαράλλαχτο σαν το δικό μο�
4136 βόλο, μα δεν πειράζει. Ο δικός σο�
4137 είναι λίγο πιο μεγάλος, θα σκοτώσεις περισσότερο�
4138 ς από το�
4139 ς δικούς μο�
4140 στρατιώτες. Έλα! Τράβα εσύ πρώτος!
4141 - Και σημάδεψε καλά! πρόσταξε η Πο�
4142 λο�
4143 διά.
4144 Δίπλωσε ο Αλέξανδρος τον αντίχειρα το�
4145 μέσα στο στρογγ�
4146 λεμένο το�
4147 δείχτη, τοποθέτησε το βόλο πάνω στο νύχι το�
4148 και σημάδεψε. Μα ήταν μικρός ο αντίχειρας και βαρύς ο βόλος. Τον τίναξε, έφ�
4149 γε α�
4150 τός στραβά και πέρασε πλάγι στο�
4151 ς στρατιώτες το�
4152 Αντώνη, χωρίς ν' αγγίξει κανένα.
4153 - Μπούφο! μο�
4154 ρμούρισε η Πο�
4155 λο�
4156 διά.
4157 - Δική μο�
4158 σειρά! είπε ο Αντώνης.
4159 Ξαπλώθηκε χάμω, τοποθέτησε το βόλο το�
4160 στο νύχι το�
4161 , έκλεισε το ένα μάτι, σημάδεψε κι έριξε. Ο βόλος χτύπησε τη μάζα το�
4162 Αλέξανδρο�
4163 στη μια γωνιά και πήρε το�
4164 ς μισούς.
4165 - Ω! ω! ω! έκανε ο Αλέξανδρος, έτοιμος να κλάψει.
4166 - Στάσο�
4167 ! φώναξε η Πο�
4168 λο�
4169 διά απλώνοντας τα χέρια της. Είπαμε πως όποιος στρατιώτης έπεσε πάνω σ' άλλο στρατιώτη είναι πληγωμένος και ξανασηκώνεται. Σκοτωμένοι είναι μόνο όσοι ακο�
4170 μπούν ολόκληροι στο πάτωμα.
4171 - Σωστά, αποκρίθηκε ο Αντώνης πο�
4172 είχε κάνει το νόμο στα γενέθλια το�
4173 Αλέξανδρο�
4174 , όταν είχε λάβει ο αδελφός το�
4175 καινούριο�
4176 ς στρατιώτες, ενώ οι δικοί το�
4177 είχαν αρχίσει να χάνο�
4178 ν λίγο την ισορροπία το�
4179 ς. Σωστά, επανέλαβε πλησιάζοντας να επιτηρήσει την επιλογή. Μα τούτοι είναι σχεδόν όλοι σκοτωμένοι.
4180 - Καθόλο�
4181 ! είπε η Πο�
4182 λο�
4183 διά σηκώνοντας έναν πεσμένο πο�
4184 έσπρωξε έναν άλλο πλάγι το�
4185 . Να, κούνησε α�
4186 τός· άρα ακο�
4187 μπούσε στον άλλο.
4188 - Στην άκρη μόνο της ξιφολόγχης! παρατήρησε ο Αντώνης.
4189 - Αδιάφορο! Ακο�
4190 μπούσε! επέμεινε η Πο�
4191 λο�
4192 διά.
4193 Και σήκωσε τον πληγωμένο, και άλλον έναν, και πάλι άλλον, ώσπο�
4194 δεν έμειναν παρά τρεις τέσσερις σκοτωμένοι.
4195 - Σα να μο�
4196 φαίνεται πως το�
4197 ς σήκωσες όλο�
4198 ς! ξαναδιαμαρτ�
4199 ρήθηκε ο Αντώνης.
4200 - Καθόλο�
4201 ! Σήκωσα μόνο το�
4202 ς πληγωμένο�
4203 ς! Έλα, Αλέξανδρε, τράβα πάλι!
4204 Αναστέναξε ο Αλέξανδρος με ανακούφιση, σαν είδε πάλι όρθιο�
4205 ς το�
4206 ς στρατιώτες το�
4207 , και πάλι σημάδεψε και πάλι έριξε. Μα πάλι στράβωσε ο βόλος το�
4208 και αστόχησε και κατρακύλησε πέρα από το στρατό το�
4209 Αντώνη.
4210 - Μα δεν προσέχεις! το�
4211 φώναξε η Πο�
4212 λο�
4213 διά.
4214 - Δική μο�
4215 σειρά! είπε θριαμβε�
4216 τικά ο Αντώνης.
4217 Και σημάδεψε και τράβηξε, και πάλι ο μισός στρατός το�
4218 Αλέξανδρο�
4219 στρώθηκε χάμω. Η Πο�
4220 λο�
4221 διά ρίχθηκε στα γόνατα και άρχισε πάλι το ξεδιάλεγμα των πληγωμένων. Μ' α�
4222 τή τη φορά είχε ρίξει πιο δ�
4223 νατά ο Αντώνης και είχαν σκορπίσει μακριά οι στρατιώτες, αφήνοντας λιγότερο�
4224 ς πληγωμένο�
4225 ς παρά σκοτωμένο�
4226 ς.
4227 - Έλα, είπε σφίγγοντας τα δόντια της η Πο�
4228 λο�
4229 διά, σημάδεψε! Πρόσεξε!
4230 Πρόσεξε ο καημένος ο Αλέξανδρος, μα το�
4231 έπεφτε βαρύς ο βόλος και μικρό το χέρι και ήταν στερεές οι βάσεις το�
4232 Αντώνη. Α�
4233 τή τη φορά χτύπησε την πλε�
4234 ρά μιας τετράδας, αλλά, αν και κλονίστηκε ολόκληρη η σειρά, μόνο ένας στρατιώτης έπεσε.
4235 Και πάλι τράβηξε ο Αντώνης, και πάλι σκόρπισαν, πεθαμένοι και πληγωμένοι, όλοι σχεδόν οι στρατιώτες το�
4236 Αλέξανδρο�
4237 .
4238 Τα δάκρ�
4239 α έτρεχαν τώρα σιωπηλά στα μάγο�
4240 λα το�
4241 , ενώ σήκωνε το�
4242 ς πληγωμένο�
4243 ς το�
4244 , και πλάγι το�
4245 , σιωπηλή και α�
4246 τή, έτριζε η Πο�
4247 λο�
4248 διά τα δόντια της κι έσφιγγε κοντά-κοντά, για να �
4249 ποστηρίξει ο ένας τον άλλο, το�
4250 ς λίγο�
4251 ς πια ήρωες το�
4252 Αλέξανδρο�
4253 .
4254 Ο αγώνας δε βάσταξε πολύ. Στην κατοπινή ριξιά έπεσε όλος ο στρατός το�
4255 Αλέξανδρο�
4256 .
4257 - Ζήτω! φώναξε ο Αντώνης. Ζήτω! Σας έφαγα πάλι!
4258 - Καθόλο�
4259 ! αποκρίθηκε η Πο�
4260 λο�
4261 διά, γοργά σηκώνοντας τρεις τέσσερις στρατιώτες. Α�
4262 τοί είναι πληγωμένοι, πληγωμένος και ο στρατηγός! Έλα, Αλέξανδρε!
4263 - Ζαβολιάρα! της φώναξε ο Αντώνης. Ήταν όλοι σκοτωμένοι!
4264 - Δεν ήταν! διαμαρτ�
4265 ρήθηκε η Πο�
4266 λο�
4267 διά. Και δε θέλω να με λες ζαβολιάρα! Α�
4268 τοί ήταν πληγωμένοι, να, ήταν πεσμένοι έτσι...
4269 - Εγώ το�
4270 ς είδα, και ήταν όλοι σκοτωμένοι! επέμεινε ο Αντώνης.
4271 - Δεν ήταν! επέμεινε και η Πο�
4272 λο�
4273 διά.
4274 - Ήταν!
4275 - Δεν ήταν!
4276 Τα πράγματα αγρίε�
4277 αν.
4278 - Μη μαλώνετε! φώναξε η Αλεξάνδρα από το τραπέζι της. Ο Αντώνης ρίχθηκε κι εκείνος στα γόνατα.
4279 - Έλα, καλά, ξεμπέρδε�
4280 ε, Αλέξανδρε, ρίξε άλλη μια, είπε πεισμωμένος, και με την πρώτη θα σο�
4281 το�
4282 ς σαρώσω όλο�
4283 ς κάτω!
4284 Ο Αλέξανδρος, γονατιστός, δάγκανε τα χείλια το�
4285 , για να σταματήσει τα δάκρ�
4286 α πο�
4287 ολοένα ανάβρ�
4288 ζαν. Πήρε το βόλο το�
4289 , σημάδεψε κι έριξε. Μά έτρεμαν τα χέρια το�
4290 και ο βόλος πήδηξε από πάνω από το στρατό το�
4291 Αντώνη και κύλησε με κρότο στα σανίδια, μακριά, πίσω το�
4292 .
4293 - Δική μο�
4294 σειρά και τελείωσε! φώναξε θριαμβε�
4295 τικά ο Αντώνης.
4296 - Δεν πάει α�
4297 τή! αντιφώναξε η Πο�
4298 λο�
4299 διά.
4300 - Πάει και παραπάει!
4301 - Όχι, δεν πάει! Έδωσες το�
4302 Αλέξανδρο�
4303 ένα μεγάλο βόλο πο�
4304 δε χωρεί στο δάχτ�
4305 λο το�
4306 ! Δώσ' το�
4307 το δικό σο�
4308 βόλο!
4309 - Ανοησίες λες! Φύγε από κει!
4310 - Δεν πάει σο�
4311 λέγω! Στάσο�
4312 !
4313 Με μια σπρωξιά την παραμέρισε ο Αντώνης, έριξε το βόλο το�
4314 και σκόρπισε στα πέρατα το�
4315 ς τελε�
4316 ταίο�
4317 ς ανδρείο�
4318 ς το�
4319 Αλέξανδρο�
4320 , μαζί και το στρατηγό, πο�
4321 α�
4322 τή τη φορά έπεσε από το άλογο. Ο Αλέξανδρος δε γύρε�
4323 ε πια να σ�
4324 γκρατήσει τ' αναφιλητά το�
4325 . Η Πο�
4326 λο�
4327 διά άφριζε.
4328 - Δεν πάει! έλεγε και ξανάλεγε. Δεν πάει, είναι αδικία! Και με φούρκα μάζεψε το στρατηγό, τον κάθισε στο άλογο και άρχισε να στήνει πάλι όρθιο�
4329 ς το�
4330 ς στρατιώτες.
4331 Με μια ξανάστροφη το�
4332 ς έριξε κάτω ο Αντώνης. Έξω φρενών κλότσησε η Πο�
4333 λο�
4334 διά και αναποδογύρισε και σκόρπισε όλο το στρατό το�
4335 Αντώνη. Άλλη μάχη ξέσπασε τότε. Την έπιασε ο Αντώνης από τα δ�
4336 ο χέρια γ�
4337 ρεύοντας να τη γονατίσει.
4338 - Τι έκανες; της είπε μέσα από τα δόντια το�
4339 . Είδες τι έκανες; Έριξες κάτω την ελληνική σημαία και την ξεκόλλησες! Μάζεψε την ε�
4340 θύς και φίλησε την!
4341 - Δεν τη μαζεύω και δεν τη φιλώ!
4342 - Θα τη μαζέψεις!
4343 - Δεν τη μαζεύω!
4344 Με τη βία τη γονάτισε.
4345 - Μάζεψε την! Είναι η ελληνική σημαία!
4346 - Δεν είναι! Είναι ένα παλιόχαρτο...
4347 - Πο�
4348 λο�
4349 διά!...
4350 Διακόπηκε κείνη, τρομαγμένη με τα ίδια της τα λόγια. Σα να πάγωσε ξαφνικά η κάμαρα όλη. Η Αλεξάνδρα είχε σηκωθεί από τη ζωγραφική της, ο Αντώνης τράβηξε τα χέρια το�
4351 , ο Αλέξανδρος σταμάτησε τα κλάματα το�
4352 . Και οι τρεις την κοίταζαν. Μα η Πο�
4353 λο�
4354 διά δεν τα 'βαζε κάτω.
4355 - Δεν είναι α�
4356 τό σημαία! επέμεινε. Α�
4357 τό το ζωγράφισε ο Αντώνης, και το κόλλησε ο Αντώνης, και δεν είναι τίποτα, και είναι πασαλειμμένο γκόμες και μο�
4358 ντζούρες! Είναι... είναι...
4359 Δεν τόλμησε να επαναλάβει τη λέξη, μα τα χείλια της έτρεμαν και δάκρ�
4360 α μαζεύο�
4361 νταν στα μάτια της.
4362 - Είναι μια μο�
4363 ντζούρα! μο�
4364 ρμούρισε.
4365 - Καλά! είπε ο Αντώνης. Το απόγεμα θα έλθει ο Γιάννης και θα τον ρωτήσω αν επιτρέπονται α�
4366 τά! Θα το�
4367 πω πως είπες τη σημαία μας παλιόχαρτο και μο�
4368 ντζούρα! - Δεν την είπα!
4369 - Δεν την είπες; Τ' άκο�
4370 σε και η Αλεξάνδρα και ο Αλέξανδρος!
4371 - Όχι! Δεν το είπα για τη σημαία μας! Το είπα γι' α�
4372 τό το χαρτί...
4373 - Να, πάλι το λες! Λοιπόν για τιμωρία σο�
4374 θα το�
4375 πω και το άλλο. Πως είπες πο�
4376 , όταν μεγαλώσεις, θα τον πάρεις...
4377 Α�
4378 τού πια ξεχείλισε το ποτήρι. Η Πο�
4379 λο�
4380 διά έμπηξε τα κλάματα, πετάχθηκε έξω από την κάμαρα κι έτρεξε ολόισια στην α�
4381 λή. Εκεί ήταν μοναξιά και ηλιοπύρι. Κάθισε στο πεζούλι της πόρτας, έσκ�
4382 ψε το κεφάλι της στα γόνατα κι έκλαψε, έκλαψε όσο το τραβούσε η καρδιά της. Η πόρτα της α�
4383 λής άνοιξε σιγά και η Αλίς μπήκε μέσα. Μα τόσο έκλαιγε η Πο�
4384 λο�
4385 διά, πο�
4386 δεν την άκο�
4387 σε. Πλησίασε η Αλίς λίγο διστακτικά και ακούμπησε το χέρι στο σκ�
4388 μμένο κεφάλι της Πο�
4389 λο�
4390 διάς.
4391 - Γιατί κλαις; ρώτησε γλ�
4392 κά.
4393 Ξαφνίστηκε η Πο�
4394 λο�
4395 διά και ανορθώθηκε. Το πρόσωπο της ήταν μο�
4396 σκεμένο και μο�
4397 ντζο�
4398 ρωμένο από τ' ασκούπιστα δάκρ�
4399 α. Αντίκρισε το σ�
4400 μπονετικό βλέμμα της Αλίς και σ�
4401 γκινήθηκε και ξανάρχισε τα κλάματα.
4402 - Γιατί κλαις; Τι έχεις;
4403 Μα δεν ήθελε να πει η Πο�
4404 λο�
4405 διά ούτε για τη σημαία ούτε για τον καβγά της με τον Αντώνη ούτε για τις φοβέρες το�
4406 πως θα τα πει το�
4407 Γιάννη. Σ�
4408 νάμα θ�
4409 μήθηκε την τελε�
4410 ταία φορά πο�
4411 είχε έλθει η Αλίς και, βλέποντας την τόσο σ�
4412 μπονετική και γλ�
4413 κιά, ντράπηκε για τα τραχιά λόγια πο�
4414 της είχε πει ο Αντώνης, πως εκείνη σταύρωσε το Χριστό. Και, με ξαφνική τρ�
4415 φερότητα, αγκάλιασε την Αλίς και τη φίλησε.
4416 Κοκκίνισε κείνη από ε�
4417 χαρίστηση και της ανταπέδωσε το φίλημα της.
4418 - Μα γιατί κάθεσαι στον ήλιο; Πύρωσε το κεφάλι σο�
4419 , είπε. Έλα στη σκιά.
4420 Μαζί πήγαν τα δ�
4421 ο κορίτσια και κάθισαν κάτω από τη γαζία. Και για να κάνει την Πο�
4422 λο�
4423 διά να ξεχάσει τη λύπη της, είπε η Αλίς.
4424 - Ξέρεις γιατί δεν ήρθα τόσες μέρες; Ήμο�
4425 ν στης θείας μο�
4426 , στην εξοχή, στο βο�
4427 νό, στην πρασινάδα και στα πεύκα! Αχ, έλα και σ�
4428 !...
4429 Μέσα στην κάμαρα ωστόσο άλλος θρήνος γίνο�
4430 νταν. Ο Αλέξανδρος μάζε�
4431 ε φούχτες το�
4432 ς στρατιώτες το�
4433 , κλαίγοντας, και το�
4434 ς έριχνε φύρδην μείγδην στο κο�
4435 τί το�
4436 ς, ενώ ο Αντώνης, με τα χέρια στην τσέπη, πήγαινε κι έρχο�
4437 νταν σα Μεγάλος Ναπολέων μετά τη νίκη.
4438 - Και πρώτον δεν κάνει να κλαις γιατί νικήθηκες! είπε το�
4439 αδελφού το�
4440 . Δεν είναι σπορ α�
4441 τό!
4442 Ο Αλέξανδρος, πο�
4443 το ήξερε, πο�
4444 είχε ακούσει α�
4445 τό το ίδιο μάθημα ύστερ' από κάθε μάχη με τον Αντώνη, δεν αποκρίθηκε, μόνο μο�
4446 σούνιζε σιωπηλά, γ�
4447 ρεύοντας να καταπιεί τα δάκρ�
4448 α το�
4449 .
4450 Η Αλεξάνδρα είχε ξανακαθίσει στο τραπέζι κι έγλειφε το πινέλο της για να το κάνει μ�
4451 τερό.
4452 - Ο Αλέξανδρος είναι μικρός, είπε μ' επιείκεια. Μα η Πο�
4453 λο�
4454 διά πο�
4455 είναι μεγάλη πρέπει να μάθει να μη θ�
4456 μώνει, σα χάνει ένα παιχνίδι.
4457 Ο Αλέξανδρος ξέσπασε σε καινούρια κλάματα.
4458 - Η Πο�
4459 λο�
4460 διά είναι πολύ καλή! είπε.
4461 - Βέβαια, γιατί σε βοήθησε! αποκρίθηκε ο Αντώνης.
4462 - Δε με βοήθησε! Αν με είχε βοηθήσει, θα κέρδιζα εγώ τον πόλεμο!
4463 - Κιαμεδέ! Με τέτοιο�
4464 ς στρατιώτες, στραβωμένο�
4465 ς, σπασμένο�
4466 ς...
4467 - Ναι, θα σο�
4468 σκότωνε η Πο�
4469 λο�
4470 διά το�
4471 ς δικούς σο�
4472 !
4473 - Κιαμεδέ! είπε πάλι ο Αντώνης.
4474 Ξανάνοιξε το κο�
4475 τί το�
4476 , όπο�
4477 έναν έναν είχε σ�
4478 γ�
4479 ρίσει και φ�
4480 λάξει το�
4481 ς στρατιώτες το�
4482 , αφού πρώτα διόρθωσε και ίσιασε όσες ξιφολόγχες είχαν κακοπάθει από την κλοτσιά της Πο�
4483 λο�
4484 διάς, και το�
4485 ς χάιδεψε με αγάπη.
4486 - Τέτοιο στρατό δεν τον νικά κανένας! είπε. Οι δικές μο�
4487 βάσεις είναι όλες στερεές!
4488 - Η Πο�
4489 λο�
4490 διά θα το�
4491 ς νικούσε, γιατί σημαδεύει πιο καλά από σένα!
4492 - Κιαμεδέ! επανέλαβε κοροϊδε�
4493 τικά ο Αντώνης.
4494 - Ναι, σημαδεύει πιο καλά! επέμεινε με πείσμα ο Αλέξανδρος. Στο κροκέ, στην Αλεξάνδρεια, πολλές φορές σε κέρδιζε!
4495 - Στο κροκέ! Ένα κο�
4496 τό, κοριτσίστικο παιχνίδι! έκανε ακατάδεχτα ο Αντώνης. Εγώ σο�
4497 λέγω για βόλο�
4498 ς! Στο�
4499 ς βόλο�
4500 ς τα βγάζει πέρα μαζί μο�
4501 ;
4502 - Και στο�
4503 ς βόλο�
4504 ς σε κερδίζει η Πο�
4505 λο�
4506 διά!
4507 - Ποτέ!
4508 - Ναι, σε κέρδισε μια μέρα, εγώ το θ�
4509 μούμαι!
4510 - Λες ανοησίες!
4511 - Σε κέρδισε μια μέρα!
4512 - Και πρώτον η Πο�
4513 λο�
4514 διά δεν έχει βόλο�
4515 ς! Πώς με κέρδισε; Με τι;
4516 - Ο Στάμος της είχε δώσει βόλο�
4517 ς!
4518 - Ο Στάμος; Θ�
4519 μάσαι σ�
4520 τώρα τι έκανε στην Αλεξάνδρεια ο Στάμος!
4521 - Ναι, εγώ θ�
4522 μούμαι. Εσύ κάνεις πως ξέχασες. Εσύ έπαιζες με την Αλεξάνδρα κι εκείνη εναντίον σο�
4523 με τον Στάμο.
4524 - Ο Στάμος κέρδισε κείνη τη μέρα, όχι η Πο�
4525 λο�
4526 διά!
4527 - Ναι, η Πο�
4528 λο�
4529 διά! Εγώ το θ�
4530 μούμαι! Το είπε και ο Στάμος!
4531 - Και σ�
4532 λες ό,τι ακούσεις, σαν παπαγάλος!
4533 - Και σ�
4534 λες ψέματα...
4535 - Αλέξανδρε! φώναξε τρομαγμένη η Αλεξάνδρα.
4536 Πιο μεγάλη προσβολή δεν μπορούσε να γίνει το�
4537 Αντώνη, παρά να το�
4538 πο�
4539 ν πως λέγει «ανακρίβειες». Τη λέξη όμως «ψέματα» κανένα απ' τ' αδέλφια δεν είχε τολμήσει ποτέ να την ξεστομίσει. Θα έπεφτε τώρα ξύλο;
4540 Σφίγγοντας φούχτες και δόντια, κατακόκκινος, είπε ο Αντώνης:
4541 - Είσαι μικρός και δε σε δέρνω! Μα στάσο�
4542 να έλθει η μαμά, να μάθει πως είπες «Βρε σ�
4543 » στον αξιωματικό, και βλέπεις εσύ!
4544 Ο Αλέξανδρος αναλύθηκε πάλι στα κλάματα.
4545 - Μην το πεις! παρακάλεσε.
4546 - Όχι, τι; Να λες έτσι, πως λέγω εγώ ψέματα; Και σα μάθει η μαμά πως λες α�
4547 τή τη λέξη...
4548 - Πο�
4549 δε θέλει ο πατέρας ούτε να περνά το στόμα μας! πρόσθεσε α�
4550 στηρά η Αλεξάνδρα.
4551 - Και πως μο�
4552 την είπες εμένα... εμένα! επανέλαβε ο Αντώνης. Να δεις! Να δεις τι θα πάθεις, κι εσύ και η Πο�
4553 λο�
4554 διά, πο�
4555 είπε μο�
4556 ντζούρα και παλιόχαρτο την ελληνική σημαία!
4557 Α�
4558 τή η διπλή φοβέρα αποτελείωσε πια τον Αλέξανδρο. Κάθισε χάμω, έχωσε το κεφάλι το�
4559 στις δίπλες της φούστας το�
4560 και αφέθηκε στην απελπισία το�
4561 . Η πόρτα της κάμαρας άνοιξε και το γελαστό κεφάλι της Αλίς, με τις ξανθές της πλεξούδες στεφάνι, παρο�
4562 σιάστηκε στο άνοιγμα.
4563 - Καλημέρα! φώναξε χαρούμενα. Μας θέλετε; Και μπήκε μέσα με την Πο�
4564 λο�
4565 διά.
4566 Το μάτι της Πο�
4567 λο�
4568 διάς έπεσε αμέσως στο ξαφνισμένο, όλο δάκρ�
4569 α και δαχτ�
4570 λιές πασαλειμμένο πρόσωπο το�
4571 Αλέξανδρο�
4572 . Μάντεψε ε�
4573 θύς καβγάδες και λογομαχίες, όπο�
4574 ο φ�
4575 σικός της σύμμαχος θα τις έφαγε πάλι.
4576 - Γιατί κλαις; ρώτησε απότομα, έτοιμη για μάχη.
4577 - Γιατί... γιατί... κλαψαποκρίθηκε ο Αλέξανδρος. Μα τον διέκοψε ο Αντώνης μ' ένα νόημα.
4578 - Μην πεις! διέταξε σιωπηλά, κρ�
4579 φοδείχνοντας την Αλίς. Και σκύβοντας πάνω στον αδελφό το�
4580 , τάχα να τον βοηθήσεινα σηκωθεί, το�
4581 πρόσταξε στο α�
4582 τί:
4583 - Μην πεις για τη σημαία μπροστά της!
4584 Και σώπασε ο Αλέξανδρος κι έγινε σιωπή, και τ' αδέλφια στάθηκαν αδέξια, κο�
4585 τά, μαγκωμένα.
4586 Μα η Αλίς δεν το�
4587 ς άφησε καιρό να νιώσο�
4588 ν τη στενοχώρια το�
4589 ς. Γελαστή σίμωσε τον Αντώνη και, σπρώχνοντας με το δάχτ�
4590 λο πίσω το κεφάλι το�
4591 , είπε:
4592 - Για να δω; Μπα! Περίεργο! Δε φαίνονται τα δαγκάματα το�
4593 Ντον, μόνο δ�
4594 ο μικρά κοκκινάκια! Πόνεσες πολύ;
4595 - Όχι! Μα πώς το ξέρεις; ρώτησε ο Αντώνης.
4596 - Μας το 'πε χθες βράδ�
4597 η Μαρούσα. Μας είπε πως ήλθατε να με φωνάξετε, αλήθεια; Τι κρίμα πο�
4598 είχα φύγει! Και πως ύστερα σε δάγκασε ο Ντον. Καημένε Αντώνη! Πώς θα πόνεσες!
4599 - Όχι, δεν πόνεσα πολύ, με δάγκασε, να, έτσι! είπε ο Αντώνης πιάνοντας το χείλι το�
4600 ανάμεσα στον αντίχειρα και στο δείχτη.
4601 - Καλέ, τι λες; Σο�
4602 έκανε, λέει, κιμά το πρόσωπο! Ναι, η Μαρούσα μας το είπε. Και κόντεψες να λ�
4603 σσάξεις και δεν έκλαψες, ούτε καν φοβήθηκες! Μπράβο σο�
4604 ! Όλοι σε θα�
4605 μάσαμε...
4606 Ο Αντώνης, πο�
4607 δεν είχε καταλάβει καθόλο�
4608 πως έγινε κιμάς το πρόσωπο το�
4609 , ούτε πως κόντεψε να λ�
4610 σσάξει, ένιωσε έξαφνα σα να �
4611 ψώνο�
4612 νταν μια πήχη πάνω από το μπόι το�
4613 .
4614 Οι αδελφές το�
4615 όμως, φ�
4616 σικά, έκαναν να τον κατεβάσο�
4617 ν από τα ύψη το�
4618 .
4619 - Τι; Τι είπε η Μαρούσα; ρώτησε ειρωνικά η Αλεξάνδρα. Και φο�
4620 ριαστά διαμαρτ�
4621 ρήθηκε η Πο�
4622 λο�
4623 διά:
4624 - Καθόλο�
4625 δεν το�
4626 έκανε κιμά το πρόσωπο! ενώ με βιαστικά βήματα πλησίαζε ο Αλέξανδρος και σηκώνο�
4627 νταν στις μύτες το�
4628 , για να δει από πιο κοντά τις άγνωστες πληγές στο πρόσωπο το�
4629 αδελφού το�
4630 .
4631 Μα η Αλίς δεν �
4632 ποχώρησε.
4633 - Ναι, ναι, σε ξέρω! Είσαι πάντα παλικάρι και ποτέ δε λες πως πονείς! επανέλαβε. Μα κόντεψες να λ�
4634 σσάξεις και να πεθάνεις! Το είπε και ο πατέρας, και κατατρόμαξαν όλοι εδώ...
4635 - Εμείς; Καθόλο�
4636 ! αναφώνησε η Πο�
4637 λο�
4638 διά. Εκτός, ναι, μόνο σαν έτρεχαν τα αίματα...
4639 - Καλέ, τι αίματα! Τόσο τρόμαξε η θεία σας η Μαριέτα, πο�
4640 έστειλε το θείο σας στο βασιλέα να το�
4641 πει να σκοτώσει τον Ντον. Και είπε ο βασιλέας: «Πώς λ�
4642 πούμαι γι' α�
4643 τό πο�
4644 σ�
4645 νέβηκε! Να είστε βέβαιος πως θα θέσομε τον Ντον και θα τον παραφ�
4646 λάξομε!» Και κάθε μέρα, ύστερα, μηνούσε πως ο Ντον ήπιε πολύ νερό...
4647 - Γιατί; ρώτησε η Αλεξάνδρα.
4648 - Γιατί, αν ήταν λ�
4649 σσασμένος, δε θα έπινε νερό, έτσι λέγει ο πατέρας. Μα ο Αντώνης δεν το ήξερε πως δε θα ήταν λ�
4650 σσασμένος, και όμως δε φοβήθηκε καθόλο�
4651 ! Οι δ�
4652 ο αδελφές άκο�
4653 αν κλονισμένες και ο Αλέξανδρος ξέχασε, στη σαστιμάδα το�
4654 , να κλείσει το στόμα το�
4655 .
4656 - Και όχι μόνο τον δάγκασε, αλλά τον δάγκασε στο πρόσωπο, πο�
4657 είναι ακόμα πιο επικίνδ�
4658 νο, εξακολούθησε η Αλίς. Γιατί, όσο πιο κοντά στο κεφάλι σε δαγκάσει ο σκύλος, τόσο πιο άσχημο είναι...
4659 - Γιατί; ρώτησε πάλι η Αλεξάνδρα, θαμπωμένη από τις γνώσεις της Αλίς.
4660 Μ' α�
4661 τή τη φορά δεν ήξερε η Αλίς. Σταμάτησε μια στιγμή και πάλι πήρε φόρα:
4662 - Έτσι είπε ο πατέρας. Και είπε: «Πώς θ' ανησύχησαν οι άνθρωποι πο�
4663 τον δάγκασε στο πρόσωπο!» Και μας είπε η Μαρούσα πως και ο Αντώνης θα δάγκανε όλο τον κόσμο και πως θα έπεφτε ξερός! Και όμως ο Αντώνης δε φοβήθηκε!
4664 Άκο�
4665 σε ο Αντώνης και θαύμαζε. Ποτέ δεν είχε φανταστεί πόσο ηρωικά είχε φερθεί. Τον γέμιζε λίγο λίγο αίσθημα από σ�
4666 μπόνια και θα�
4667 μασμό για τον εα�
4668 τό το�
4669 και σ�
4670 νάμα μια τρ�
4671 φερή αγάπη για την Αλίς πο�
4672 έβγαζε στη φόρα τον ηρωισμό το�
4673 .
4674 Μα όταν είδε δάκρ�
4675 α στα μάτια της Αλεξάνδρας και της Πο�
4676 λο�
4677 διάς τα φρύδια ν' ανεβαίνο�
4678 ν τρομαγμένα κατά τα κατσαρωμένα της μαλλιά, φούσκωσε η καρδιά το�
4679 από ε�
4680 γνωμοσύνη και το�
4681 ήλθε ακράτητη λαχτάρα να διορθώσει την αδικία, την προσβολή πο�
4682 είχε κάνει της Αλίς την τελε�
4683 ταία φορά πο�
4684 την είχε δει.
4685 - Αλίς, της είπε μ' ενθο�
4686 σιασμό, εσύ δεν είσαι Εβραία! Είμαι βέβαιος πως δεν είσαι Εβραία!
4687 Η Αλίς σώπασε μαζεμένη και ανήσ�
4688 χα κοίταξε ένα ένα τ' αδέλφια.
4689 - Πες! επέμεινε ο Αντώνης. Δεν είναι αλήθεια πως δεν είσαι Εβραία;
4690 - Δεν ξέρω... μο�
4691 ρμούρισε διστακτικά η Αλίς.
4692 - Εγώ είμαι βέβαιος πως δεν είσαι Εβραία και πως είσαι Ελληνίδα.
4693 - Ναι, είμαι Ελληνίδα, είπε ντροπαλά η Αλίς.
4694 - Α�
4695 τό δε σημαίνει, είπε σκοτισμένη η Αλεξάνδρα. Νομίζω πως μπορείς να είσαι και Ελληνίδα και Εβραία...
4696 - Όχι, δεν μπορείς! φώναξε ο Αντώνης. Εγώ ξέρω πως στην Αλεξάνδρεια οι Εβραίοι δεν είναι Έλληνες και δεν πάνε στο δικό μας σχολείο, μόνο πάνε στο�
4697 ς ιησο�
4698 ίτες.
4699 - Στάσο�
4700 να δούμε, έχω μιαν ιδέα και θα καταλάβομε αμέσως, είπε η Αλεξάνδρα. Αλίς, τι μαθαίνεις εσύ στο σχολείο πο�
4701 πας;
4702 - Τι μαθαίνω; ρώτησε ανήσ�
4703 χα η Αλίς. Γιατί; Τι μαθαίνω;
4704 - Να, σας μαθαίνο�
4705 ν για τον Τρωικό πόλεμο και τον Αχιλλέα;
4706 - Βέβαια!
4707 - Και για τον Σωκράτη; Ξέρεις ποιος είναι ο δίκαιος Αριστείδης;
4708 - Ξέρω!
4709 - Και ο Περικλής; Και ο Λεωνίδας;... Μα τη διέκοψε ο Αντώνης:
4710 - Ξέρεις τι θα πει «Μολών λαβε»; Και «Ή ταν ή επί τας»; Έμαθες το «Πάταξον μεν, άκο�
4711 σον δε»; ρώτησε ορμητικά.
4712 - Ναι!
4713 - Λοιπόν δεν είσαι βέβαια Εβραία! φώναξε θριαμβε�
4714 τικά ο Αντώνης.
4715 - Δεν είσαι Εβραία! επικύρωσε η Αλεξάνδρα. Είσαι Ελληνίδα σαν και μας!
4716 Και, στη σ�
4717 γκίνηση της απάνω, φίλησε την Αλίς.
4718 Ήταν το δεύτερο φιλί πο�
4719 δέχο�
4720 νταν η Αλίς εκείνο το ίδιο πρωί από τις αδελφές. Και χαρούμενη, σ�
4721 γκινημένη κι εκείνη, κάθισε στον καναπέ, ανάμεσα στις δ�
4722 ο αδελφές πο�
4723 της βαστούσαν η καθεμιά από ένα χέρι, σα να είχαν ανακαλύψει ξαφνικά ένα θησα�
4724 ρό.
4725 Όρθιος, με τα χέρια μπερδεμένα το ένα μες στο άλλο πίσω στην πλάτη, τις κοίταζε ο Αλέξανδρος και σ�
4726 λλογίζο�
4727 νταν.
4728 - Μα... μα τι πειράζει αν είναι Εβραία η Αλίς; ρώτησε αργά. Ο θείος λέγει πως οι Εβραίοι είναι πάρα πολύ καλοί άνθρωποι και πως ο μπαμπάς της Αλίς...
4729 - Καλά, το ξέρομε, διέκοψε με μεγαλείο η Αλεξάνδρα. Εμείς όμως θέλομε την Αλίς να είναι Ελληνίδα!
4730 Και της χαμογέλασε η Αλίς και χαμογέλασε και το�
4731 Αλέξανδρο�
4732 και φαίνο�
4733 νταν χαρούμενη όσο ποτέ ακόμα.
4734 Μα ο Αντώνης δεν ένιωθε αρκετά ικανοποιημένη την ε�
4735 γνωμοσύνη το�
4736 προς την Αλίς. Έκανε να βγει έξω, να πάγει να βρει τη θεία Μαριέτα. Μα το καλοσ�
4737 λλογίστηκε και προτίμησε να στείλει τον Αλέξανδρο πο�
4738 , σαν πιο μικρός, ήταν πιο χαϊδεμένος κι έτρωγε τις λιγότερες κατσάδες. Τον πήρε ιδιαιτέρως και το�
4739 είπε:
4740 - Πήγαινε να ρωτήσεις τη θεία αν μπορούμε να προσκαλέσομε την Αλίς στο πρόγε�
4741 μα.
4742 Και πήγε ο Αλέξανδρος και γύρισε φωνάζοντας:
4743 - Ναι, είπε η θεία πως μπορεί να μείνει η Αλίς το μεσημέρι...
4744 Κατακοκκίνισε η Αλεξάνδρα και ντράπηκε η Πο�
4745 λο�
4746 διά. Αλήθεια, α�
4747 τός ο Αλέξανδρος όλο ντρόπιαζε τ' αδέλφια το�
4748 .
4749 Και, βρο�
4750 τσίζοντας τα μαλλιά το�
4751 πριν καθίσο�
4752 ν στο τραπέζι, τον μάλωσε η Αλεξάνδρα:
4753 - Κάνεις σα χωριάτης! το�
4754 είπε. Δε λεν στο�
4755 ς ανθρώπο�
4756 ς «μπορείς να μείνεις», το�
4757 ς ρωτούν ε�
4758 γενικά: «Θες να μείνεις:»
4759 Ο Αλέξανδρος δεν είδε καμιά διαφορά στις δ�
4760 ο προσκλήσεις, μα δεν είπε τίποτα· όλη το�
4761 την προσοχή τη σ�
4762 γκέντρωνε στις θ�
4763 μωμένες βρο�
4764 τσιές της Αλεξάνδρας και κοίταζε πώς να της ξεφύγει και να σμίξει τον Αντώνη, πο�
4765 ακτινοβολούσε όλος και δεν ήξερε πώς να περιποιηθεί καλύτερα την Αλίς.
4766 - Και θα μείνεις το απόγεμα, Αλίς; Και θα παίξεις μαζί μας; Θα έλθει και ο Γιάννης, ο εξάδελφος μας! Να δεις πώς πηδά!...
4767 Θ�
4768 μήθηκε η Πο�
4769 λο�
4770 διά την πρωινή φοβέρα και όλο της το κέφι έσβησε. Αχ και να μην ήρχο�
4771 νταν ποτέ πια ο Γιάννης!
4772 Κι έλεγε, έλεγε ο Αντώνης τα καλά και τα κατορθώματα το�
4773 Γιάννη, και μεγάλωνε και άπλωνε ολοένα η ανησ�
4774 χία της Πο�
4775 λο�
4776 διάς.
4777 Μα είχε τόσα κέφια σήμερα ο Αντώνης, ήταν τόσο στις καλές το�
4778 ! Αν το�
4779 το ζητούσε άραγε... Μα πώς να το ζητήσει; Σε παρακάλια δεν ξέπεφτε κανένα από τ' αδέλφια, εκτός από τον Αλέξανδρο πο�
4780 ήταν μικρός...
4781 Κλωθογύριζε λοιπόν η Πο�
4782 λο�
4783 διά γύρω στον Αντώνη και στην Αλίς και άκο�
4784 ε της Αλίς τις διηγήσεις, πως ήταν τόσο ωραία στης θείας της στην Κηφισιά...
4785 - Πού είναι η Κηφισιά; ρώτησε ο Αντώνης. Η Αλίς έδειξε αόριστα κατά το Πασαλιμάνι.
4786 - Να, από κει, μα πέερα, κατά την Πεντέλη. Πας με το τρένο· ανεβαίνεις· είναι βο�
4787 νό· και όμως δεν είναι βο�
4788 νό. Κι έχει δέντρα, πολλά δέντρα. Και στο περιβόλι της θείας μο�
4789 έχει όλα τα φρούτα, δεν έχει πια κεράσια, μα έχει σύκα, σταφύλια, ροδάκινα, αχλάδια... Και τι δεν έχει! Κι έφ�
4790 γε ο περιβολάρης της θείας μο�
4791 και κάναμε μεις τον περιβολάρη, σκάβαμε, ποτίζαμε, κόβαμε φρούτα, κλαδεύαμε! Τι ωραία πο�
4792 περάσαμε! Έλα κι σ�
4793 , Αντώνη, στης θείας μο�
4794 ...
4795 Με τα χέρια ενωμένα και τα μάτια χαμένα κατά πέερα από το Πασαλιμάνι, ο Αντώνης έβλεπε όσα το�
4796 ζωγράφιζε με τα λόγια της η Αλίς και χαμογελούσε μακαρίως.
4797 - Και θα μ' αφήσει η θεία σο�
4798 να σκάψω; ρώτησε.
4799 - Και βέβαια! είπε η Αλίς.
4800 - Και να ποτίσω;
4801 - Ακούς λέει! Θα της κάνεις και χάρη, αφού δεν έχει περιβολάρη!
4802 - Εγώ, σα μεγαλώσω, θα δώσω όλα μο�
4803 τα παιχνίδια το�
4804 Αλέξανδρο�
4805 και θα γίνω περιβολάρης! είπε μαγεμένος ο Αντώνης.
4806 Ήταν η ώρα της Πο�
4807 λο�
4808 διάς. Ποτέ δε θα ξανάβρισκε τον Αντώνη σε τέτοια διάθεση.
4809 - Αντώνη, δε θα πεις το�
4810 Γιάννη... ξέρεις τι, πο�
4811 έλεγες το πρωί... το�
4812 ψιθύρισε σιγά.
4813 Μια στιγμή στάθηκε ο Αντώνης, ώσπο�
4814 να βγει από τα όνειρα το�
4815 και να ξαναμπεί στην πραγματικότητα. Κι έξαφνα θ�
4816 μήθηκε.
4817 - Εγώ δε μαντατεύω! είπε περήφανα.
4818 Και ξαναγύρισε στην Αλίς.
4819 - Η θεία είναι στην τραπεζαρία, της ανήγγειλε. Πες της εσύ για την Κηφισιά, να μας αφήσει να πάμε. Το�
4820 έκανε νόημα «Ναι» και πέρασαν στο τραπέζι.
4821 Φ�
4822 σούσε μελτέμι δ�
4823 νατό. Σκ�
4824 μμένος στο παράθ�
4825 ρο κοίταζε ο Αντώνης τις βάρκες, δεμένες στην ακρογιαλιά, πο�
4826 χόρε�
4827 αν στα κύματα τεντώνοντας τα σκοινιά το�
4828 ς, σα να ήθελαν να τα κόψο�
4829 ν και να ξεφύγο�
4830 ν στο πέλαγος.
4831 Είχε τελειώσει το βιβλίο πο�
4832 το�
4833 είχε δανείσει ο Μαξ, Η Μικρά Καλύβη το�
4834 Δάσο�
4835 ς, και δεν είχε άλλο πρόχειρο. Η Αλεξάνδρα μελετούσε σκάλες στο πιάνο, ο Αλέξανδρος, σαν κορίτσι, έκοβε κ�
4836 ρίες από παλιά φιγο�
4837 ρίνια της θείας, και η Πο�
4838 λο�
4839 διά βρήκε την ώρα να βγάλει την άσχημη κούκλα της, μια Αραπίνα με προβατίσια μαύρα μαλλιά και χρ�
4840 σές φούσκες γύρω στο λαιμό της, και να παίζει μαμά και μωρό.
4841 Τι κο�
4842 ταμάρες, Θεέ μο�
4843 , και τι έλλειψη φαντασίας πο�
4844 πρέπει να έχει ένα κορίτσι, για να διασκεδάζει πασπατεύοντας ένα κούτσο�
4845 ρο, με πορτσελανένιο κεφάλι και προβιά για μαλλιά! Δ�
4846 ο τρεις φορές την είχε φωνάξει, μ' α�
4847 τή πείσμα, να παίζει με την Αραπίνα της! Την είχε κοροϊδέψει, της είχε πει πως ήταν φρικτό το φόρεμα της κούκλας της, κόκκινο και κίτρινο.
4848 - Τι γούστο, αλήθεια, α�
4849 το�
4850 νού πο�
4851 την αγόρασε!
4852 - Μο�
4853 τη χάρισε ο θείος ο νονός μο�
4854 , κι έχει πολύ γούστο ο αδελφός της μαμάς μο�
4855 ! αποκρίθηκε η Πο�
4856 λο�
4857 διά πο�
4858 άλλη φορά είχε παραδεχτεί πως ήταν πολύ άσχημο το φόρεμα της κούκλας της, μα πο�
4859 τώρα, λέει, άλλαξε γνώμη.
4860 Της είπε πως οι χρ�
4861 σές φούσκες το�
4862 λαιμού της την έκαναν σαν καμπούρα. Μα και α�
4863 τό δεν το παραδέχθηκε η Πο�
4864 λο�
4865 διά. Και στο τέλος κάκιωσε και δεν το�
4866 απαντούσε πια. Και κοίταζε ο Αντώνης τις βαρκούλες πο�
4867 ανεβοκατέβαιναν λοξά, σα στραβόλαιμιασμένες, απάνω στα κύματα πο�
4868 σπούσαν και βροντούσαν στα χαλίκια, και θ�
4869 μούνταν τον Σεβάχ το Θαλασσινό, πο�
4870 σε αμέτρητες βρέθηκε φο�
4871 ρτούνες, πο�
4872 καραβοτσακίστηκε και θαλασσοπνίγηκε τόσες φορές, και όλο τα 'βγαζε πέρα και δεν πνίγο�
4873 νταν ποτέ.
4874 - Να, επιστρέφει κιόλα η ατμάκατος το�
4875 κ�
4876 ρίο�
4877 Μακρονησιώτη! είπε σκύβοντας έξω από το παράθ�
4878 ρο.
4879 Κανένας δεν το�
4880 αποκρίθηκε.
4881 Κοίταξε ο Αντώνης την ατμάκατο πο�
4882 σα σαΐτα έκοβε τα κύματα, ακίνητη, στερεά, και την εσύγκρινε με τις δεμένες βαρκούλες πο�
4883 χόρε�
4884 αν σαν άδεια καρ�
4885 δότσοφλα. Και λαχτάρησε μια παρόμοιαν ατμάκατο πο�
4886 θα δέσποζε και μελτέμι και κύματα.
4887 - Εγώ, σα μεγαλώσω, θα γίνω καπετάνιος! είπε πάλι χωρίς να γ�
4888 ρίσει.
4889 Η Πο�
4890 λο�
4891 διά, κακιωμένη, δεν το�
4892 αποκρίθηκε. Ο Αλέξανδρος όμως, χωρίς να σταματήσει το ψαλίδι το�
4893 , αποτελείωσε πρώτα την ο�
4894 ρά μιας κιτρινοντ�
4895 μένης κ�
4896 ρίας, πο�
4897 την είχε στολίσει το πινέλο της Αλεξάνδρας με το�
4898 κόσμο�
4899 τα διαμαντικά, την άπλωσε στο τραπέζι και ύστερα είπε με το σ�
4900 νηθισμένο ήσ�
4901 χο το�
4902 τρόπο:
4903 - Εσύ είπες μια φορά πως, σα μεγαλώσεις, θα γίνεις σκύλος!
4904 - Και ύστερα ήθελες να γίνεις και άλογο! πρόσθεσε κοροϊδε�
4905 τικά η Πο�
4906 λο�
4907 διά, παρατώντας για μια στιγμή την αξιοπρεπή σιωπή της, για να μπει στη μύτη το�
4908 αδελφού της.
4909 Ο Αντώνης κοκκίνισε. Μα σταύρωσε τα χέρια το�
4910 και είπε, τάχα αδιάφορα:
4911 - Ήμο�
4912 ν μικρός σαν τα έλεγα α�
4913 τά. Τώρα πο�
4914 είμαι μεγάλος λέγω πως θα γίνω καπετάνιος.
4915 - Ναι! Να δούμε τι θα πεις αύριο πο�
4916 θα πάμε στο περιβόλι της Αλίς στην Κηφισιά. Πάλι θα θέλεις να γίνεις περιβολάρης, όπως προχθές πο�
4917 μας προσκάλεσε η Αλίς. Κάθε μέρα θες να γίνεις κάτι άλλο.
4918 - Και σ�
4919 κάθε μέρα γίνεσαι πιο σαχλή! της αποκρίθηκε ο Αντώνης. Λες κο�
4920 ταμάρες, πως, σα μεγαλώσεις, θα πάρεις τον Γιάννη, και ύστερα παρακαλείς να μην το�
4921 το πω! Μα θα το πω καμιάν ώρα.
4922 - Αν το πεις, φώναξε φο�
4923 ρκισμένη η Πο�
4924 λο�
4925 διά, θα πω εγώ της μαμάς πως είπες της Αλίς ότι κείνη σταύρωσε το Χριστό!
4926 Ο Αντώνης σήκωσε το�
4927 ς ώμο�
4928 ς το�
4929 .
4930 - Και δεν το λες; έκανε ξένοιαστος.
4931 Τι τον έμελε; Την τιμωρία το�
4932 την είχε φάγει, και η μαμά δεν τιμωρούσε ποτέ δεύτερη φορά. Της Πο�
4933 λο�
4934 διάς όμως της κόπηκε η φόρα και η φωνή. Αν δεν τον έμελε τον Αντώνη να το μάθει η μαμά, το όπλο της σπούσε στα χέρια της. Τι να το κάνει πια; Αλήθεια όμως! Αν έλεγε κι εκείνη πως δεν τη μέλει να το μάθει ο Γιάννης, δε θα τη φοβέριζε πια ο Αντώνης πως θα το�
4935 μαντατέψει τα λόγια της. Το όπλο το�
4936 ήταν ο δικός της φόβος. Τι κο�
4937 τή! Μα τι κο�
4938 τή! Γύρισε μεμιάς.
4939 - Κι εγώ, άλλη φορά...
4940 Μα μόνο ο Αλέξανδρος κάθο�
4941 νταν στο τραπέζι κι έκοβε τις χάρτινες κ�
4942 ρίες το�
4943 . Ο Αντώνης είχε φύγει.
4944 Ο Αντώνης είχε φύγει και, με τα χέρια στις τσέπες, κατέβαινε να πάγει στο σαλόνι, να ξελογιάσει την Αλεξάνδρα πο�
4945 εξακολο�
4946 θούσε να παίζει τις βαρετές και ατέλειωτες σκάλες της. Μα, περνώντας από την τραπεζαρία, είδε την αγριεμένη θάλασσα πο�
4947 πηλαλούσε αφρισμένη κατά την ακρογιαλιά και κόλλησε τη μύτη το�
4948 στην τζαμόπορτα. Κοίταζε τον ήλιο πο�
4949 έγερνε και τις βάρκες πο�
4950 σκαμπανεβαίναν όλο και πιο γρήγορα και πιο πηδηχτά, τραβώντας τα σκοινιά το�
4951 ς. Και ηλεκτρίστηκε.
4952 - Σα ζωντανές κάνο�
4953 ν! μο�
4954 ρμούρισε.
4955 Και ανοίγοντας την πόρτα, βγήκε στη βεράντα και κατέβηκε στο δρόμο και από κει στο λιμάνι, για να τις δει από πιο κοντά. Φ�
4956 σούσε δ�
4957 νατά και κανένας βαρκάρης δε βρίσκο�
4958 νταν πια εκεί. Τι κρίμα! Τόσα είχε να ρωτήσει ο Αντώνης... Μια βάρκα ιδιαιτέρως το�
4959 άρεσε. Ήταν κάτασπρη, με μια γαλάζια γραμμή κοντά στην κο�
4960 παστή.
4961 «Σαν τη σημαία μας!» σκέφθηκε �
4962 περήφανα.
4963 Και όταν τη γύριζε λίγο κανένα κύμα, διάβαζε ο Αντώνης τ' όνομα της, πο�
4964 με κομψά μαύρα γράμματα απλώνο�
4965 νταν στην πλώρη της, «ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ».
4966 «Να 'χεις μια τέτοια βάρκα... και να 'σαι καπετάνιος!» σκέφθηκε με λαχτάρα. Ήταν άραγε δύσκολο να μπεις μέσα; Και μπορούσες να τη φέρεις άραγε ως απάνω στην άμμο;
4967 Έσκ�
4968 ψε ο Αντώνης κι έπιασε το σκοινί πο�
4969 ήταν δεμένο σ' ένα παλούκι και τράβηξε. Ναι, ήταν εύκολο, και η βάρκα ανέβηκε σχεδόν ως απάνω στη στεγνή άμμο. Και ήταν εύκολο να μπεις και μέσα, λίγο μόνο να βο�
4970 τούσες τα πόδια σο�
4971 στο νερό.
4972 Πιάστηκε ο Αντώνης στην κο�
4973 παστή και πήδηξε μέσα, δεν ήταν δύσκολο. Και βρέθηκε στη βάρκα σα βασιλιάς στο βασίλειο το�
4974 . Ένα κύμα πήρε τη «Μαγδαληνή» και την τράβηξε πίσω, όσο πήγαινε το σκοινί, πο�
4975 έτριξε από το τέντωμα. Ενθο�
4976 σιάστηκε ο Αντώνης. Πήρε τα κο�
4977 πιά, βγαλμένα από το�
4978 ς σκαρμούς και ξαπλωμένα μες στη βάρκα, και τα πέρασε στις τροπωτήρες. Ύστερα στερεώνοντας τα πόδια το�
4979 στον εμπροστινό μπάγκο, άρχισε να κωπηλατεί, ρίχνοντας πίσω το σώμα το�
4980 , σαν πο�
4981 έβλεπε το�
4982 ς βαρκάρηδες να κάνο�
4983 ν.
4984 - Τι τσακίζεσαι, Αντώνη; Η βάρκα σο�
4985 είναι δεμένη! Γύρισε ο Αντώνης και είδε τον Αλέκο Χορν πο�
4986 , όρθιος σ' ένα βράχο, με τα χέρια στις τσέπες, τον κοίταζε.
4987 - Το ξέρω, είπε ακατάδεχτα, μα γ�
4988 μνάζομαι για όταν γίνω καπετάνιος!
4989 Ο Αλέκος πήδηξε από το βράχο το�
4990 και πλησίασε.
4991 - Σε τι γ�
4992 μνάζεσαι; ρώτησε.
4993 - Τραβώ κο�
4994 πί!
4995 - Μ' αφού είσαι δεμένος;
4996 Κοίταξε ο Αντώνης μελαγχολικά το σκοινί.
4997 - Τι να κάνω; μο�
4998 ρμούρισε.
4999 Ο Αλέκος γέλασε. Γύρισε ο Αντώνης και το�
5000 είπε:
5001 - Μόνος μο�
5002 δεν τα καταφέρνω τα δ�
5003 ο κο�
5004 πιά. Μ' αν έλθεις και σ�
5005 , λύνομε το σκοινί.
5006 Ο Αλέκος δίστασε.
5007 - Δε ρώτησα τη μαμά... έκανε.
5008 Ο Αντώνης δεν αποκρίθηκε. Έπιασε τα δ�
5009 ο κο�
5010 πιά, στύλωσε πάλι τα πόδια το�
5011 στον μπάγκο και τράβηξε με όλη το�
5012 τη δύναμη. Η «Μαγδαληνή» ανέβηκε σ' ένα κύμα και όρμησε κατά την αμμο�
5013 διά. Θριαμβε�
5014 τικά ξανατράβηξε ο Αντώνης και η «Μαγδαληνή», πο�
5015 ξανάφε�
5016 γε, γύρισε πάλι και χώθηκε μαλακά στην άμμο. Ο Αλέκος δε βάσταξε στον πειρασμό. Πιάστηκε στην πλώρη και πήδηξε κι εκείνος στη βάρκα. Χαρούμενα το�
5017 είπε ο Αντώνης:
5018 - Πιάσε το ένα κο�
5019 πί! Λύνω εγώ τη βάρκα!
5020 Μα, μόλις τράβηξε τον κόμπο, ξετ�
5021 λίχθηκε μεμιάς το σκοινί και η «Μαγδαληνή», μ' ένα δ�
5022 ο σκαμπανεβάσματα, άφησε τα ρηχά νερά και παραδόθηκε στα κύματα και στο χορό το�
5023 ς.
5024 - Ε! Αντώνη! Μο�
5025 φεύγει το κο�
5026 πί! φώναξε ο Αλέκος.
5027 Ο Αντώνης, πο�
5028 δεν είχε προφθάσει ακόμα να καθίσει στο άλλο κο�
5029 πί, γύρισε να βοηθήσει τον Αλέκο, έχασε την ισορροπία το�
5030 κι έπεσε μες στη βάρκα.
5031 - Πάει! Πάει! Το πήρε η θάλασσα! φώναξε τρομαγμένος ο Αλέκος.
5032 Ο Αντώνης έκαμε να σηκωθεί, μα κάθε το�
5033 κίνηση έγερνε τη βάρκα πότε από τη μια μπάντα και πότε από την άλλη, και πάλι έπεφτε. Σύρθηκε ως το κάθισμα, σκαρφάλωσε με δ�
5034 σκολία κι έπιασε το δεύτερο κο�
5035 πί.
5036 Ο Αλέκος μισοέκλαιγε.
5037 - Αχ, Αντώνη, τι θα κάνομε χωρίς το κο�
5038 πί μο�
5039 ; έλεγε.
5040 - Δεν ντρέπεσαι να φοβάσαι! το�
5041 είπε ο Αντώνης. Ο Σεβάχ ο Θαλασσινός είχε χάσει και τα δ�
5042 ο το�
5043 κο�
5044 πιά και το κατάρτι το�
5045 και πάλι δεν πνίγηκε. Εμείς έχομε το ένα κο�
5046 πί!
5047 Στηρίχθηκε με τα δ�
5048 ο πόδια στον εμπροστινό μπάγκο και βούτηξε το κο�
5049 πί στη θάλασσα. Μ' αντί να προχωρήσει, η «Μαγδαληνή» σήκωσε την πλώρη της κι έστριψε, με την κο�
5050 παστή της πλαγιασμένη ως το νερό. Ο Αντώνης άρπαξε το κάθισμα για να στηριχθεί, το κο�
5051 πί έφ�
5052 γε από τα χέρια το�
5053 και το πήρε και α�
5054 τό η θάλασσα. Και η «Μαγδαληνή», ελεύθερη, ξανάρχισε να χορεύει στα κύματα. Ο Αλέκος τώρα έκλαιγε με τα σωστά το�
5055 . Ο Αντώνης δεν τα 'χασε, μα ούτε ήξερε τι να κάνει. Γύρε�
5056 ε να σκεφθεί τι θα έκανε σε όμοια περίσταση ο Σεβάχ ο Θαλασσινός και θ�
5057 μήθηκε πως όσο το�
5058 έμενε το τιμόνι, τίποτα δεν ήταν χαμένο. Μα τα κύματα φούσκωναν, η «Μαγδαληνή» χόρε�
5059 ε και κ�
5060 λούσε κι έκανε ν' αναποδογ�
5061 ρίσει με κάθε άτακτη κίνηση των αγοριών.
5062 - Κάτσε ήσ�
5063 χος, Αλέκο, κάτσε στο βάθος της βάρκας και μην κο�
5064 νάς! διέταξε σαν αληθινός καπετάνιος ο Αντώνης. Εγώ θα πιάσω το τιμόνι.
5065 Δεν ήταν όμως εύκολο πράμα να φθάσει ως εκεί, να περάσει πάνω από το�
5066 ς μπάγκο�
5067 ς. Μ' α�
5068 τό δεν τον σταμάτησε· πέρασε από κάτω από τα σανιδάκια και σύρθηκε ως την πρύμη, όπο�
5069 έπιασε το τιμόνι.
5070 - Τώρα μη φοβάσαι! φώναξε το�
5071 Αλέκο�
5072 . Θα φθάσομε σίγο�
5073 ρα στο λιμάνι...
5074 Μα η «Μαγδαληνή» χορεύοντας έφε�
5075 γε. Έφε�
5076 γε όλο και πιο μακριά, τα κύματα την έσερναν στο πέλαγος και, όσο και να γύριζε ο Αντώνης πότε δεξιά το τιμόνι και πότε αριστερά, α�
5077 τή δε γ�
5078 ρνούσε πίσω. Και δεν ήξερε ο Αντώνης πώς να τη φέρει πίσω. Σωριασμένος στο βάθος της βάρκας, ο Αλέκος έκλαιγε με λ�
5079 γμούς.
5080 - Αχ, μαμά μο�
5081 , μαμά μο�
5082 , γιατί δε σ' άκο�
5083 σα...
5084 Ο Αντώνης, βαστώντας πάντα το τιμόνι, κοίταζε ολόγ�
5085 ρα, τεντωμένος όλος στην προσπάθεια να βρει κάτι, σαν πο�
5086 θα το έκανε ο Σεβάχ ο Θαλασσινός σ' α�
5087 τή την περίσταση.
5088 Μα δεν έβρισκε. Δε θ�
5089 μούνταν καμιά τέτοια το�
5090 ιστορία, πο�
5091 να είναι μόνος, μ' ένα παιδί τρομαγμένο πο�
5092 έκλαιγε, σε μια θάλασσα με σπίτια κοντά, και πο�
5093 να φεύγει η βάρκα, αντί να κινδ�
5094 νεύει να σπάσει στο�
5095 ς, βράχο�
5096 ς. Πάντα σπάζο�
5097 ν οι βάρκες στο�
5098 ς βράχο�
5099 ς μες στα βιβλία. Και να βλέπεις, λίγο παραπέρα, τόσες βάρκες δεμένες στην ξηρά, με τόσα κο�
5100 πιά άχρηστα, και να μην τις φθάνεις! Ο Σεβάχ ο Θαλασσινός; Α�
5101 τός θα έπεφτε στη θάλασσα και θα κολ�
5102 μπούσε ως την ξηρά να φέρει βοήθεια. Μα έλα πο�
5103 ο Αντώνης δεν ήξερε κολύμπι...
5104 - Εσύ ξέρεις κολύμπι, Αλέκο;
5105 - Όχι! Δεν ξέρω! Και θα πνιγούμε, ε; Και θα ν�
5106 χτώσει, αχ, Θεέ μο�
5107 , αχ, Θεέ μο�
5108 !
5109 Κοίταξε τον ο�
5110 ρανό ο Αντώνης. Αλήθεια, είχαν σβήσει τα κόκκινα σύννεφα, σε λίγο θα ήταν νύχτα. Και τη νύχτα και ο Σεβάχ ο Θαλασσινός τα έχανε. Και μια φορά μάλιστα έκλαιγε κι έλεγε: «Αχ, βαχ! Σπιτάκι μο�
5111 , σπιτάκι μο�
5112
5113 Έξαφνα θ�
5114 μήθηκε ο Αντώνης το σπίτι το�
5115 στην Αλεξάνδρεια και τη μαμά το�
5116 , και πρώτη φορά σκέφθηκε πως ήταν όμορφη η μαμά το�
5117 , πολύ άσπρη, με κόκκινα χείλια και γαλανά μάτια, και πως τα φιλιά της ήταν πολύ γλ�
5118 κά. Περίεργο! Ποτέ άλλη φορά δεν το είχε σ�
5119 λλογιστεί! Κι επίσης έξαφνα γέμισαν τα μάτια το�
5120 δάκρ�
5121 α... Ντράπηκε φοβερά και τ' άνοιξε όσο μπορούσε, για να στεγνώσο�
5122 ν στον άνεμο. Τι, θα κλάψει και α�
5123 τός τώρα; Σαν τον Αλέκο θα κάνει και α�
5124 τός; Φοβήθηκε μήπως και α�
5125 τός; Μα τι να φοβηθεί; Στο σπίτι τώρα... Στο σπίτι τι να γίνο�
5126 νταν; Πού ήταν η θεία και ο θείος; Και όλα α�
5127 τά τα 'φταιγαν οι σκάλες της Αλεξάνδρας! Αν δεν ήταν α�
5128 τές οι σκάλες, θα είχε μείνει με την Αλεξάνδρα ή θα τον είχε δει η Αλεξάνδρα πως έφε�
5129 γε και κατέβαινε στο δρόμο... Να είχε ένα φανάρι, θα έκανε σινιάλα σαν τον Σεβάχ το Θαλασσινό. Μα δεν είχε. Ούτε σπίρτα δεν είχε.
5130 - Έχεις σπίρτα, Αλέκο;
5131 - Όχι, δεν έχω. Γιατί;
5132 - Δεν πειράζει, είπε ο Αντώνης.
5133 Θα έπεφτε το μελτέμι τώρα... θα ησύχαζε η θάλασσα... Και ξαναγύρισε το τιμόνι, μια εδώ και μια εκεί, μήπως βρει ένα ρεύμα. Μα η «Μαγδαληνή», σειάμενη κο�
5134 νάμενη, όλο και πιο μακριά έφε�
5135 γε, και ο ο�
5136 ρανός ολοένα σκοτείνιαζε και το μούχρωμα κατέβαινε, κατέβαινε... Ο Αλέκος έκλαιγε με φωνές, αγριεμένος. Και ο Αντώνης δεν έβρισκε πια τίποτα παρηγορητικό να το�
5137 πει, πο�
5138 να το πιστεύει και ο ίδιος. Είχε παρατήσει το τιμόνι και, με τα χέρια ενωμένα ανάμεσα στα γόνατα το�
5139 , κοίταζε τα φώτα πο�
5140 άναβαν και πλήθαιναν στην προκ�
5141 μαία, δείχνοντας το μούχρωμα όλο και πιο σκοτεινό. Και θ�
5142 μήθηκε ιστορίες πο�
5143 είχε διαβάσει και ζωγραφιές πο�
5144 είχε δει: βάρκες χαμένες σε θάλασσες μανιασμένες· ανθρώπο�
5145 ς με ξεκούμπωτα ή σχισμένα ρούχα, με μαλλιά αχτένιστα, ανακατωμένα ή πο�
5146 κρέμο�
5147 νταν, σκο�
5148 λιά βρεμένα· σχεδίες με ξαπλωμένο�
5149 ς, μισοπεθαμένο�
5150 ς να�
5151 αγούς και άσπρα πανιά για σινιάλα, δεμένα σε κο�
5152 πιά πο�
5153 τα είχαν στήσει όρθια...
5154 Έξαφνα άκο�
5155 σε ένα σφύριγμα τσιριχτό. Ανατρίχιασε και κοίταξε ολόγ�
5156 ρα. Από την ξηρά δ�
5157 ο βαρκούλες είχαν ξεκολλήσει και προχωρούσαν κατά το πέλαγος. Μ' από μέσα από τις καρίνες των καραβιών, πο�
5158 ήταν αραγμένα παραπέρα, πάλι ακούστηκε το ίδιο τσιριχτό σφύριγμα και μια μικρή ατμάκατος πρόβαλε, φ�
5159 σώντας τον καπνό της κολόνα στον ο�
5160 ρανό, κι έτρεχε καταπάνω το�
5161 ς.
5162 - Αλέκο! φώναξε ο Αντώνης. Το�
5163 κ�
5164 ρίο�
5165 Μακρονησιώτη η ατμάκατος! Έρχεται! Έρχεται να μας πάρει!
5166 Ε�
5167 θύς σταμάτησε τις φωνές το�
5168 ο Αλέκος και ανασηκώθηκε και πέρασε το κεφάλι το�
5169 πάνω από την κο�
5170 παστή.
5171 - Έρχεται; ρώτησε με κλάματα ακόμα στη φωνή το�
5172 .
5173 - Δεν τη βλέπεις; Σε μας έρχεται! Να, και σφ�
5174 ρίζει πάλι να μας ειδοποιήσει πως μας είδε...
5175 Τωόντι, η ατμάκατος ορμούσε καταπάνω το�
5176 ς με τσιριχτές σφ�
5177 ριγματιές και λαχανιάσματα βιαστικά, φούτο�
5178 φούτο�
5179 φούτο�
5180 φούτο�
5181 . Έβαζε λες τα δ�
5182 νατά της να φθάσει γρηγορότερα. Έπιασε πάλι ο Αντώνης το τιμόνι και το γύρισε πάνω στην ατμάκατο, μα η «Μαγδαληνή», σαν από πείσμα, τράβηξε πιο ανοιχτά. Κι έξαφνα, στο σκοτάδι πο�
5183 ολοένα πύκνωνε, ακούστηκε μια φωνή γνωστή, η φωνή το�
5184 θείο�
5185 :
5186 - Αντώνη, εσύ είσαι;
5187 - Ναι, εγώ είμαι, και ο Αλέκος! αποκρίθηκε πνιχτά ο Αντώνης.
5188 Και πάλι ντράπηκε, γιατί, χωρίς να το θέλει, ξαναγέμισαν τα μάτια το�
5189 δάκρ�
5190 α. Πλησίαζε, πλησίαζε η ατμάκατος, ώσπο�
5191 έφθασε κοντά το�
5192 ς κι ένα παλικάρι έριξε ένα σκοινί στην πλώρη και γοργά άρπαξε τον Αλέκο και τον πέρασε στην ατμάκατο, ύστερα σα φτερό σήκωσε και τον Αντώνη και μαζί το�
5193 πήδηξε και α�
5194 τός μέσα. Και βρέθηκε ο Αντώνης στην αγκαλιά το�
5195 θείο�
5196 πο�
5197 τον φιλούσε και το�
5198 έλεγε:
5199 - Κακό παιδί, μας κατατρόμαξες... Άλλη φορά να μην το κάνεις... Σο�
5200 χρειάζεται γερή τιμωρία, η θεία σο�
5201 είναι πολύ θ�
5202 μωμένη... και με το άλλο χέρι αγκάλιαζε τον Αλέκο και γύριζε και το�
5203 έλεγε κι εκείνο�
5204 : Δεν έπρεπε ν' ακούσεις τον Αντώνη, τρόμαξε πολύ η μαμά σο�
5205 . Άλλη φορά να μη λύνετε τις βάρκες...
5206 Η ατμάκατος, σέρνοντας πίσω της τη «Μαγδαληνή», έτρεχε πάλι κατά τη στεριά, με τα βιαστικά της φούτο�
5207 φούτο�
5208 φούτο�
5209 φούτο�
5210 και, όσο πλησίαζαν, τα δ�
5211 ο αγόρια διέκριναν ανθρώπο�
5212 ς μαζεμένο�
5213 ς στην ακρογιαλιά και, μεταξύ το�
5214 ς, με καρδιόχτ�
5215 πο ξεχώρισαν οι δ�
5216 ο ένοχοι το άσπρο φόρεμα της μαμάς το�
5217 Αλέκο�
5218 και το κιτρινοφορεμένο στρογγ�
5219 λό κορμί της θείας Μαριέτας. Και τώρα πο�
5220 πέρασε ο κίνδ�
5221 νος, η καρδιά το�
5222 ς βούλιαζε στα τακούνια το�
5223 ς με την πρόβλεψη της βεβαίας τιμωρίας. Στάθηκε η ατμάκατος και αμέσως μαζεύθηκαν γύρω της οι δ�
5224 ο βάρκες πο�
5225 είχαν ξεκολλήσει από την ακρογιαλιά και πο�
5226 γύρισαν πάλι πίσω. Δ�
5227 ο μαντέρια, από την ατμάκατο στη μια βάρκα και από τη βάρκα στην ακρογιαλιά και, ώσπο�
5228 να το καλοκαταλάβο�
5229 ν, βρέθηκαν τ' αγόρια στην ξηρά, ο Αλέκος στην αγκαλιά της μητέρας το�
5230 πο�
5231 έκλαιγε και τον φιλούσε, ο Αντώνης εμπρός στη θεία το�
5232 πο�
5233 λιγότερο τρ�
5234 φερά τον έπιασε από το μπράτσο και, σπρώχνοντας τον εμπρός, είπε:
5235 - Πάμε τώρα στο σπίτι! Αρκετή ώρα στεκόμαστε δω, με την καρδιά στον Άδη! Περπατά εμπρός!
5236 Περπατούσε μπρος ο Αντώνης, το κεφάλι σκ�
5237 μμένο και τα φτερά ακόμα πιο χαμηλωμένα. Πίσω ακολο�
5238 θούσαν σιωπηλά η θεία και ο θείος. Και �
5239 πολόγιζε ο Αντώνης και στοχάζο�
5240 νταν αν η αναβολή της τιμωρίας από την ακρογιαλιά στο σπίτι σήμαινε πιο γερό ξύλο ή τιμωρία ήρεμη χωρίς ξύλο. Μα σαν έφθασε στο σπίτι και από τη σκάλα είδε τ' αδέλφια το�
5241 μαζεμένα στη βεράντα, πο�
5242 τον περίμεναν και τον κοίταζαν τρομαγμένα χωρίς να τον πλησιάσο�
5243 ν, η δική το�
5244 η καρδιά πήγε στον Άδη.
5245 Έριξε μια λοξή ματιά στ' αδέλφια το�
5246 και, χωρίς να το�
5247 ς μιλήσει, με σηκωμένο όμως τώρα το κεφάλι, σα να μην τον έμελε τι θα γίνει, ακολούθησε τη θεία Μαριέτα μες στο σπίτι. Τον πήγε η θεία στο σπο�
5248 δαστήριο το�
5249 ς και κάθισε σε μια καρέγλα και τον φώναξε μπροστά της. Σιωπηλά τον κοίταζε και, κάτω από τη ματιά της, πο�
5250 θύμιζε τόσο τα μάτια το�
5251 πατέρα σαν ήταν θ�
5252 μωμένα, λίγο λίγο έχανε το θάρρος το�
5253 ο Αντώνης και, όσο και αν σήκωνε το κεφάλι, η καρδιά το�
5254 όμως βούλιαζε όλο και πιο βαθιά. Και όλο τον κοίταζε κείνη και όλο δε μιλούσε. Μα επιτέλο�
5255 ς μίλησε η θεία και είπε:
5256 - Όταν έκανες α�
5257 τή την αταξία, Αντώνη, κι έλ�
5258 σες την ξένη βάρκα, σ�
5259 λλογίστηκες τη μαμά σο�
5260 και τον πατέρα σο�
5261 , τι θα έκαναν αν πνίγο�
5262 σο�
5263 ν;
5264 Α�
5265 τό δεν το περίμενε ο Αντώνης. Ήταν έτοιμος για ξύλο, όχι όμως για σ�
5266 γκινήσεις. Και τις σ�
5267 γκινήσεις τις απεχθάνο�
5268 νταν ο Αντώνης. Χαμήλωσε τα μάτια το�
5269 ταραγμένος. Και είπε πάλι η θεία:
5270 - Νόμιζα πως ήσο�
5271 ν αληθινός γιος το�
5272 πατέρα σο�
5273 και πως ξένο πράμα δε θα τ' άγγιζες ποτέ. Και νόμιζα πως αγαπούσες τη μαμά σο�
5274 και δε θα ήθελες ποτέ να την κάνεις να κλάψει. Αντώνη, αν ήταν εδώ ο πατέρας σο�
5275 , τι θα σο�
5276 έκανε, νομίζεις, τώρα;
5277 Το ήξερε πολύ καλά ο Αντώνης τι θα το�
5278 έκανε ο πατέρας και το περίμενε και από τη θεία, και ήταν έτοιμος να τις φάγει. Μα δεν αποκρίθηκε. Και το�
5279 είπε η θεία:
5280 - Θα σο�
5281 έδινε, φαντάζομαι, γερό ξύλο, και με το δίκιο το�
5282 . Και θα σ' έδερνα κι εγώ και θα το άξιζες. Μα να 'χεις χάρη πο�
5283 μεσίτεψε για σένα ο θείος σο�
5284 , πο�
5285 νόμιζε πως θα πνιγείς και πο�
5286 το νόμισα κι εγώ, μαζί με τον άλλο μικρό, πο�
5287 τον πήρες στο λαιμό σο�
5288 και πήγε να τα χάσει η μάνα το�
5289 η κακομοίρα.
5290 Το κεφάλι το�
5291 Αντώνη χαμήλωνε, χαμήλωνε. Όσο ένιωθε το φόβο ν' απομακρύνεται, τόσο ντρέπο�
5292 νταν περισσότερο για την αταξία το�
5293 και τόσο δεν μπορούσε να σηκώσει τα μάτια το�
5294 . Και είπε πάλι η θεία:
5295 - Ας είναι, θα γίνει η χάρη το�
5296 θείο�
5297 σο�
5298 και δε σε δέρνω. Πιστεύω άλλωστε να τρόμαξες αρκετά μες στη βάρκα, όταν σας έπαιρνε η θάλασσα...
5299 Το�
5300 ήλθε να πει: «Καθόλο�
5301 δεν τρόμαξα...» Μα μια ματιά στα μαύρα μάτια της θείας τού έκοψε τη φόρα. Και είπε η θεία, σο�
5302 ρώνοντας τα φρύδια της, το�
5303 πατέρα τα φρύδια:
5304 - Σο�
5305 αξίζει όμως μια τιμωρία, μια γερή τιμωρία, και θα την έχεις. Αύριο πο�
5306 θα πάμε μεις με τ' αδέλφια σο�
5307 στης Αλίς, εσύ θα μείνεις εδώ, μόνος, και θα γράψεις ολόκληρο το ρήμα «λείπω». Και απόψε δε θα καθίσεις στο τραπέζι, μόνο θ' ανέβεις ε�
5308 θύς στην κάμαρα σο�
5309 . Μ' άκο�
5310 σες; Πήγαινε!
5311 Ο Αντώνης δεν περίμενε να το�
5312 το επαναλάβει η θεία και βγήκε έξω και ανέβηκε στην κάμαρα το�
5313 . Εκεί αναστέναξε. Η τιμωρία δεν τον πείραζε, όσο και να είχε όρεξη να πάγει στης Αλίς. Και το ξύλο θα το δέχο�
5314 νταν. Εκείνο πο�
5315 φοβούνταν και πο�
5316 γλίτωσε, πο�
5317 δεν το�
5318 το επέβαλε η θεία, ήταν να ζητήσει σ�
5319 γχώρηση. Α�
5320 τό απ' όλες τις τιμωρίες ήταν η χειρότερη. Ας τον έδερνε η θεία, ας τον σκότωνε, μόνο να μην έχει να πει, «Σ�
5321 γχωρήσετε με, θεία, και δε θα το κάνω πια». Α�
5322 τά ήταν για τα μωρά, σαν τον Αλέξανδρο. Α�
5323 τός δεν είχε ανάγκη να το �
5324 ποσχεθεί για να μην το ξανακάνει. Και σα να το κατάλαβε η θεία... ποιος ξέρει; δεν το�
5325 το ζήτησε... Βήματα ακούστηκαν στη σκάλα. Ανασηκώθηκε ο Αντώνης και κάνοντας τον αδιάφορο, χώνοντας τα χέρια το�
5326 στις τσέπες, βγήκε στο μπαλκόνι και άρχισε να σφ�
5327 ρίζει. Μα ήταν μόνο η Αφροδίτη μ' ένα δίσκο. Ακούμπησε το δίσκο της στο τραπέζι και βγήκε κι εκείνη στο μπαλκόνι.
5328 - Τι μο�
5329 κάνεις τώρα τον καμπόσο, κακόπαιδο; είπε μ' ένα γοργό χάδι στο κεφάλι το�
5330 .
5331 Και σκύβοντας ξαφνικά τον φίλησε στις ρίζες των μαλλιών το�
5332 .
5333 - Κακό, κακόπαιδο! Τρελαντώνη! Καλά σε λέγει η κερα-Ρήνη! Τι τρομάρα πήραμε όλοι για χατίρι σο�
5334 ! Κόπηκε το αίμα μο�
5335 σα σε είδα να σε παίρνει η θάλασσα μονάχο, στη βάρκα!
5336 - Δεν ήμο�
5337 ν μονάχος, διέκοψε ο Αντώνης, ήταν και ο Αλέκος...
5338 - Ναι! Βοήθεια σού ήταν! αντέκοψε η Αφροδίτη.
5339 - Από πού μας είδες; ρώτησε ο Αντώνης.
5340 - Από πού; Από την τραπεζαρία. Ο Θεός με φώτισε ν' ανέβω να βάλω τραπέζι πιο νωρίς. Είδα μια βάρκα να φεύγει μοναχή της και είπα: «Σε καλό το�
5341 ς, τέτοια ώρα και με τέτοιον άνεμο!» Κι εκεί σε βλέπω σένα να σηκώνεσαι, να πέφτεις μες στη βάρκα και να ξανασηκώνεσαι. Παναγιά μο�
5342 ! Σφάχτης μ' έκοψε! Και την ίδια ώρα ακούω τρεχιό στη σκάλα και τα δ�
5343 ο μικρά κατέβαιναν κι έτρεχαν στο σαλόνι, όπο�
5344 έπαιζε πιάνο η Αλεξάνδρα, και φώναζαν: «Αλεξάνδρα! Αλεξάνδρα! Ο Αντώνης είναι στη βάρκα!» Τρομάρα τα παιδιά, μην τα ρωτάς! Και φοβούνταν να το πο�
5345 ν στη θεία σο�
5346 ! Τρέχω γω πάνω, πο�
5347 ήξερα πως ήταν στην κάμαρα της κι έραβε στη μηχανή, και με το�
5348 ς τρεις πο�
5349 έτρεχαν το κατόπι μο�
5350 για να μην της το πω, λέει, της φωνάζω: «Σώστε, κ�
5351 ρία, και πνίγεται ο Αντώνης!» Πώς έγινε η καημένη, κατακίτρινη σαν το φλο�
5352 ρί! Κατέβηκε τρεχάτη, κι εμείς όλοι μαζί, και στο δρόμο, εμπρός στο σπίτι, βρίσκομε το θείο σο�
5353 πο�
5354 γύριζε απέξω. «Γρήγορα, γρήγορα, Ζωρζή! Τρέχα, ο Αντώνης είναι σε μια βάρκα χωρίς βαρκάρη!» το�
5355 φώναξε. Τρέχαν και τα παιδιά, μα τα γύρισε μπρος πίσω η θεία σο�
5356 .
5357 - Ήταν θ�
5358 μωμένη; ρώτησε ταπεινωμένος ο Αντώνης.
5359 - Θ�
5360 μωμένη λέει; Πρώτα θύμωσε πολύ. Ύστερα όμως ήταν πιότερο τρομαγμένη. Μα δεν τα έχασε· έχει γερό κεφάλι η θεία σο�
5361 ! Κατέβηκε με το θείο σο�
5362 να φωνάξει βαρκάρη, να βγει με τη βάρκα το�
5363 να σας φέρει πίσω· μα δεν ήταν κανένας στην ακρογιαλιά. Εκείνη σ�
5364 λλογίστηκε τότε την ατμάκατο το�
5365 κ�
5366 ρίο�
5367 Μακρονησιώτη, και με το αμάξι έφ�
5368 γε ο θείος σο�
5369 να τη βρει. Μα κι έτσι δεν ησύχασε κείνη. Πήγε, φώναξε, σήκωσε τον κόσμο στο πόδι, και βρέθηκαν δ�
5370 ο βαρκάρηδες πο�
5371 έλ�
5372 σαν τις βάρκες το�
5373 ς. Μα στο μεταξύ βγήκε και η ατμάκατος, δόξα να 'χει ο Θεός! είπε η Αφροδίτη και στα�
5374 ροκοπήθηκε.
5375 Κοίταζε ο Αντώνης τη σκοτεινή θάλασσα ησ�
5376 χασμένη πια, τώρα πο�
5377 είχε πέσει ολότελα το μελτέμι, και το�
5378 φάνηκε όλη α�
5379 τή η απογεματιανή ιστορία σαν παραμύθι. - Εγώ δεν τρόμαξα, είπε. Διάβασα χειρότερες ιστορίες πο�
5380 ...
5381 - Άφησε με πο�
5382 δεν τρόμαξες! Το λες τώρα πο�
5383 πατάς γερά τη γη, διέκοψε η Αφροδίτη. Ακούς, λέει, δεν τρόμαξες! Καλά έλεγε η θεία σο�
5384 πως σο�
5385 χρειάζεται ξύλο! - Μα δε μο�
5386 το 'δωσε, αποκρίθηκε ο Αντώνης σηκώνοντας το�
5387 ς ώμο�
5388 ς το�
5389 .
5390 Και σειώντας το κεφάλι το�
5391 μια εδώ, μια εκεί, μπήκε στην κάμαρα.
5392 - Εγώ θα σο�
5393 τις έβρεχα, είπε η Αφροδίτη πο�
5394 μπήκε κι εκείνη στην κάμαρα. Και φαγί απόψε δεν έχει, μόνο μια σούπα με ξερό ψωμί, είπε η θεία σο�
5395 . Ας έχεις χάρη στην κερα-Ρήνη πο�
5396 σε λ�
5397 πήθηκε και σο�
5398 έκοψε λίγο κρέας μες στη σούπα σο�
5399 ! Δε σο�
5400 άξιζε βέβαια! Και σο�
5401 βο�
5402 τύρωσε και το ψωμί, πο�
5403 κακό να μη σε πιάσει, ζο�
5404 ρλόπαιδο! Άιντε, κάτσε τώρα να φας...
5405 Είχε πλαγιάσει ο Αντώνης σαν ανέβηκαν τ' αδέλφια το�
5406 . Ήταν σα μαγκωμένα και τα τρία, ζεματισμένα, μο�
5407 διασμένα ακόμα από το απογεματιανό κακό. Η αταξία το�
5408 Αντώνη βάραινε πάνω το�
5409 ς. Στο τραπέζι η θεία δε μιλούσε και ο θείος, ύστερα από ένα δ�
5410 ο προφητείες για τον καιρό πο�
5411 θα κάνει αύριο στην Κηφισιά, σώπασε κι εκείνος, και ύστερα έπιασε την εφημερίδα το�
5412 .
5413 Η Αλεξάνδρα, σοβαρή, σ�
5414 λλογισμένη, ένιωθε πως, σαν πιο μεγάλη, ήταν �
5415 πεύθ�
5416 νη για τα καμώματα το�
5417 αδελφού της, πο�
5418 μέρα δεν άφηνε να περάσει χωρίς να κάνει και από μια τρέλα. Ντρέπο�
5419 νταν γι' α�
5420 τόν και για όσα θα έλεγαν οι Χορν, τώρα πο�
5421 παρέσ�
5422 ρε και τον Αλέκο στην αταξία το�
5423 .
5424 Είχε αποφασίσει να μιλήσει το�
5425 Αντώνη, μα δεν ήξερε πώς ν' αρχίσει. Το είχε πει μάλιστα και της Πο�
5426 λο�
5427 διάς, να τη βοηθήσει εκείνη, να φέρει την ομιλία. Μα η Πο�
5428 λο�
5429 διά, πο�
5430 άλλη φορά θα είχε κολακε�
5431 θεί πολύ με α�
5432 τή την πρόταση, ήταν σα σκαντζόχοιρος εκείνο το βράδ�
5433 και δεν μπορούσες να την πλησιάσεις. Ο Αντώνης όμως δεν άφησε καιρό της Αλεξάνδρας να ετοιμάσει τη φράση της. Την πρόλαβε ρωτώντας:
5434 - Τι φαγί είχατε απόψε;
5435 Η Αλεξάνδρα, πο�
5436 περίμενε μετάνοια και σ�
5437 ντριβή από τον αδελφό της, κοντοστάθηκε. Κοίταξε την Πο�
5438 λο�
5439 διά για βοήθεια. Μ' α�
5440 τή είχε ακο�
5441 μπήσει στα κάγκελα το�
5442 κρεβατιού το�
5443 Αντώνη και κοίταζε αλλού. Αποκρίθηκε ο Αλέξανδρος:
5444 - Είχαμε περιστέρια με μπιζέλι.
5445 - Αχ... το αγαπημένο μο�
5446 φαγί! είπε μελαγχολικά ο Αντώνης. Κρίμα!
5447 Τον λ�
5448 πήθηκε η Αλεξάνδρα και σταμάτησε όλες τις παρατηρήσεις πο�
5449 είχε ετοιμάσει. Και αποκρίθηκε πάλι ο Αλέξανδρος:
5450 - Το είπε και ο θείος.
5451 - Τι είπε ο θείος; ρώτησε ο Αντώνης.
5452 - Πως ήταν μεγάλη η τιμωρία σο�
5453 , γιατί τα περιστέρια με τα μπιζέλια είναι το αγαπημένο σο�
5454 φαγί. Και είπε η θεία: «Τόσο το καλύτερο, να καταλάβει τι έκανε!» Και ύστερα δεν είπε πια τίποτα ο θείος.
5455 Ο Αντώνης έδωσε μια κλοτσιά στο σεντόνι το�
5456 και το έκανε βο�
5457 νό χιονισμένο με το πόδι το�
5458 από κάτω.
5459 - Εμένα δε με μέλει καθόλο�
5460 , κα�
5461 χήθηκε πετώντας έξω τα χείλια το�
5462 , είτε φάγω είτε δε φάγω...
5463 Η ώρα της Αλεξάνδρας είχε έλθει και την άρπαξε και είπε:
5464 - Πρέπει να σε μέλει, Αντώνη! Και πρέπει να γίνεις πια καλό παιδί...
5465 - Σαν τη θεία μιλάς τώρα, διέκοψε ο Αντώνης. Μα η Αλεξάνδρα είχε πάρει φόρα.
5466 - Έχει πολύ δίκαιο η θεία, είπε με αγανάκτηση. Μας ντροπιάζεις όλο�
5467 ς, κάθε μέρα, πότε εμπρός στην Αλίς, πότε εμπρός στο�
5468 ς άλλο�
5469 ς...
5470 - Ποιο�
5471 ς άλλο�
5472 ς; Τι σαχλαμάρες! διέκοψε πάλι ο Αντώνης.
5473 - Σαχλαμάρες τα λες α�
5474 τά; Εσύ αύριο δε θα έλθεις και δε σε μέλει, μα εμείς πο�
5475 θα πάμε στην Κηφισιά και θ' απαντήσομε τον πατέρα το�
5476 Αλέκο�
5477 ...
5478 - Ωωωω... έκανε η Πο�
5479 λο�
5480 διά.
5481 Και μες στη σαστισμένη σιωπή πο�
5482 ακολούθησε, ξέσπασε στα κλάματα, έδωσε μια κλοτσιά στ' ανεύθ�
5483 να πόδια το�
5484 κρεβατιού κι έτρεξε στο μπαλκόνι. - Τι σ' έπιασε; φώναξε ο Αντώνης.
5485 - Άσ' την, είπε η Αλεξάνδρα, είναι έτσι, στις κακές της σήμερα. Ό,τι και αν της πεις κλαίγει, τη μάλωσε η θεία πο�
5486 ήλθε στο τραπέζι με βρώμικη ποδιά...
5487 - Όχι, δεν είναι γι' α�
5488 τό πο�
5489 κλαίγει, διέκοψε ο Αλέξανδρος. Έκλαιγε και πριν από το τραπέζι.
5490 - Πριν έλεγε πως την πονεί το παπούτσι της, είπε η Αλεξάνδρα.
5491 - Ναι... μα ίσως και τώρα να την πονεί... Βγήκε ο Αλέξανδρος στο μπαλκόνι και ρώτησε:
5492 - Σε πονεί, Πο�
5493 λο�
5494 διά, το παπούτσι σο�
5495 ;
5496 - Όχι... ναι... με πονεί, ακούστηκε παραπονιάρικη η φωνή της.
5497 - Και δεν το βγάζεις, κο�
5498 τή; της φώναξε από το κρεβάτι ο Αντώνης.
5499 - Ναι, βγάλ' το, Πο�
5500 λο�
5501 διά, είπε ο Αλέξανδρος. Στάσο�
5502 , εγώ θα σο�
5503 το βγάλω...
5504 Η Πο�
5505 λο�
5506 διά δεν ήθελε. Επέμεινε ο Αλέξανδρος και τον έσπρωξε η Πο�
5507 λο�
5508 διά. Θύμωσε ο Αλέξανδρος και της έδωσε μια στην πλάτη. Και ξέσπασε πάλι η Πο�
5509 λο�
5510 διά στα κλάματα.
5511 - Μα τι έπαθες απόψε; ξαναφώναξε ο Αντώνης. Η Αλεξάνδρα σήκωσε το�
5512 ς ώμο�
5513 ς της.
5514 - Έχει μπο�
5515 ρινάκια, εξήγησε. Άρχισε όταν μας έστειλε μέσα η θεία, κι εμείς θέλαμε να κατεβούμε στην ακρογιαλιά, να δούμε τη βάρκα σο�
5516 . Και από κείνη την ώρα όλο ξανανοίγο�
5517 ν οι βρύσες...
5518 - Πο�
5519 λο�
5520 διά, κλείσε τις βρύσες! φώναξε ο Αντώνης. Ακούς, Πο�
5521 λο�
5522 διά; Ε, Πο�
5523 λο�
5524 διά...
5525 - Αντώνη!... ακούστηκε θ�
5526 μωμένη η φωνή της θείας. Ξέχασες πως είσαι τιμωρημένος;
5527 Σιωπή στην κάμαρα.
5528 Και ο Αντώνης χώθηκε κάτω από το σεντόνι το�
5529 , η Αλεξάνδρα άρπαξε το χτένι, τάχα πως λύνει τα μπερδεμένα μαλλιά της, ο Αλέξανδρος κάθισε χάμω να ξεκο�
5530 μπώσει τα παπούτσια το�
5531 και σιωπηλή και ντροπιασμένη τρύπωσε μέσα η Πο�
5532 λο�
5533 διά και μισοκρύφθηκε πίσω από την κο�
5534 νο�
5535 πιέρα της να γδ�
5536 θεί.
5537 Όταν μπήκε στην κάμαρα η Αφροδίτη, βρήκε όλα τ' αδέλφια μισογδ�
5538 μένα. Απόγδ�
5539 σε τον Αλέξανδρο και άρχισε να χτενίζει την Αλεξάνδρα, τ�
5540 λίγοντας τα μαλλιά της σκο�
5541 λιά σκο�
5542 λιά σε χαρτί.
5543 Και οι δ�
5544 ο αδελφές μισούσαν α�
5545 τή την προετοιμασία πο�
5546 γίνο�
5547 νταν κάθε βράδ�
5548 , με περισσότερη φροντίδα, πο�
5549 σήμαινε περισσότερα χαρτιά στο κεφάλι, κάθε φορά την επαύριο έπρεπε να είναι καλοχτενισμένα τα κορίτσια. Τα σφιγμένα μαλλιά, τεντωμένα και τραβηγμένα στις ρίζες, τα χαρτιά κόμποι κόμποι, πο�
5550 χώνο�
5551 νταν στο κεφάλι μόλις έκανες να γ�
5552 ρίσεις στο κρεβάτι, πονούσαν, σε ξ�
5553 πνούσαν, σε νεύριαζαν. Και το χειρότερο για τις δ�
5554 ο αδελφές ήταν το πρωί, όταν έβγαζες τα χαρτιά και το�
5555 ς ξεδιάλ�
5556 νες τα μαλλιά, πο�
5557 φούντωναν σγο�
5558 ρεμένα και το�
5559 ς έκαναν δ�
5560 ο κεφάλια σαν «ξεραχνιάστρες», έλεγε η Αλεξάνδρα, μ' ένα φιόγκο ή μια κορδέλα πο�
5561 τις έκανε σα μαϊμούδες, έλεγε ο Αντώνης.
5562 Μα έτσι το ήθελε η μαμά, και οι αδελφές το είχαν πάρει απόφαση και η τελετή το�
5563 σγο�
5564 ρώματος γίνο�
5565 νταν λίγο πολύ χωρίς φασαρία.
5566 Απόψε όμως ήταν στις στραβές της η Πο�
5567 λο�
5568 διά και, σαν ήλθε η σειρά της, σήκωσε επανάσταση:
5569 - Δε θέλω, δε θέλω να μο�
5570 κάνεις κατσαρά!
5571 - Μπρε, αμάν, παιδί μο�
5572 !
5573 - Όχι, δε θέλω!
5574 - Αύριο θα είσαι σαν κατσιβέλα!
5575 - Ας είμαι!
5576 - Δε θα σε πάρει η θεία σο�
5577 στην Κηφισιά!
5578 - Ας μη με πάρει!
5579 - Στάσο�
5580 , μπρε παιδί μο�
5581 , μια στιγμή!
5582 - Δε θα σταθώ!
5583 Και δε στάθηκε και δεν μπήκαν τα χαρτιά και την άλλη μέρα μόνη η Αλεξάνδρα βρέθηκε καλοχτενισμένη, με φο�
5584 ντωτά κατσαρωμένα μαλλιά.
5585 Η Πο�
5586 λο�
5587 διά είχε ξ�
5588 πνήσει πάλι από την ανάποδη. Ακόμα δεν της είχε μιλήσει κανείς και άρχισε να κλαίγει. Και σαν τη ρώτησε η Αφροδίτη τι έχει, είπε πάλι πως την πονεί το παπούτσι.
5589 - Μα άφησε να δω, μην έχει κανένα καρφί το παπούτσι σο�
5590 !
5591 - Όχι, δεν έχει!
5592 - Στάσο�
5593 , μπρε παιδί μο�
5594 , να δω!
5595 - Όχι, δε θέλω!
5596 Μα όταν κατέβηκαν στο πρόγε�
5597 μα και είδε η θεία το κεφάλι της σαν «κατσιβέλας» κι έμαθε για ποιο λόγο είχαν μείνει τα μαλλιά της ακατσάρωτα, θύμωσε και της είπε: - Λοιπόν δε θα σε πάρομε στην Κηφισιά! Τα καπριτσιόζικα παιδιά μένο�
5598 ν σπίτι!
5599 Τ' αδέλφια περίμεναν πως θ' ανοίξο�
5600 ν οι βρύσες και θα γίνει νεροποντή. Μα, ω το�
5601 θαύματος, η Πο�
5602 λο�
5603 διά δεν έκλαψε!
5604 Και σαν ήλθε το αμάξι και πήρε θεία, θείο, Αλεξάνδρα και Αλέξανδρο και γύρισε ο Αντώνης μελαγχολικά από τη βεράντα να μπει μέσα, πηδώντας με τα πόδια της ενωμένα μπήκε και η Πο�
5605 λο�
5606 διά και, πιάνοντας τον από το�
5607 ς ώμο�
5608 ς, φώναξε θριαμβε�
5609 τικά:
5610 - Όλο το σπίτι δικό μας είναι σήμερα! Πάμε να παίξομε κ�
5611 νηγητό στις σκάλες!
5612 Μα ο Αντώνης δεν ξεμελαγχόλησε.
5613 - Έχω να γράψω ένα ρήμα, της αποκρίθηκε κατσο�
5614 φιασμένος.
5615 - Μπα! Εσύ γράφεις γρήγορα! Τι είναι ένα ρήμα! Να σο�
5616 το λέγω εγώ από τη γραμματική και σ�
5617 να γράφεις.
5618 - Θα 'ρθεις και σ�
5619 μαζί; ρώτησε ο Αντώνης. Και πρόσθεσε σ�
5620 μπονετικά:
5621 - Τι κο�
5622 τή πο�
5623 ήσο�
5624 ν χθες να μην αφήσεις να σε σγο�
5625 ράνο�
5626 ν και να πας στην Κηφισιά!
5627 Η Πο�
5628 λο�
5629 διά έκανε άλλο�
5630 ς δ�
5631 ο πήδο�
5632 ς.
5633 - Μα εγώ δεν ήθελα να πάγω, είπε.
5634 Με τα χέρια στις τσέπες την κοίταξε ο Αντώνης.
5635 - Γιατί; ρώτησε.
5636 Η Πο�
5637 λο�
5638 διά κοντοστάθηκε, δίστασε.
5639 - Γιατί έτσι, είπε με απόφαση.
5640 Έστριψε μια δ�
5641 ο φορές στο τακούνι της και πιάνοντας τον πάλι από το�
5642 ς ώμο�
5643 ς:
5644 - Έλα να γράψομε το ρήμα σο�
5645 , είπε. Μόνο η οριστική έχει πολλά. Τ' άλλα, �
5646 ποτακτική, προστακτική, απαρέμφατο, α�
5647 τά παν γρήγορα. Έλα, πάμε να το ξεφορτωθούμε!
5648 Και πήγαν και το ξεφορτώθηκαν και αναστέναξε ο Αντώνης και πέρασε το στο�
5649 πόχαρτο πάνω στο χαρτί το�
5650 , όπο�
5651 λες και είχαν περάσει πηδηχτά μελανωμένα ποδαράκια σπο�
5652 ργιτιού. Και με την αδελφή το�
5653 , τρεχάτος κατέβηκε στην α�
5654 λή.
5655 - Κι εδώ μπορούμε να κάνομε το�
5656 ς περιβολάρηδες, είπε η Πο�
5657 λο�
5658 διά. Χθες ίσα ίσα έλεγε ο θείος πως όλο το περιβόλι θέλει σκάψιμο. Έλα να το σκάψομε εμείς!
5659 Πήραν λοιπόν ο ένας ένα μικρό σκο�
5660 ριασμένο καρφί, η άλλη ένα κομμάτι σπασμένο κεραμίδι και άρχισαν να σκάβο�
5661 ν.
5662 - Μιάο�
5663 !
5664 Γύρισαν τ' αδέλφια και είδαν την κιτρινόμα�
5665 ρη γάτα της Ρωσίδας κ�
5666 ρίας της Τιμής.
5667 - Φύγε, φύγε! Κσσστ! έκανε η Πο�
5668 λο�
5669 διά. Έχομε δο�
5670 λειά!
5671 Μα η γάτα δεν έφ�
5672 γε, απεναντίας σίμωσε.
5673 - Φύγε! επανέλαβε η Πο�
5674 λο�
5675 διά, μα σ�
5676 νάμα της έτριψε χαδιάρικα το κεφάλι.
5677 - Να την έβλεπε ο Ντον! είπε ο Αντώνης.
5678 - Τι θα έκανε ο Ντον;
5679 - Θα την έτρωγε!
5680 - Γιατί;
5681 - Έτσι. Ο θείος λέγει πως οι σκύλοι και οι γάτες όλο τρώγονται.
5682 - Αλήθεια; ρώτησε μαγεμένη η Πο�
5683 λο�
5684 διά. Κρίμα πο�
5685 δεν είναι εδώ ο Ντον!
5686 Ο Αντώνης σηκώθηκε και τίναξε τα χώματα από τα χέρια το�
5687 .
5688 - Πάμε να δοκιμάσομε αν είναι αλήθεια; ρώτησε.
5689 - Πού να πάμε;
5690 - Στην α�
5691 λή το�
5692 βασιλέα. Δεν είναι ποτέ κλειδωμένη. Η καρδιά της Πο�
5693 λο�
5694 διάς πήδηξε στο λαιμό της. Α�
5695 τό και αν ήταν τρέλα! Τρομερή τρέλα! Αντώνικη τρέλα!
5696 Μα λες και α�
5697 τή την ώρα κόλλησε από την τόλμη το�
5698 Αντώνη και η Πο�
5699 λο�
5700 διά.
5701 - Ναι! αναφώνησε. Πάμε!
5702 Πήρε τη γάτα στην αγκαλιά της και ρίχνοντας πίσω ανήσ�
5703 χες ματιές, μην και το�
5704 ς δει η κερα-Ρήνη ή η Αφροδίτη, τα δ�
5705 ο αδέλφια, πατώντας στα νύχια, βγήκαν από την α�
5706 λή. Η πόρτα το�
5707 βασιλέα ήταν ξεκλείδωτη και με καρδιόχτ�
5708 πο την έσπρωξαν τ' αδέλφια. Ησ�
5709 χία. Τα τρία σκ�
5710 λιά, δεμένα, ξαπλωμένα ηλιάζο�
5711 νταν. Μόνος ο Ντον σήκωσε το κεφάλι το�
5712 και κούνησε την ο�
5713 ρά το�
5714 . Βαστώντας τη γάτα πλησίασε η Πο�
5715 λο�
5716 διά. Μα τι ήταν α�
5717 τό; Έξαφνα η ήσ�
5718 χη α�
5719 λή αναστατώθηκε. Γαβγίσματα, φ�
5720 σίγματα, φωνές και στριγλιές γέμισαν τον αέρα. Η γάτα είχε ξεφύγει από τα χέρια της Πο�
5721 λο�
5722 διάς και είχε σκαρφαλώσει στο σβέρκο της, με τις τρίχες ολόρθες, φτύνοντας και φ�
5723 σώντας, ξετρελαμένη, ενώ ο Ντον και τ' άλλα σκ�
5724 λιά, όρθια, τραβούσαν τις αλ�
5725 σίδες το�
5726 ς, σα να ήθελαν να τις σπάσο�
5727 ν και ν' αρπάξο�
5728 ν τον εχθρό.
5729 Η Πο�
5730 λο�
5731 διά ξεφώνιζε, γύρε�
5732 ε να ξεφορτωθεί τη γάτα, και ο Αντώνης μάταια προσπαθούσε να την πιάσει. Παλεύοντας οπισθοχώρησε η Πο�
5733 λο�
5734 διά και η γάτα πήδηξε στον τοίχο και χάθηκε στην α�
5735 λή της Ρωσίδας κ�
5736 ρίας της Τιμής.
5737 Ο Αντώνης άρπαξε το μπράτσο της Πο�
5738 λο�
5739 διάς και απότομα την έσ�
5740 ρε στην πόρτα, τη στιγμή πο�
5741 στο πάνω πάτωμα άνοιγαν όλα τα παντζούρια και κεφάλια παρο�
5742 σιάζο�
5743 νταν σε διάφορα παράθ�
5744 ρα.
5745 Τρεχάτα είχαν βγει τ' αδέλφια στο δρόμο, αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή, και τρύπωσαν στην α�
5746 λή το�
5747 ς.
5748 Τρομαγμένα κοιτάχθηκαν.
5749 Η Πο�
5750 λο�
5751 διά μάτωνε από μια τσο�
5752 γκρανιά στο σβέρκο και ο Αντώνης από άλλη μια στο χτένι το�
5753 χεριού.
5754 - Δεν πειράζει, είπε ο Αντώνης, χλομός ακόμα αλλά ξαναβρίσκοντας την τόλμη το�
5755 . Πάμε μέσα να σε πλύνω και δε θα φαίνεται τίποτα.
5756 Μα φαίνο�
5757 νταν η τσο�
5758 γκρανιά πάνω από το φρίλι το�
5759 λαιμού της και, όσο και αν τραβούσε απάνω ο Αντώνης το φο�
5760 στάνι, πάλι ξανάπεφτε στη θέση το�
5761 και ξεσκέπαζε το γδαρμένο σβέρκο.
5762 - Τι κο�
5763 ταμάρα να 'χεις κοντά μαλλιά! της είπε. Αν είχες κοτσίδα, θα την ξέπλεκες και δε θα φαίνο�
5764 νταν τίποτα.
5765 - Και το χέρι σο�
5766 ;
5767 - Α�
5768 τό δεν πειράζει, το κρύβω στην τσέπη.
5769 Τα κέφια το�
5770 ς ήταν μο�
5771 διασμένα και τα φτερά το�
5772 ς χαμηλωμένα.
5773 - Πώς έκανε η γάτα... είπε σ�
5774 λλογισμένος ο Αντώνης.
5775 Ήταν εκείνο πο�
5776 έλεγε η μις Ράις «Μαντ κατ»1. Αλήθεια, σαν τρελή έκανε!
5777 - Είναι πολύ κακιά και άγρια α�
5778 τή η γάτα, αποκρίθηκε τρομαγμένη ακόμα η Πο�
5779 λο�
5780 διά. Νόμιζα πως θα με φάγει...
5781 Της έριξε ο Αντώνης μια στοχαστική ματιά και είπε:
5782 - Ξέρεις... σ�
5783 λλογίζομαι... μήπως εμείς ήμασταν κακοί πο�
5784 πήγαμε να τη ρίξομε στη μύτη των σκύλων.
5785 - Γιατί ήμασταν εμείς κακοί; ρώτησε η Πο�
5786 λο�
5787 διά πο�
5788 μπροστά της ανοίγο�
5789 νταν ξαφνικά κόσμοι από κο�
5790 βαριασμένο�
5791 ς στοχασμούς. Τι κάναμε;
5792 - Λέγω... ξέρω γω; Η γάτα είναι πιο μικρή από το�
5793 ς σκύλο�
5794 ς το�
5795 βασιλέα. Αν ρίχναμε... ας πούμε, τον Αλέξανδρο πο�
5796 είναι μικρός, σ' ένα μεγάλο Τούρκο, και ο Τούρκος τον αρπούσε στα δόντια το�
5797 ...
5798 - Όχι, Αντώνη! αναφώνησε η Πο�
5799 λο�
5800 διά. Δεν είναι το ίδιο!
5801 - Όχι, δεν είναι ολωσδιόλο�
5802 το ίδιο... αποκρίθηκε κάπως μπερδεμένος ο Αντώνης, γιατί ο Αλέξανδρος είναι αδελφός μας... Μα η γάτα ήταν μικρή και ο Ντον μεγάλος... και ήταν τρία σκ�
5803 λιά...
5804 Πολύ άσχημες απορίες κο�
5805 τρο�
5806 βαλούσαν στο μ�
5807 αλό της Πο�
5808 λο�
5809 διάς και άλλες τόσες στσ�
5810 Αντώνη. Μα ο Αντώνης δεν αγαπούσε τις στενόχωρες σκέψεις.
5811 - Ο�
5812 φ! είπε. Κάνει ζέστη εδώ μέσα! Και πρέπει να σκάψομε τον κήπο. Πάμε στην α�
5813 λή.
5814 Και ξανάπιασαν το καρφί και τη σπασμένη κεραμίδα κι έσκαψαν, κι έσκαψαν, και γύρισαν όλο το χώμα, όχι μόνο στις πρασιές πο�
5815 περιτριγύριζαν την α�
5816 λή, αλλά και σ' όλες τις γλάστρες με το�
5817 ς βασιλικούς, επίσης και σ' ένα βαρελάκι όπο�
5818 ο θείος είχε φ�
5819 τέψει μια τριανταφ�
5820 λλιά πο�
5821 έβγαζε εκατόφ�
5822 λλα τριαντάφ�
5823 λλα και πο�
5824 την περιποιούνταν ιδιαίτερα και μόνος α�
5825 τός.
5826 Και αφού έσκαψαν καλά καλά και μάδησαν όλα τα φύλλα πο�
5827 το�
5828 ς φαίνο�
5829 νταν ξερά, μαζί και μερικά χλωρά, της τριανταφ�
5830 λλιάς το�
5831 θείο�
5832 , το�
5833 ς φάνηκε ξαφνικά α�
5834 τή σα μαδημένη. Και τότε θ�
5835 μήθηκε ο Αντώνης πως είχε πει κάποτε ο θείος ότι πληγώνεις το φ�
5836 τό τραβώντας τα φύλλα.
5837 - Ναι, είπε σ�
5838 λλογισμένη η Πο�
5839 λο�
5840 διά, θα χρειάζο�
5841 νταν ψαλίδι... Κι έχασα το δικό μο�
5842 . Κρίμα.
5843 - Πήγαινε να φέρεις της θείας, της είπε ο Αντώνης κόβοντας ακόμα ένα δ�
5844 ο φύλλα πο�
5845 το�
5846 φαίνο�
5847 νταν παραμεγαλωμένα.
5848 - Όχι, φοβούμαι, αποκρίθηκε η Πο�
5849 λο�
5850 διά. Θα φωνάζει η θεία.
5851 - Καλά λες. Πάρε της Αλεξάνδρας.
5852 Τρεχάτη μπήκε μέσα η Πο�
5853 λο�
5854 διά, μα σε λίγο παρο�
5855 σιάστηκε το κεφάλι της στο παράθ�
5856 ρο της εισόδο�
5857 .
5858 - Δεν το βρίσκω, Αντώνη! το�
5859 φώναξε.
5860 - Στάσο�
5861 , έρχομαι, αποκρίθηκε κείνος.
5862 Μα όσο και να σκάλισαν και οι δ�
5863 ο και ν' αναποδογύρισαν τα καλοσ�
5864 γ�
5865 ρισμένα κο�
5866 τιά της Αλεξάνδρας, το ψαλίδι δε βρέθηκε.
5867 - Και όμως πρέπει να κόψομε τα κοτσανάκια πο�
5868 μείναν από τα ξερά φύλλα, είπε ο Αντώνης. Φαίνεται ακατάστατη έτσι η τριανταφ�
5869 λλιά. Στάσο�
5870 . Θα πάρομε μια στιγμή το ψαλίδι της θείας και θα το βάλομε πάλι στη θέση το�
5871 . Δε θα πάθει τίποτα.
5872 Μα το πανεράκι της θείας δεν ήταν κάτω.
5873 - Πάμε να δούμε στην κάμαρα της, είπε ο Αντώνης.
5874 - Αχ, Αντώνη, κοίταξε τα χέρια σο�
5875 ! Πώς θα πιάσεις το πανέρι της θείας;
5876 Ο Αντώνης κοίταξε τα σκονισμένα, όλο χώματα χέρια το�
5877 , και ύστερα τα παπούτσια το�
5878 , πο�
5879 ήταν στα ίδια χάλια.
5880 - Έχεις δίκαιο, είπε, πάμε πρώτα να καθαριστούμε.
5881 Και, με πλ�
5882 μένα χέρια και ξεσκονισμένα παπούτσια, δειλά μπήκαν τα δ�
5883 ο αδέλφια στην κάμαρα της θείας.
5884 Η κάμαρα της θείας ήταν το «άγιον των αγίων». Απαγορεύο�
5885 νταν στα τέσσερα αδέλφια να μπαίνο�
5886 ν μέσα, αν δεν τα φώναζε η θεία. Και η θεία δεν τα φώναζε ποτέ· έβγαινε στην είσοδο, αν είχε να τα μαλώσει ή να τα επιθεωρήσει πριν βγο�
5887 ν. Αλλά στην κάμαρα της δεν ήθελε «ποδαρικά», όπως έλεγε.
5888 Α�
5889 τό πο�
5890 έκανε ο Αντώνης, να μπει μέσα με την Πο�
5891 λο�
5892 διά ενόσω έλειπε η θεία, ήταν το άκρον άωτον της τόλμης και της ασέβειας και της αποκοτιάς.
5893 Το ένιωθε η Πο�
5894 λο�
5895 διά, κρεμασμένη στο μπράτσο το�
5896 , και η καρδιά της χτ�
5897 πούσε τούμπανο.
5898 - Αντώνη... πάμε να φύγομε... ψιθύρισε χαμηλώνοντας τη φωνή της, σα να βρίσκονταν σε αγιαστήριο. Πάμε, Αντώνη!
5899 - Φοβητσιάρα! Τι φοβάσαι; Στάσο�
5900 να δούμε, της είπε κείνος. Κοίταξε τι μακριά πο�
5901 φαίνεται η θάλασσα από δω... Να και τα βο�
5902 νά πέρα, εκεί θα 'ναι η Κηφισιά, πο�
5903 είναι βο�
5904 νό και δεν είναι βο�
5905 νό, όπως λέγει η Αλίς.
5906 - Πώς το ξέρεις πως είναι η Κηφισιά; ρώτησε η Πο�
5907 λο�
5908 διά πο�
5909 είχε τρ�
5910 πώσει κοντά το�
5911 στο παράθ�
5912 ρο.
5913 Ο Αντώνης σήκωσε το�
5914 ς ώμο�
5915 ς το�
5916 .
5917 - Αφού είπε η Αλίς πως είναι πέρα; Και πέρα άλλο βο�
5918 νό δεν έχει...
5919 Το επιχείρημα ήταν αναμφισβήτητο. Και όμως...
5920 - Αντώνη... πώς περνά το τρένο τη θάλασσα; ρώτησε η Πο�
5921 λο�
5922 διά.
5923 Ο Αντώνης δεν αποκρίθηκε.
5924 Γύρισε η Πο�
5925 λο�
5926 διά και τον είδε όρθιο στην άλλη άκρη της κάμαρας, εμπρός στην ασκέπαστη ραφτομηχανή της θείας. Πλησίασε βιαστικά.
5927 - Μπα!... Δεν την έκλεισε η θεία... μο�
5928 ρμούρισε.
5929 Ο Αντώνης ρο�
5930 θούνιζε.
5931 - Την άνοιξα για να τη δω, είπε. Μα... πο�
5932 φ... βρωμά πετρέλαιο! Να την αφήσομε να ξεμ�
5933 ρίσει;
5934 Με το δάχτ�
5935 λο έσπρωξε σιγά τη ρόδα.
5936 - Μη, Αντώνη, μην την αγγίζεις! Δε θέλει η θεία! είπε η Πο�
5937 λο�
5938 διά.
5939 Μα η περιέργεια το�
5940 Αντώνη είχε ξ�
5941 πνήσει.
5942 - Για να δούμε αν τρ�
5943 πά η βελόνα, έκανε βάζοντας το δάχτ�
5944 λο το�
5945 από κάτω, ενώ με το δεξί το�
5946 χέρι έπιανε το χερούλι.
5947 Η λαδωμένη ρόδα γύρισε γοργά μ' ένα ζλακ! και η βελόνα τρύπησε πέρα πέρα το δάχτ�
5948 λο το�
5949 Αντώνη, χωρίς να ξανασηκωθεί.
5950 - Αντώνη! φώναξε η Πο�
5951 λο�
5952 διά.
5953 - Στάσο�
5954 ν' ανεβάσω τη βελόνα, είπε χωρίς να ταραχθεί ο Αντώνης, ε�
5955 τ�
5956 χώς είναι απέραστη, θα βγει εύκολα...
5957 Γύρισε τη ρόδα και η βελόνα σηκώθηκε ως απάνω, χωρίς όμως και να βγει από το δάχτ�
5958 λο, πο�
5959 έμενε καρφωμένο.
5960 - Αντώνη! Αχ, Αντώνη, τι έκανες! είπε κλαίγοντας η Πο�
5961 λο�
5962 διά. Πώς θα τη βγάλεις τώρα;
5963 Ο Αντώνης κοίταζε το δάχτ�
5964 λο το�
5965 .
5966 - Δε με μέλει πο�
5967 τρ�
5968 πήθηκα, είπε, μόνο πο�
5969 θα με βρει εδώ η θεία!
5970 Η Πο�
5971 λο�
5972 διά έκλαιγε τώρα με αναφιλητά.
5973 - Αχ, Θεέ μο�
5974 ! Θα σο�
5975 κόψο�
5976 ν το δάχτ�
5977 λο, Αντώνη! Πώς θα φύγεις από δω; Αχ, στάσο�
5978 να φωνάξω την Αφροδίτη...
5979 Με το δεξί το�
5980 χέρι την άρπαξε ο Αντώνης από το μανίκι.
5981 - Να μην κο�
5982 νήσεις! πρόσταξε. Και αντί να κλαις, βοήθησε με να βγάλω τη βελόνα!
5983 - Μα πώς; Πώς; έκανε απελπισμένη η Πο�
5984 λο�
5985 διά.
5986 - Να! Βάστα τη ρόδα και γύρισε την αργά αργά, ώσπο�
5987 ν' ανέβει όσο μπορεί πιο ψηλά η βελόνα. Έλα!
5988 Έκανε η Πο�
5989 λο�
5990 διά όπως της έλεγε και, σαν ανέβηκε ψηλά η βελόνα, σταμάτησε τη ρόδα.
5991 - Στάσο�
5992 τώρα, της είπε ο Αντώνης, μην ξαναπέσει η ρόδα! και με το δεξή το�
5993 δείχτη πίεσε κάτω το τρ�
5994 πημένο νύχι με όλη το�
5995 τη δύναμη.
5996 - Πονεί; ρώτησε τρέμοντας η Πο�
5997 λο�
5998 διά.
5999 - Άφησε τώρα αν πονεί, ο λόγος είναι να βγει η βελόνα! Βάστα τη ρόδα... Βάστα! Πάει, βγήκε! φώναξε θριαμβε�
6000 τικά ο Αντώνης.
6001 Και τράβηξε το δάχτ�
6002 λο το�
6003 και το έχωσε στο στόμα.
6004 - Ρούφηξε το! Πιπίλισέ το! Δείξε μο�
6005 το! παρακάλεσε η Πο�
6006 λο�
6007 διά.
6008 Έβγαλε ο Αντώνης το δάχτ�
6009 λο από το στόμα το�
6010 και τα δ�
6011 ο αδέλφια είδαν μια στρογγ�
6012 λή καθαρή τρ�
6013 πίτσα κόκκινη, στη μέση το�
6014 ν�
6015 χιού, και άλλη μια όμοια στο μέσα μέρος το�
6016 δαχτύλο�
6017 .
6018 - Πονεί; ρώτησε με αγωνία η Πο�
6019 λο�
6020 διά. Και ξαφνικά:
6021 - Στάσο�
6022 ! φώναξε κι έφ�
6023 γε σα σαΐτα.
6024 Γύρισε όπως είχε φύγει, τρεχάτη, και τον βρήκε τον Αντώνη στην είσοδο. Βαστούσε ένα μποτιλάκι κι ένα παστρικό κο�
6025 ρελάκι.
6026 - Στάσο�
6027 , το�
6028 είπε, θα σο�
6029 βάλω άρνικα. Η Αφροδίτη προχθές μο�
6030 έβαλε στο γόνατο και δεν ξεμάτωνε πια. Στάσο�
6031 .
6032 Ο Αντώνης της έτεινε το τρ�
6033 πημένο δάχτ�
6034 λο και, προσέχοντας μην τον πονέσει, κάνοντας τα καλά της, προσπαθώντας και φασαρεύοντας, το�
6035 το έδεσε η Πο�
6036 λο�
6037 διά, αφού σκόρπισε τη μισή άρνικα στο πάτωμα.
6038 - Και τώρα πάμε γρήγορα κάτω, μη μας δει κανείς εδώ! το�
6039 είπε με σκηνικά ψιθ�
6040 ρίσματα και περπατήματα στα νύχια και κατασκοπεύσεις στη σκάλα, φο�
6041 σκωμένη από �
6042 περηφάνεια, πως φρόντιζε κι εξ�
6043 πηρετούσε τον Αντώνη.
6044 Μα ο Αντώνης, ακόμα και όταν ε�
6045 χαριστιούνταν, δεν εννοούσε να κ�
6046 βερνιέται από κορίτσι. Ομολογούσε μέσα το�
6047 τις �
6048 πηρεσίες της αδελφής το�
6049 και τον ε�
6050 χαριστούσαν. Μα δεν έπρεπε να της δώσει και πολύ θάρρος, «γιατί τα κορίτσια... ξέρεις... τόσο να το�
6051 ς δώσεις, σε καβαλικεύο�
6052 ν κιόλα». Χρειάζο�
6053 νταν η Πο�
6054 λο�
6055 διά και λίγη ψ�
6056 χρολο�
6057 σία.
6058 - Στάσο�
6059 , της είπε μεγαλόπρεπα, έχω δο�
6060 λειά... Και ξαναμπήκε στην κάμαρα της θείας.
6061 Η Πο�
6062 λο�
6063 διά τον ακολούθησε, περίεργη όσο και τρομαγμένη.
6064 - Αχ, Αντώνη, τι θέλεις πια να μπαίνεις εδώ μέσα... Μα την αποπήρε:
6065 - Ποιος θα κλείσει τη μηχανή; Να τη βρει η θεία ξεσκέπαστη;
6066 Η Πο�
6067 λο�
6068 διά όρμησε, άρπαξε το καπάκι κι έκλεισε τη μηχανή πριν προφθάσει ο Αντώνης.
6069 - Έννοια σο�
6070 ! Μην κο�
6071 ράζεσαι! Έννοια σο�
6072 ! ψιθύρισε πασπατεύοντας να στερεώσει το καπάκι πο�
6073 όλο ξανάνοιγε.
6074 Πλησίασε ο Αντώνης, παραμέρισε τα χέρια της και ύστερα κατέβασε ένα σιδεράκι, γύρισε μια βίδα και το καπάκι έμεινε μαγκωμένο.
6075 - Ούτε να κλείσεις μια μηχανή δεν ξέρεις, της είπε.
6076 Η Πο�
6077 λο�
6078 διά, πάντα έτοιμη για επανάσταση, ορτσώθηκε.
6079 - Ναι, μα εσύ την άνοιξες, ώστε το ήξερες! Μεγάλη δο�
6080 λειά πο�
6081 την ξανάκλεισες! Εγώ δεν ξέρω από μηχανές!
6082 - Κανένα κορίτσι δεν ξέρει από μηχανές, αποφάσισε ο Αντώνης. Το είπε μια μέρα και ο πατέρας, όταν έσπασε ο Στάμος το βάτραχο το�
6083 , για να δει πώς πηδά. Είπε: «Ωστόσο, τι είναι τ' αγόρια! Α�
6084 τός γεννήθηκε μηχανικός!» Δηλαδή, πως κανένα κορίτσι δε γεννιέται μηχανική.
6085 Σ�
6086 λλογισμένη κατέβαινε η Πο�
6087 λο�
6088 διά τη σκάλα με τον αδελφό της.
6089 - Ναι, μα... έκανε.
6090 Γύρε�
6091 ε να θ�
6092 μηθεί για ποια τέχνη γεννιούνται τα κορίτσια. Μα δε βρήκε.
6093 - Τι ναι μα; Τα κορίτσια είναι περιττά στον κόσμο, είπε κοφτά πάλι ο Αντώνης.
6094 Η Πο�
6095 λο�
6096 διά ξαφνικά θ�
6097 μήθηκε.
6098 - Καθόλο�
6099 ! αναφώνησε. Ο θείος είπε μια μέρα για την κερα-Ρήνη, πο�
6100 είχε ψήσει σαλιάγκο�
6101 ς, «Ωστόσο, α�
6102 τή η κερα-Ρήνη γεννήθηκε μαγείρισσα!» Εμείς γεννιούμαστε μαγείρισσες!
6103 - Πφφφ! έκανε ο Αντώνης. Δεν κάνεις εσύ να μο�
6104 ψήσεις μακαρόνια με κιμά να σε δω;
6105 - Μα εγώ... διαμαρτ�
6106 ρήθηκε αναμμένη η Πο�
6107 λο�
6108 διά. Κοντοστάθηκε γ�
6109 ρεύοντας τι να πει. Και πάλι πήρε φόρα:
6110 - Μα εγώ ξέρω να ξεκο�
6111 κο�
6112 τσιάζω βύσσινο! είπε. Εσύ ξέρεις;
6113 - Πφφφ! έκανε πάλι ο Αντώνης. Γ�
6114 ναικείες δο�
6115 λειές... Τον διέκοψε η Αφροδίτη πο�
6116 έστρωνε τραπέζι στην τραπεζαρία.
6117 - Ελάτε, παιδιά, φώναξε, το φαγί είναι έτοιμο! Περνώντας πίσω από την Πο�
6118 λο�
6119 διά στάθηκε, την καλοκοίταξε και, πιάνοντας το φρίλι το�
6120 λαιμού της, είπε:
6121 - Γιατί είναι το φο�
6122 στάνι σο�
6123 αιματωμένο; Μπρε παιδί μο�
6124 , ποιος σ' έγδαρε έτσι;
6125 Η Πο�
6126 λο�
6127 διά σήκωσε το�
6128 ς ώμο�
6129 ς της να �
6130 ψώσει και το φόρεμα.
6131 - Η γάτα, είπε σύντομα.
6132 - Ποια γάτα;
6133 - Της Ρωσίδας κ�
6134 ρίας της Τιμής. Ήθελε να παίξει! έκανε τάχα αδιάφορη και κάθισε στο τραπέζι, αντίκρ�
6135 στον Αντώνη, όπως το 'κανε ο θείος και η θεία.
6136 Μα η Αφροδίτη σήμερα είχε μάτια εμπρός και πίσω και σε όλο της το κεφάλι.
6137 - Τι έχει το χέρι σο�
6138 , Αντώνη, και είναι δεμένο; ρώτησε πάλι.
6139 Ο Αντώνης το μισοσήκωσε και πάλι το κατέβασε, τάχα με αδιαφορία και α�
6140 τός.
6141 - Δεν είναι τίποτα. Το τρύπησα, είπε.
6142 - Για να δω! Πώς το τρύπησες; Άνοιξε το να δω! Αν είναι πονεμένο, να το βάλομε σε κα�
6143 τό νερό!
6144 - Δεν είναι ανάγκη, πετάχθηκε και είπε η Πο�
6145 λο�
6146 διά, το�
6147 το μούσκεψα εγώ με άρνικα!
6148 - Και πού βρήκες την άρνικα;
6149 - Στην κάμαρα σο�
6150 . Σε είδα προχθές πού την είχες κρύψει. Η Αφροδίτη δίστασε αν έπρεπε να μαλώσει ή να επαινέσει.
6151 Διάλεξε τη μέση οδό.
6152 - Ε, καλά το σ�
6153 λλογίστηκες να το�
6154 βάλεις άρνικα, είπε. Έβαλες και στην τσο�
6155 γκρανιά σο�
6156 ;
6157 Και χωρίς να περιμένει απόκριση, πρόσθεσε:
6158 - Άλλη φορά όμως να μο�
6159 κάνεις τη χάρη να με φωνάζεις και όχι να πηγαίνεις να σκαλίζεις στην κάμαρα μο�
6160 !
6161 Όλο το απόγεμα πήγε και ήλθε η Αφροδίτη από την κο�
6162 ζίνα στο σπο�
6163 δαστήριο και από το σπο�
6164 δαστήριο στην κο�
6165 ζίνα και απορούσε με την ησ�
6166 χία το�
6167 σπιτιού.
6168 - Τι πάθαν οι δ�
6169 ο σκανδαλιάρηδες σήμερα; έλεγε και ξανάλεγε της κερα-Ρήνης. Δεν ακούονται! Και να το�
6170 ς δεις, σαν Παναγιές κάθονται και παίζο�
6171 ν ντόμινο, ο ένας αντίκρ�
6172 στον άλλο, τόσο φρόνιμα, πο�
6173 απορώ. Κάτι πάλι θα μας ξεσπάσει στο κεφάλι.
6174 Και η κερα-Ρήνη απορούσε και α�
6175 τή.
6176 - Μην είναι άρρωστα; της αποκρίνο�
6177 νταν. Τρελαντώνης και φρονιμάδα δεν παν μαζί! Κάτι θα σκαρφίζεται να μας βγάλει στη μέση το σκάνταλο μ�
6178 αλό το�
6179 .
6180 Μα όσο και να παραμόνεψε η Αφροδίτη, καμιάν αταξία δεν είδε.
6181 Και σα χαμήλωσε ο ήλιος και δρόσισε, σ�
6182 γκινημένη από τόση φρονιμάδα, πήγε και πρότεινε στα δ�
6183 ο αδέλφια να κάνο�
6184 ν θαλάσσιο λο�
6185 τρό, αφού δεν έκαναν το πρωί, και ύστερα να μείνο�
6186 ν μαζί της στην αμμο�
6187 διά και να μαζέψο�
6188 ν κοχλαδάκια.
6189 - Φταίγω εγώ τώρα; έλεγε λίγο αργότερα ο Αντώνης, καθισμένος στο σπο�
6190 δαστήριο με την Πο�
6191 λο�
6192 διά, πο�
6193 είχε πρησμένα τα μάτια από τα πολλά κλάματα. Είχαμε πει να μην κο�
6194 νήσομε πια από δω, ώσπο�
6195 να γ�
6196 ρίσει η θεία... Γιατί το ξέρω πως ο διάβολος έχει πολλά ποδάρια. Καθόμασταν όμορφα και καλά στο ντόμινο. Ήταν ανάγκη να μας πάγει στα λο�
6197 τρά η Αφροδίτη; Και ύστερα να καθίσομε στην άμμο και να πιάσει τόση κο�
6198 βέντα με τις γειτόνισσες; Και πού να τύχει και ο Μπαρμπαγιάννης ο Κανατάς!
6199 - Και να 'χει και τόσες στάμνες και τόσα κανάτια, ίσα ίσα σήμερα! αναστέναξε η Πο�
6200 λο�
6201 διά.
6202 - Ναι! Και να τις πηγαίνει παραγγελία στο καφενείο! Μα είδες; Είδες τι ωραία πο�
6203 τα είχε δεμένα, αράδες αράδες γύρω στο γαϊδο�
6204 ράκι το�
6205 ; αναφώνησε ο Αντώνης πο�
6206 ενθο�
6207 σιάστηκε πάλι με την ενθύμηση.
6208 - Τι ήθελες να τ' αγγίξεις! κλαψιάρισε η Πο�
6209 λο�
6210 διά.
6211 - Ήθελα να δω πώς στέκο�
6212 νταν. Πού να ξέρω εγώ πως το σκοινί ήταν περασμένο μονάχα μες στα χερούλια κάθε στάμνας και πως σα λύσεις μια, πέφτο�
6213 ν όλες! Ήταν κο�
6214 ταμάρα το�
6215 Μπαρμπαγιάννη!
6216 - Εγώ σο�
6217 το έλεγα, μην τις αγγίξεις, Αντώνη!
6218 - Το ξέρω κι εγώ τώρα! Μα φταίει ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς! Αντί να μο�
6219 πει «Φύλαγε το γαϊδο�
6220 ράκι μο�
6221 , ώσπο�
6222 να πάγω να πιω νερό», αν μο�
6223 έλεγε «Δεν είναι δεμένες κόμπο οι στάμνες, και πρόσεχε», εγώ δε θα τις άγγιζα! Μα πες, δε φαίνο�
6224 νταν δεμένες;
6225 - Ναι, φαίνο�
6226 νταν, παραδέχθηκε η Πο�
6227 λο�
6228 διά.
6229 - Κι εγώ έτσι νόμιζα και ήθελα να σο�
6230 δείξω πώς να κάνεις τον τελικό κόμπο. Πού να φανταστώ πως, μόλις λύσω το σκοινί, θα φύγο�
6231 ν όλα, στάμνες και κανάτια!
6232 - Και με τέτοιον κρότο!...
6233 - Χωρατεύεις...
6234 - Πόσα να σπάσανε λες, Αντώνη;
6235 - Ξέρω γω; Όλα θαρρώ.
6236 - Και περιμένει απέξω να 'ρθει ο θείος, να το�
6237 πληρώσει, λέει, τη ζημιά!
6238 Τα δ�
6239 ο αδέλφια έμειναν σ�
6240 λλογισμένα. Και ρώτησε ο Αντώνης:
6241 - Σαν πόσες δραχμές λες να ζητήσει το�
6242 θείο�
6243 ; Τέσσερις; Πέντε;
6244 Η Πο�
6245 λο�
6246 διά ξανάρχισε τα κλάματα.
6247 - Πολλές! είπε. Η Αφροδίτη λέγει πως θα θέλει πολλές δραχμές. Αχ! Να είχα κο�
6248 μπαρά, σαν την Αλίς!
6249 - Κι εγώ! είπε άθ�
6250 μα ο Αντώνης.
6251 Η Πο�
6252 λο�
6253 διά σφούγγισε τα μάτια της. Σκο�
6254 το�
6255 ρεμένη ρώτησε:
6256 - Να ζητήσομε χρήματα της κερα-Ρήνης; Εκείνη έχει πολλά. Κάθε βράδ�
6257 της δίνει η θεία.
6258 Ο Αντώνης αργοκούνησε το κεφάλι.
6259 - Ο πατέρας απαγορεύει να ζητούμε χρήματα, είπε.
6260 - Μα δε θα μας τα χαρίσει, θα μας τα δανείσει μόνο.
6261 - Κι α�
6262 τό το απαγορεύει ο πατέρας. Έπειτα πώς θα της τα πληρώναμε, αφού εμείς δεν έχομε κο�
6263 μπαρά; Και ούτε τίποτε άλλο έχομε εμείς.
6264 Η Πο�
6265 λο�
6266 διά αναπήδησε. Της είχε έλθει μια ιδέα.
6267 - Εγώ ξέρω! αναφώνησε. Θα της πο�
6268 λήσω τα σκο�
6269 λαρίκια της Αραπίνας μο�
6270 ! Πολλές φορές μο�
6271 τα ζήτησε κι εγώ δεν ήθελα να της τα δώσω.
6272 - Να της τα πο�
6273 λήσεις; έκανε ο Αντώνης βλέποντας ξαφνικά καινούριες ελπίδες να φτερο�
6274 γίζο�
6275 ν μπροστά το�
6276 . Ναι... α�
6277 τό επιτρέπεται... και ο πατέρας πο�
6278 λά μπαμπάκια στο γραφείο... α�
6279 τό είναι εμπόριο...
6280 Η Πο�
6281 λο�
6282 διά είχε τρέξει στη γωνιά όπο�
6283 αράδιαζε τα δικά της παιχνίδια, άνοιξε το σεντο�
6284 κάκι της κούκλας της και το άδειασε ολόκληρο στο πάτωμα. Κάτω κάτω πήρε ένα χάρτινο, αρκετά κακομεταχειρισμένο κο�
6285 τάκι, το άνοιξε και το έδειξε το�
6286 Αντώνη. - Να, είπε, α�
6287 τά τα κόκκινα αχλαδωτά σκο�
6288 λαρίκια, πο�
6289 μοιάζο�
6290 ν, λέει, κοράλι, α�
6291 τά θέλει η κερα-Ρήνη. Πάμε να της τα δείξομε.
6292 Μα η φόρα της κόπηκε μπρος στην κλειστή πόρτα της κο�
6293 ζίνας. Είχε ακούσει πως στο εμπόριο αγοράζεις και πο�
6294 λάς. Μα με τι τρόπο γίνεται η πράξη δεν το ήξερε. Μο�
6295 διασμένη πρόσφερε το κο�
6296 τί της στον αδελφό της.
6297 - Να, πάρ' τα, Αντώνη! Πες της το εσύ!
6298 - Όχι, εσύ. Δικά σο�
6299 είναι τα σκο�
6300 λαρίκια.
6301 - Μα... μα... εγώ δεν ξέρω πώς να της το πω...
6302 - Να, θα πεις: «Τα θέλεις; Τα πο�
6303 λώ».
6304 - Ναιαιαι; ρώτησε απρόθ�
6305 μα η Πο�
6306 λο�
6307 διά. Και α�
6308 τό, βέβαια, δεν είναι κακό; Επιτρέπεται, Αντώνη;
6309 Ο Αντώνης δεν ήταν και τόσο βέβαιος. Και α�
6310 τός από εμπόριο δεν ήξερε καλά. Με το χέρι παραμέρισε το κο�
6311 τί και το�
6312 ς θησα�
6313 ρούς της Πο�
6314 λο�
6315 διάς.
6316 - Άσ' τα, είπε, προτιμώ να φάγω ξύλο...
6317 Με ορμή άνοιξε η Πο�
6318 λο�
6319 διά την πόρτα και μπήκε στην κο�
6320 ζίνα.
6321 - Να, κερα-Ρήνη, σο�
6322 έφερα τα σκο�
6323 λαρίκια μο�
6324 και σο�
6325 τα πο�
6326 λώ! είπε βιαστικά, σε μια πνοή.
6327 Η κερα-Ρήνη τηγάνιζε κεφτέδες. Χωρίς να γ�
6328 ρίσει ρώτησε:
6329 - Τι κάνεις λέει;
6330 - Σο�
6331 πο�
6332 λώ τα σκο�
6333 λαρίκια της κούκλας μο�
6334 , κερα-Ρήνη, τα κόκκινα αχλαδάκια...
6335 Η φωνή της Πο�
6336 λο�
6337 διάς έτρεμε λίγο· περίμενε περισσότερο ενθο�
6338 σιασμό. Η κερα-Ρήνη εξακολο�
6339 θούσε με το πιρούνι ν' αναποδογ�
6340 ρίζει το�
6341 ς κεφτέδες μες στο τηγάνι. Χωρίς καν να κοιτάξει το απλωμένο δειλό χέρι με το χάρτινο κο�
6342 τί, φώναξε:
6343 - Αφροδίτη, μη χάσεις το κελεπούρι! Πο�
6344 λούμε διαμαντικά εδώ μέσα!
6345 Η Αφροδίτη, πο�
6346 κο�
6347 βέντιαζε με κάποιον στην α�
6348 λή, γύρισε και στάθηκε στην ανοιχτή πόρτα.
6349 - Ποιος πο�
6350 λά; ρώτησε.
6351 - Να, το κορίτσι μας!
6352 - Τι κάνει λέει;
6353 - Μο�
6354 πο�
6355 λά σκο�
6356 λαρίκια!
6357 Είδε η Αφροδίτη τον Αντώνη, στο βάθος της κο�
6358 ζίνας, πο�
6359 μελετούσε έναν έναν το�
6360 ς μπακιρένιο�
6361 ς τεντζερέδες στα ράφια, είδε και την Πο�
6362 λο�
6363 διά πο�
6364 , με κόκκινα πρησμένα μάτια και το κο�
6365 τί της στο χέρι, δεν πολ�
6366 ήξερε αν έπρεπε να μείνει ή να το βάλει στα πόδια, και ρώτησε γλ�
6367 κά:
6368 - Τι θες, Πο�
6369 λο�
6370 διά;
6371 Με χείλια πο�
6372 έτρεμαν είπε η Πο�
6373 λο�
6374 διά:
6375 - Θέλω να πο�
6376 λήσω τα σκο�
6377 λαρίκια της Αραπίνας μο�
6378 , για να πληρώσομε τον Μπαρμπαγιάννη Κανατά, πριν έλθει ο θείος... είπε και σώπασε πνιγμένη. Η Αφροδίτη γέλασε. Γύρισε κατά την α�
6379 λή.
6380 - Μπαρμπαγιάννη! φώναξε. Έλα ν' ακούσεις.
6381 Ένας άντρας ψηλός, με φαρδιά ξανθά μο�
6382 στάκια, γέμισε με το μεγάλο μπόι το�
6383 την πόρτα. Ήταν φτωχοντ�
6384 μένος και ξ�
6385 πόλ�
6386 τος και στο κεφάλι φορούσε ένα παλιωμένο πλατύγ�
6387 ρο καπέλο. Στα μαλλιά και στα μο�
6388 στάκια πολλές άσπρες τρίχες γ�
6389 άλιζαν, μα ήταν ήρεμο το πρόσωπο το�
6390 και είχε αρχοντιά η στάση το�
6391 , καθώς στηρίζο�
6392 νταν στη μαγκούρα το�
6393 .
6394 - Τι με θέλεις; ρώτησε.
6395 - Να, πο�
6396 λούμε χρ�
6397 σαφικά της κούκλας μας, για να σε πληρώσομε, είπε η Αφροδίτη κάνοντας το�
6398 το μάτι.
6399 - Για να δούμε τα τζοβαρικά σο�
6400 ! είπε ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς.
6401 Πήρε το κο�
6402 τί από το χέρι της Πο�
6403 λο�
6404 διάς κι έναν έναν έβγαλε από μέσα το�
6405 ς θησα�
6406 ρούς της και το�
6407 ς άπλωσε στο τραπέζι.
6408 Η κερα-Ρήνη είχε πλησιάσει με τα δ�
6409 ο της χέρια στο�
6410 ς γοφούς.
6411 - Να τα σκο�
6412 λαρίκια πο�
6413 θέλει να μο�
6414 πο�
6415 λήσει! είπε.
6416 Η Πο�
6417 λο�
6418 διά δε μίλησε. Ανήσ�
6419 χη κοίταζε τα στολίδια της.
6420 - Σκο�
6421 λαρίκια, ε; είπε ο Μπαρμπαγιάννης εξετάζοντας τα κόκκινα αχλαδάκια. Και τούτο; Τι είναι; Δαχτ�
6422 λίδι;
6423 - Όχι, είναι το χρ�
6424 σό βραχιόλι της κούκλας μο�
6425 , αποκρίθηκε πνιχτά η Πο�
6426 λο�
6427 διά.
6428 - Και τούτο;
6429 - Το διαμαντένιο της χτένι.
6430 - Πωπώ, ομορφιά! Και αμέ τούτες οι κίτρινες φούσκες με το λάστιχο;
6431 - Είναι το άλλο χρ�
6432 σό βραχιόλι της κούκλας μο�
6433 .
6434 - Πωπώ, πλούτη! Και τούτη η αλ�
6435 σίδα με τ' ωρολόγι; Πόσα τα δίνεις όλα μαζί, Πο�
6436 λο�
6437 διά; Ένα φόρτωμα κανάτια; Ε;
6438 Μα η Πο�
6439 λο�
6440 διά δεν ήξερε. Χαμένη γύρισε στον Αντώνη για βοήθεια. Μα ο Αντώνης είχε εξαφανιστεί. Με τα χέρια στις τσέπες, είχε βγει απαρατήρητος από την πόρτα της κο�
6441 ζίνας, στα νύχια πέρασε από το διάδρομο, την τραπεζαρία, βγήκε στη βεράντα και κατέβηκε, στο δρόμο.
6442 Δεν ήξερε γιατί, μα ντρέπο�
6443 νταν. Ντρέπο�
6444 νταν την κερα-Ρήνη, την Αφροδίτη, τον Μπαρμπαγιάννη Κανατά, πο�
6445 ήξεραν τώρα όλοι πως η Πο�
6446 λο�
6447 διά, για να μη φάγει α�
6448 τός ξύλο, παρέδιδε όλο�
6449 ς το�
6450 ς θησα�
6451 ρούς της. Και όσο περισσότερο ντρέπο�
6452 νταν, τόσο πιο πετούσε πίσω το κεφάλι το�
6453 . Και όλη τη μέρα δεν της είχε πει ούτε ένα ε�
6454 χαριστώ της Πο�
6455 λο�
6456 διάς πο�
6457 είχε βρει τρόπο να φάγει και α�
6458 τή τιμωρία και να μην πάγει στην Κηφισιά... Ο�
6459 φ! Ήταν πνιγερό όμως το σπίτι. Έξω στο δρόμο ανάσαινε το�
6460 λάχιστον κανείς καλύτερα. Κατέβηκε σε κάτι βράχο�
6461 ς και κοίταξε μακριά τη θάλασσα την ανοιχτή. Είχε βασιλέψει ο ήλιος, κατέβαινε το μούχρωμα και ήταν μοναξιά. Κι εκεί, παρακάτω, στο�
6462 ς βρεμένο�
6463 ς από τη θάλασσα βράχο�
6464 ς, σαν κοίταζες καλά στο�
6465 ς νερόλακκο�
6466 ς, έβρισκες κάποτε καβούρια. Το�
6467 ήλθε μια φωτεινή ιδέα. Η Πο�
6468 λο�
6469 διά όλο γύρε�
6470 ε καβούρια και δεν τα έβρισκε ποτέ. Αν της έφερνε εκείνος κανένα;... Και από τα σκο�
6471 λαρίκια της θα τον προτιμούσε τον κάβο�
6472 ρα.
6473 Πήδηξε ο Αντώνης στο�
6474 ς κάτω βράχο�
6475 ς, μα γλίστρησε στο βρεμένο μούσκο�
6476 λο και, ξαφνικά, βρέθηκε ξαπλωμένος μες στα νερά. Την πρώτη στιγμή ζαλίστηκε. Μα η κρύα θάλασσα τον σ�
6477 νέφερε γρήγορα και σηκώθηκε και τινάχθηκε. Ποπό! Ώς τις πλάτες ήταν μούσκεμα! Καινούρια ζημιά! Και μη χειρότερα, αν δε σχίστηκε κιόλα! Ανέβηκε στο�
6478 ς βράχο�
6479 ς και από κει στο δρόμο. Πονούσε λίγο κάτω εκεί πο�
6480 τελειώνει η ράχη και πονούσε λίγο και στο κεφάλι. Μα ο Αντώνης δε σ�
6481 νήθιζε να παραπονιέται για πόνο. Κοίταξε απάνω, κάτω, μην περνά κανένας γνωστός στο δρόμο και, βλέποντας μοναξιά, ανέβηκε κούτσα κούτσα στη βεράντα και μπήκε στην τραπεζαρία, αφήνοντας λιμνούλες όπο�
6482 πατούσε. «Μην ήλθε η θεία;» Μα όχι. Όλα ήταν σιωπηλά και σκοτεινά.
6483 Σιωπηλά τρύπωσε κι α�
6484 τός στο διάδρομο και από κει γύρισε κατά τη σκάλα. Μα, την ίδια ώρα, η πόρτα της κο�
6485 ζίνας άνοιξε και η Αφροδίτη βγήκε μ' ένα αναμμένο κερί και τον είδε. Ήταν και η Πο�
6486 λο�
6487 διά μαζί της . - Τι κάνεις εδώ, μόνος, Αντώνη; ρώτησε η Αφροδίτη.
6488 - Τίποτα. Πάω στην κάμαρα μο�
6489 , της αποκρίθηκε κάνοντας για τη σκάλα.
6490 - Κάτσε μια στιγμή, έλα, γεια σο�
6491 , άναψε μο�
6492 τα κεριά στη τραπεζαρία, ν' ανάψω εγώ τη λάμπα της σκάλας και είναι αργά. Με τη μωρολογιά το�
6493 Μπαρμπαγιάννη νύχτωσε πριν το καταλάβω και δεν έβαλα τραπέζι ακόμα...
6494 - Αντώνη! διέκοψε τρομαγμένη η Πο�
6495 λο�
6496 διά. Τι έπαθες;
6497 - Τίποτα. Βράχηκα λίγο στη θάλασσα, αποκρίθηκε ο Αντώνης γ�
6498 ρεύοντας να ξεφύγει από το φως.
6499 - Τι έπαθες; Έπεσες; επανέλαβε όλο και πιο τρομαγμένη η Πο�
6500 λο�
6501 διά. Είσαι όλος αίματα!
6502 - Αίματα; Πού;
6503 - Στάσο�
6504 ! Καλέ, αλήθεια! Παναγιά μο�
6505 ! Πού πήγες; αναφώνησε η Αφροδίτη.
6506 Ακούμπησε το κερί της σε μια καρέγλα και γύρισε τον Αντώνη με την πλάτη στο φως.
6507 - Χτύπησες; Πού χτύπησες; Πωπώ, αίματα!
6508 - Πού; ρώτησε πάλι ο Αντώνης πο�
6509 γύρε�
6510 ε να δει την πλάτη το�
6511 πάνω από τον ώμο το�
6512 .
6513 Λαφριά, γοργά σήκωσε η Αφροδίτη τα κοντοκομμένα το�
6514 μαλλιά στο πίσω μέρος το�
6515 κεφαλιού το�
6516 .
6517 - Μα βέβαια! Έσπασες το κεφάλι σο�
6518 ! Τα μαλλιά σο�
6519 είναι ποτισμένα αίματα! Αχ! Παναγίτσα μο�
6520 , θα με τρελάνεις εσύ, παιδί μο�
6521 !
6522 Τον άρπαξε από το�
6523 ς ώμο�
6524 ς και, σχεδόν σηκωτό, τον ανέβασε απάνω. Φοβισμένη ακολο�
6525 θούσε η Πο�
6526 λο�
6527 διά.
6528 - Γρήγορα, άρνικα, πανιά, ξαντό! πρόσταξε η Αφροδίτη. Πο�
6529 λο�
6530 διά, τρέξε! Στο σερτάρι μο�
6531 έχω ένα μπογαλάκι με το καθαρό ξαντό της κ�
6532 ρίας. Έχει και παστρικά μαντίλια εκεί. Φέρε τα με την άρνικα, ώσπο�
6533 να τον πλύνω εγώ!
6534 Παθητικά, λίγο ζαλισμένος ακόμα, αφέθηκε ο Αντώνης στα χέρια της τα επιδέξια, πο�
6535 σε λίγα λεπτά τον είχαν πλύνει, επιδέσει, αλλάξει. Στεγνός και παστρικός, με το κεφάλι μαντιλοδεμένο και τα μαλλιά ανακατωμένα, μισοβρεμένα ακόμα, κοίταζε τώρα �
6536 περήφανα από κάτω από τον άσπρο κόμπο, δεμένο στο μέτωπο το�
6537 , την Πο�
6538 λο�
6539 διά και περίμενε να φύγει η Αφροδίτη, για να τη ρωτήσει τι απέκανε με τα σκο�
6540 λαρίκια της κούκλας και τα κανάτια το�
6541 Μπαρμπαγιάννη. Μα έξαφνα ανατρίχιασε. Από κάτω ανέβαινε η φωνή της θείας.
6542 - Τι είναι α�
6543 τό το σκοτάδι; Γιατί δεν είναι βαλμένο το τραπέζι;
6544 Ανήσ�
6545 χα κοιτάχθηκαν τα δ�
6546 ο αδέλφια. Και ξαφνικά, πάλι, θ�
6547 μωμένη ανέβηκε η φωνή της θείας:
6548 - Καλέ, τι είναι α�
6549 τά; Ποιος έχ�
6550 σε εδώ νερά; Ειρήνη! Αφροδίτη! Πού είστε και οι δ�
6551 ο;
6552 Τρεχάτη κατέβαινε κιόλα η Αφροδίτη τη σκάλα και κατάφθανε βιαστική η κερα-Ρήνη, μαζί με μια μπούφα τηγανίλας πο�
6553 την ακολούθησε από την ανοιγμένη πόρτα της κο�
6554 ζίνας, κι έξι φωνές ακούστηκαν μαζί, πο�
6555 ρωτούσαν, εξηγούσαν, μάλωναν και αναφωνούσαν. Και μέσα σ' όλες ξεχώρισε ήσ�
6556 χη η φωνή το�
6557 Αλέξανδρο�
6558 :
6559 - Έχει και αίματα εδώ, θεία!
6560 Στις μύτες των ποδαριών είχαν βγει τα δ�
6561 ο αδέλφια στη σκάλα και κοίταζαν, από πάνω από την κο�
6562 παστή, τη σκοτεινή είσοδο πο�
6563 φωτίζο�
6564 νταν μόλις από την τραπεζαρία. Γύρε�
6565 αν να ξεχωρίσο�
6566 ν φωνές και λόγια. Μα τόση φασαρία γίνο�
6567 νταν, πο�
6568 μόνο μια βοή ανέβαινε στ' α�
6569 τιά των δ�
6570 ο τιμωρημένων. Κι έξαφνα, από μέσα από το σκοτάδι, βαρ�
6571 πατώντας ανέβηκε η κοντοφάρδο�
6572 λη σκιά το�
6573 θείο�
6574 . Βιαστικά �
6575 ποχώρησαν τ' αδέλφια και μπήκαν στην κάμαρα το�
6576 ς, όπο�
6577 έκαιε ένα κερί. Μπήκε και ο θείος πίσω το�
6578 ς, χαμογελώντας σαν πάντα, με τα π�
6579 κνά το�
6580 φρύδια σηκωμένα σαν περισπωμένη ανήσ�
6581 χη.
6582 - Πάλι, Αντώνη, αταξίες και αβαρίες; ρώτησε. Μα δε θα περάσει μια μέρα χωρίς να μας θ�
6583 μώσεις;
6584 Ένα βήμα πλησίαζε, το πηδηχτό βήμα της θείας, και όλοι μαζεύθηκαν, ακόμα και ο θείος τράβηξε το χαδιάρικο χέρι το�
6585 από τα ορτσωμένα μαλλιά το�
6586 Αντώνη.
6587 - Ώστε την ξανάκανες την κο�
6588 τσο�
6589 κέλα σο�
6590 ! είπε μπαίνοντας στην κάμαρα η θεία και γ�
6591 ρίζοντας στον ένοχο τα μαύρα της μάτια. Έλα στο φως, να δω τι έκανες πάλι το κεφάλι σο�
6592 ...
6593 Γοργά έλ�
6594 σε τον επίδεσμο και ντελικάτα, τρ�
6595 φερή ξαφνικά, σήκωσε το ξαντό κι εξέτασε τη μα�
6596 ριδερή τρ�
6597 πίτσα στο κεφάλι πίσω το�
6598 Αντώνη και σήκωσε προσεκτικά λίγα μαλλιά πο�
6599 είχαν μείνει κολλημένα στην πληγή. Ύστερα, επίσης γοργά, ξανάδεσε το μαντίλι και τα φρύδια της ξανασο�
6600 ρώθηκαν, όμοια με το�
6601 πατέρα σαν ήταν θ�
6602 μωμένος.
6603 - Δεν είναι τίποτα, είπε, και θα έπρεπε να σε δείρω πο�
6604 ξαναπήγες στη θάλασσα χωρίς άδεια. Μα να πο�
6605 τιμωρήθηκες μόνος σο�
6606 και με απάλλαξες από τον κόπο να σο�
6607 τις βρέξω βραδιάτικα, πρόσθεσε όλο και πιο μαλωσιάρικα.
6608 Και γ�
6609 ρνώντας στην Πο�
6610 λο�
6611 διά, χωρίς να γλ�
6612 κάνει:
6613 - Εσύ δεν ήξερες να τον εμποδίσεις; Μόλις μείνετε μόνοι, μόνο αταξίες ξέρετε να κάνετε! Άιντε, κατεβείτε τώρα. Ώσπο�
6614 να ξεντ�
6615 θούμε, να σας βρούμε όλο�
6616 ς καθισμένο�
6617 ς στο τραπέζι. Έλα, Ζωρζή.
6618 Σιωπηλά έσβησε ο Αντώνης το κερί και προφθαίνοντας την Πο�
6619 λο�
6620 διά στη σκάλα, πέρασε το χέρι το�
6621 γύρω στο λαιμό της και κατέβηκε μαζί της. Δεν ήταν στις σ�
6622 νήθειες το�
6623 Αντώνη τα χάδια και σάστισε και λιγώθηκε η Πο�
6624 λο�
6625 διά, και τον ακολούθησε �
6626 ποταγμένη, σκλάβα το�
6627 , έτοιμη να κάνει ό,τι της προστάξει. Μα ο Αντώνης δεν ήταν στη σ�
6628 νηθισμένη το�
6629 προστατε�
6630 τική διάθεση. Στάθηκε στο πρώτο πλατύσκαλο και χαμηλόφωνα ρώτησε:
6631 - Πούλησες τα σκο�
6632 λαρίκια σο�
6633 ;
6634 - Όχι! αποκρίθηκε η Πο�
6635 λο�
6636 διά.
6637 Και, βιαστική, πρόθ�
6638 μη, πολ�
6639 λογού, το�
6640 διηγήθηκε πως δεν μπορούσε ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς ν' αγοράσει τα διαμαντικά της κούκλας της, γιατί μόνος ο βασιλέας μπορούσε, λέει, να πληρώσει τέτοιο θησα�
6641 ρό. Και αν κι επέμεινε η Πο�
6642 λο�
6643 διά να πάρει ο Μπαρμπαγιάννης το�
6644 λάχιστον τ' ωρολόγι, να ξεπληρωθούν οι σπασμένες κανάτες, πάλι δε θέλησε ο Μπαρμπαγιάννης.
6645 - Και μο�
6646 είπε, εξακολούθησε η Πο�
6647 λο�
6648 διά: «Δεν έπαθαν τίποτα οι κανάτες μο�
6649 . Τρεις μόνο σπάσανε και σας τις χαρίζω, μια για την κούκλα σο�
6650 , μια για σένα και μια για τον Αντώνη!» Και μο�
6651 είπε: «Πες το�
6652 Αντώνη πως ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς ξέρει από παιχνίδια και σαν ήταν μικρός, ήταν και α�
6653 τός ζημιάρης». Και καβαλίκεψε το γαϊδούρι το�
6654 κι έφ�
6655 γε.
6656 Περίμενε η Πο�
6657 λο�
6658 διά πως θα χαρεί πολύ ο Αντώνης με τα λόγια της. Μα δε χάρηκε καθόλο�
6659 . Απεναντίας κατσούφιασε και τράβηξε το χέρι το�
6660 από το λαιμό της.
6661 - Ο Μπαρμπαγιάννης είπε ψέματα! Και τα κανάτια το�
6662 σπάσανε όλα! είπε. Τα είδα!
6663 - Μα... πώς... άρχισε η Πο�
6664 λο�
6665 διά. Τη διέκοψε με φούρια ο Αντώνης:
6666 - Σο�
6667 λέγω πως έσπασαν όλα! Και είπε ψέματα για να με γλιτώσει! Σο�
6668 λέγω πως είπε ψέματα!
6669 - Μα, Αντώνη... έκανε μο�
6670 διασμένη η Πο�
6671 λο�
6672 διά, αν το είπε για να σε γλιτώσει... δεν είναι ψέματα... είπε καλά λόγια...
6673 - Το ίδιο κάνει! Πάλι ψέματα είναι! Κι εγώ το ξέρω! Ο�
6674 φ! Προτιμώ χίλιες φορές να φάγω ξύλο! Νε�
6675 ριασμένος πρόσθεσε:
6676 - Όλα πήγαν στραβά σήμερα! Πρώτα η γάτα, ύστερα η μηχανή, ύστερα τα κανάτια, ύστερα οι βράχοι, πο�
6677 ήθελα να σο�
6678 φέρω έναν κάβο�
6679 ρα...
6680 - Αλήθεια, Αντώνη; διέκοψε βο�
6681 ρκωμένη από τη σ�
6682 γκίνηση η Πο�
6683 λο�
6684 διά.
6685 - Ε, και τι, μεγάλο πράμα! έκανε ο Αντώνης. Νομίζεις πως δεν ξέρω γιατί δεν πήγες εσύ στην Κηφισιά;
6686 Μα η κο�
6687 βέντα γύριζε στην αισθηματολογία. Και ο Αντώνης δεν αγαπούσε τις αισθηματολογίες, ούτε τις στενοχώριες ούτε τις τύψεις και τις λύπες. Χωρίς να περιμένει απάντηση από την ξελιγωμένη Πο�
6688 λο�
6689 διά, κατέβηκε τρεις τρεις τις σκάλες και μπήκε στην τραπεζαρία, όπο�
6690 περίμενε η Αλεξάνδρα, καθισμένη στο τραπέζι με τον Αλέξανδρο, πο�
6691 φορούσε κιόλα την πετσέτα το�
6692 γύρω στο λαιμό.
6693 Κοίταξαν και οι δ�
6694 ο τον Αντώνη με κάποιο σεβασμό για το μαντιλοδεμένο το�
6695 κεφάλι και τα μαλλιά το�
6696 , σκο�
6697 λιά-σκο�
6698 λιά, ορτσωμένα πάνω από τον κόμπο το�
6699 μαντιλιού.
6700 - Σε μάλωσε η θεία; ρώτησε χαμηλόφωνα η Αλεξάνδρα.
6701 - Όχι πολύ, αποκρίθηκε ο Αντώνης και κάθισε στην καρέγλα το�
6702 .
6703 Το μάτι της Αλεξάνδρας πήρε ε�
6704 θύς την τσο�
6705 γκρανιά το�
6706 χεριού το�
6707 .
6708 - Πώς το 'κανες; ρώτησε σκύβοντας για να δει καλύτερα.
6709 0 Αντώνης τράβηξε το χέρι το�
6710 .
6711 - Δεν είναι τίποτα, είπε, μο�
6712 το 'κανε η γάτα της Ρωσίδας κ�
6713 ρίας της Τιμής.
6714 - Πώς; Για πες;
6715 - Έτσι. Τσο�
6716 γκράνισε και την Πο�
6717 λο�
6718 διά στο λαιμό...
6719 - Για να δω, έκανε η Αλεξάνδρα.
6720 Μα η Πο�
6721 λο�
6722 διά, πο�
6723 κατάφθανε την ίδια ώρα, σήκωσε το�
6724 ς ώμο�
6725 ς της ως τ' α�
6726 τιά της και το φρίλι στο λαιμό το�
6727 φο�
6728 στανιού της σκέπασε το γδαρμένο της σβέρκο. Και ο Αντώνης, πο�
6729 δεν ήθελε ρωτήματα και σ�
6730 ζητήσεις γύρω σ' α�
6731 τό το επεισόδιο, άλλαξε κο�
6732 βέντα.
6733 - Ήταν η θεία πολύ θ�
6734 μωμένη σαν είδε τα νερά; ρώτησε.
6735 - Ναι, μα φταίγει η μέλισσα! πέταξε ο Αλέξανδρος.
6736 - Ποια μέλισσα! ρώτησε η Πο�
6737 λο�
6738 διά πο�
6739 κάθισε βιαστικά στο τραπέζι και ξέχασε τσο�
6740 γκρανιές και προφ�
6741 λάξεις στην αν�
6742 πομονησία της ν' ακούσει τα κηφισιώτικα. - Μια μέλισσα αγκύλωσε τη θεία... άρχισε η Αλεξάνδρα, μα τη διέκοψε ο Αλέξανδρος.
6743 - Και τρέχαμε όλοι για λεμόνι, και πρήστηκε το χέρι της θείας και τρέχανε οι καλόγεροι, κι έγινε μια φασαρίαααα! είπε σε μιαν ανάσα.
6744 - Ήταν καλόγεροι στης Αλίς; Εβραίοι καλόγεροι; ρώτησε ο Αντώνης.
6745 - Ναι... όχι... δηλαδή πήγαμε μεις στο�
6746 ς καλόγερο�
6747 ς...
6748 - Τι λες, Αλέξανδρε; Τα κάνεις σαλάτα! διόρθωσε η Αλεξάνδρα. Πώς μπορεί να είναι Εβραίοι καλόγεροι;
6749 - Μα πού ήταν οι καλόγεροι; διέκοψε αν�
6750 πόμονα ο Αντώνης.
6751 - Στο σπίτι το�
6752 ς, απάνω στο βο�
6753 νό, και ήταν πεύκα εκεί και νερό... πρόφθασε να πει ο Αλέξανδρος.
6754 Μα με το χέρι τού σκέπασε η Αλεξάνδρα το στόμα.
6755 - Ο�
6756 ο�
6757 ο�
6758 ! Όλα στραβά τα λες! Σώπα λιγάκι εσύ, θα τα πω εγώ! Πήγαμε στης θείας της Αλίς πρώτα και φάγαμε κει, στο περιβόλι, και είχε αρνί αλά Κλέφτα. Και ύστερα μας πήραν όλο�
6759 ς με τη σούστα...
6760 - Με τι; διέκοψε πάλι ο Αντώνης.
6761 - Με τη σούστα. Είναι ένα αμάξι σαν κάρο με δ�
6762 ο ρόδες και κάγκελα...
6763 - Και διεύθ�
6764 νε η Αλίς, και είχε ένα άλογο... κι έτρεχε... και μας πετούσε απάνω... και ξαναπέφταμε στο�
6765 ς μπάγκο�
6766 ς... και ήταν έκτακτα! Μόνο η θεία δεν ήταν καθόλο�
6767 ε�
6768 χαριστημένη... είπε βιαστικά ο Αλέξανδρος.
6769 Μα πάλι τον διέκοψε η Αλεξάνδρα:
6770 - Σώπα, Αλέξανδρε, είπα πως εγώ θα τα πω...
6771 - Και διεύθ�
6772 νε η Αλίς; ρώτησε μαγεμένος ο Αντώνης.
6773 - Ναι. Μα δεν ήταν σπο�
6774 δαίο πράμα να διε�
6775 θύνεις. Ήταν γέρικο το άλογο της. Κι εγώ μπορούσα να το διε�
6776 θύνω, το είπε η ίδια η Αλίς.
6777 - Και λοιπόν; έκανε με λαχτάρα η Πο�
6778 λο�
6779 διά.
6780 - Λοιπόν μας πήρε η Αλίς στην Πεντέλη.
6781 Διακόπηκε η Αλεξάνδρα και είπε, σαστισμένη ακόμα για την ανακάλ�
6782 ψη της:
6783 - Και φαντάσο�
6784 , Αντώνη, πο�
6785 η Πεντέλη είναι το Πεντελικόν, εκείνο το βο�
6786 νό πο�
6787 δεν έβρισκες ποτέ στο χάρτη, στην Αλεξάνδρεια, ώσπο�
6788 θύμωσε η κ�
6789 ρία Σοφία στο μάθημα και σο�
6790 τράβηξε το α�
6791 τί! Και δεν είναι καθόλο�
6792 άσχημο, όπως είναι στο χάρτη, μια μπάλα με τρίχες, αλλά είναι γεμάτο πεύκα και σκίνο�
6793 ς και κο�
6794 μαριές! Μα δεν είχε πια κούμαρα. Τελείωσαν, και δεν τα γε�
6795 θήκαμε. Και μας πήγε η Αλίς σ' ένα μοναστήρι στην Πεντέλη...
6796 - Και ήταν μεγάααλα δέντρα! Και ήταν πολλοίοιοι καλόγεροι εκεί, έβαλε πάλι το λόγο το�
6797 ο Αλέξανδρος.
6798 - Ναι, και το�
6799 ς φοβήθηκε ο Αλέξανδρος, είπε η Αλεξάνδρα.
6800 - Μόνο στην αρχή... διαμαρτ�
6801 ρήθηκε ο Αλέξανδρος, ύστερα δε φοβόμο�
6802 ν πια.
6803 - Τι πήγατε να κάνετε στο μοναστήρι; ρώτησε ο Αντώνης.
6804 - Μας πήγε κει η Αλίς για να πιούμε, γιατί διψούσαμε. Κι έτρεχε νερό πολύ κρύο από μια πηγή, όπο�
6805 βάλανε μια βρύση. Και είναι ανάμεσα στα πεύκα το μοναστήρι, και από κει πάνω βλέπεις μακριά, μακριά! Και μας πήραν μέσα οι καλόγεροι κι εκεί πο�
6806 καθόμασταν, πέφτει, παφ! ολόκληρο ένα μελίσσι στα γόνατα της θείας!
6807 - Από πού έπεσε; ρώτησε ο Αντώνης.
6808 Από τη στέγη. Δεν το ήξεραν, λέει, οι καλόγεροι πως είχαν φωλιάσει εκεί οι μέλισσες. Κι ένας καλόγερος, μ' ένα καλάθι, παφ! σκέπασε το μελίσσι στα γόνατα της θείας, και ύστερα το γύρισαν ανάποδα, αφού το σκέπασαν πρώτα μ' ένα τηγάνι, και πήραν τις μέλισσες.
6809 - Μα μια μέλισσα... μια μέλισσα... είπε φο�
6810 ριαστά ο Αλέξανδρος, κρύφθηκε μες στις δίπλες το�
6811 φο�
6812 στανιού της θείας και δεν το ήξερε η θεία...
6813 - Ναι, δεν την είδαν εκείνη την ώρα, τον ξαναδιέκοψε η Αλεξάνδρα, μα έξαφνα, αφού ξαναβγήκαμε έξω και μας έδωσαν οι καλόγεροι μέλι...
6814 - Στην κηρήθρα! φώναξε ο Αλέξανδρος.
6815 - Ναι, στην κηρήθρα, εξακολούθησε η Αλεξάνδρα, και μας έδωσαν ψωμί ζεστό, ακόμα και βούτ�
6816 ρο άσπρο σαν κρέμα. Κι εκεί πο�
6817 τρώγαμε, βγάζει μια φωνή η θεία: «Μια μέλισσα... με τσίμπησε μια μέλισσα!...» και όλοι πετάχθηκαν απάνω, ο θείος, οι καλόγεροι...
6818 - Και φώναζε η θεία «λεμόνι... λεμόνι...» και τίναζε το χέρι της έτσι. «Λεμόνι... λεμόνι...» πρόφθασε και είπε πάλι ο Αλέξανδρος, τινάζοντας κι εκείνος το χέρι το�
6819 στον αέρα. Και τρέχαμε όλοι, και φωνάζαμε και μεις «λεμόνι, λεμόνι», κι έτρεξε ένας καλόγερος και πήδηξε από πάνω από έναν μπάγκο, κι έπεσε ο μπάγκος, κι έπεσε και ο καλόγερος, και σηκώθηκε το ράσο το�
6820 και, φαντάσο�
6821 , φορούσε πανταλόνι σαν το θείο! Και τα παπούτσια το�
6822 , αντί κορδόνια, ήταν δεμένα με σπάγκο! Και τρέξαν οι άλλοι καλόγεροι να τον σηκώσο�
6823 ν, και φωνάζαμε μεις «λεμόνι, λεμόνι», κι έγινε μια φασαρίααα...
6824 Και γύρω στο τραπέζι έγινε φασαρία. Όλα μαζί τ' αδέλφια γελούσαν, ρωτούσαν, εξηγούσαν, τόσο πο�
6825 δεν άκο�
6826 σαν τα βήματα στη σκάλα. Κι έξαφνα ακούστηκε η φωνή της θείας:
6827 - Σερβίρισε, Αφροδίτη!
6828 Μεμιάς κόπηκαν γέλια και φασαρίες. Τα τέσσερα αδέλφια ξαναγύρισαν στην πραγματικότητα, φρόνιμα και σωπασμένα, ο Αντώνης με το γδαρμένο χέρι στην τσέπη, η Πο�
6829 λο�
6830 διά καμπο�
6831 ριασμένη, σηκώνοντας όσο μπορούσε το�
6832 ς ώμο�
6833 ς, μη φανεί η τσο�
6834 γκρανιά της γάτας. Στο τραπέζι διηγήθηκε ο θείος την εκδρομή το�
6835 ς στην Κηφισιά, μαζί και το τσίμπημα της μέλισσας. Μα οι μεγάλοι δεν ξέρο�
6836 ν ποτέ να διηγηθούν καλά, γιατί λένε πάντα μόνο τα βαρετά, την ώρα, τον ανήφορο, την κούραση, τη σκόνη, την ωραία θέα, το κρύο νερό, πόσα χρόνια είναι χτισμένο το μοναστήρι, πόσοι καλόγεροι είναι μέσα, και ξεχνούν όλα τα λαχταριστά, σαν την τούμπα το�
6837 καλόγερο�
6838 , το πανταλόνι κάτω από το ράσο, το�
6839 ς σπάγκο�
6840 ς στα παπούτσια.
6841 Και σαν τελείωσε ο θείος, ρώτησε, τραβώντας λαφριά το α�
6842 τί το�
6843 Αντώνη πο�
6844 κάθο�
6845 νταν πλάγι το�
6846 :
6847 - Και σεις οι δ�
6848 ο, τι κάνατε όλη μέρα;
6849 Ο Αντώνης έχωσε προφ�
6850 λακτικά τα δ�
6851 ο πληγωμένα το�
6852 χέρια στις τσέπες.
6853 - Σκάψαμε τον κήπο και καθαρίσαμε τα ξερά φύλλα, είπε.
6854 - Ε, μπράβο σας! αναφώνησε ο θείος. Για μια φορά κάνατε καλή δο�
6855 λειά!
6856 - Και... καμιάν αταξία; Καμιάν άλλη αταξία από το σπασμένο κεφάλι το�
6857 Αντώνη δεν κάματε; ρώτησε �
6858 ποψιάρικα η θεία.
6859 Οι δ�
6860 ο ένοχοι κοιτάχθηκαν χωρίς ν' απαντήσο�
6861 ν. Μα βιαστικά πρόλαβε και αποκρίθηκε η Αφροδίτη:
6862 - Όχι, κ�
6863 ρία... ήταν πολύ φρόνιμα. Όλο τ' απόγεμα έπαιζαν ντόμινο.
6864 - Δεύτερη ψε�
6865 τιά σήμερα, από καλοσύνη, είπε ο Αντώνης της Πο�
6866 λο�
6867 διάς, σαν ανέβηκαν στην κάμαρα το�
6868 ς.
6869 - Τι ψε�
6870 τιά; ρώτησε η Αλεξάνδρα. Ποιος είπε ψέματα;
6871 Με τα χέρια πίσω στη ράχη και τα πόδια ανοιχτά, κοίταζε ο Αντώνης την ήσ�
6872 χη θάλασσα, πέρα από την ανοιχτή πόρτα το�
6873 μπαλκονιού.
6874 - Ποιος είπε ψέματα; ξαναρώτησε η Αλεξάνδρα την Πο�
6875 λο�
6876 διά.
6877 Μα η Πο�
6878 λο�
6879 διά δεν αποκρίθηκε. Και είπε ο Αντώνης:
6880 - Η Αφροδίτη είπε ψέματα. Έσπασα όλες τις στάμνες το�
6881 Μπαρμπαγιάννη Κανατά!
6882 Μεγάλη σ�
6883 γκίνηση στο ακροατήριο. Και η Πο�
6884 λο�
6885 διά, πο�
6886 με την ομολογία το�
6887 Αντώνη ξεδένο�
6888 νταν από τη σιωπή της, έδωσε δρόμο στη γλώσσα της και διηγήθηκε, με τη σ�
6889 νηθισμένη της πολ�
6890 λογία, την περιέργεια το�
6891 Αντώνη, το λύσιμο το�
6892 σκοινιού, το κατρακύλισμα, τον κρότο σα σπάζανε τα κανάτια, και κατέληξε στην άρνηση το�
6893 Μπαρμπαγιάννη Κανατά να πάρει τ' ωρολόγι της Αραπίνας της.
6894 Ο Αντώνης, πο�
6895 την άκο�
6896 γε σκ�
6897 θρωπός, ξαφνικά ανησύχησε. Γύρισε και τη φώναξε:
6898 - Άκο�
6899 δω, Πο�
6900 λο�
6901 διά!
6902 Πρόθ�
6903 μη έτρεξε κείνη κοντά το�
6904 και, αγκαλιάζοντας την για δεύτερη φορά από το λαιμό, την τράβηξε προς το μπαλκόνι.
6905 - Μην πεις για τη μηχανή, και μην πεις για τη γάτα και τον Ντον! ψιθύρισε. Μην τα πεις ούτε της Αλεξάνδρας!
6906 Με το κεφάλι τού έκανε κείνη νόημα πως κατάλαβε και ξαναμπήκε μαζί το�
6907 στην κάμαρα, φο�
6908 σκωμένη από �
6909 περηφάνεια για το μ�
6910 στικό πο�
6911 είχε μαζί το�
6912 απέναντι και της Αλεξάνδρας ακόμα, πο�
6913 ήταν πάντα κόμμα το�
6914 , και κάνοντας την αδιάφορη, μην καταλάβει τίποτα η μεγάλη αδελφή.
6915 Μα η Αλεξάνδρα είχε άλλες έννοιες. Δεν το�
6916 ς πρόσεχε. Είχε καθίσει στο κρεβάτι της, με τα πόδια κρεμαστά και τα χέρια στα�
6917 ρωμένα στα γόνατα της, και είπε σ�
6918 λλογισμένη:
6919 - Δεν πρέπει να κάνεις πια αταξίες, Αντώνη, και να είσαι πάντα τιμωρημένος. Μας χάλασες ολωνών τη μέρα μας σήμερα και δεν άξιζε τίποτα η εκδρομή μας!
6920 - Εγώ το ήξερα! φώναξε η Πο�
6921 λο�
6922 διά.
6923 - Τι ήξερες;
6924 - Πως θα 'ναι άσχημη η εκδρομή σας. Γι' α�
6925 τό δεν πήγα!
6926 Η Αλεξάνδρα κατέβηκε αργά από το κρεβάτι της και, σ�
6927 λλογισμένη, κάθισε σ' ένα σκαμνί και άρχισε να βγάζει τα παπούτσια της.
6928 - Όχι, δεν ήταν άσχημη η εκδρομή μας, είπε, μα δε διασκεδάσαμε καθόλο�
6929 , ούτε ο Αλέξανδρος ούτε γω, γιατί λείπατε οι δ�
6930 ο σας και δε γίνο�
6931 νταν παιχνίδι σωστό. Ήταν πολύ βαρετό. Δεν είναι αλήθεια, Αλέξανδρε;
6932 Ο Αλέξανδρος δεν το είχε αντιληφθεί ως τώρα. Μα τα λόγια της αδελφής το�
6933 το�
6934 έδειξαν ξαφνικά το χάος της ημέρας.
6935 - Ναι, είπε στα�
6936 ρώνοντας κι εκείνος τα χέρια το�
6937 στα γόνατα, ήταν πολύ βαρετό... και ήταν πολύ άσχημο.
6938 - Εγώ το ήξερα, είπε πάλι η Πο�
6939 λο�
6940 διά τινάζοντας το κεφάλι της με ύφος σπο�
6941 δαίο, και γι' α�
6942 τό δεν άφησα να μο�
6943 σγο�
6944 ράνο�
6945 ν τα μαλλιά χθες βράδ�
6946 .
6947 - Μα δεν πρέπει ούτε σ�
6948 να το ξανακάνεις, είπε η μεγάλη αδελφή.
6949 - Εγώ θα το ξανακάνω, αποκρίθηκε με απόφαση η Πο�
6950 λο�
6951 διά. Εμείς παίξαμε ωραία. Δεν είναι αλήθεια, Αντώνη;
6952 - Ο�
6953 φ, πάμε να κοιμηθούμε! αναφώνησε ο Αντώνης. Καθόλο�
6954 δεν παίξαμε ωραία, και όλο αναποδιές και ψε�
6955 τιές ήταν η μέρα!
6956 Η Πο�
6957 λο�
6958 διά ξαναμαζεύθηκε στο κα�
6959 κί της, μο�
6960 διασμένη και ψ�
6961 χρολο�
6962 σμένη. Και μελαγχολικά γδύθηκαν τ' αδέλφια και μπήκαν στα κρεβάτια το�
6963 ς, κάτω από τις κο�
6964 νο�
6965 πιέρες το�
6966 ς.
6967 Τη νύχτα κακοκοιμήθηκε ο Αντώνης. Είδε όνειρα με καράβια, φο�
6968 ρτούνες, κανάτια τρ�
6969 πημένα απ' όπο�
6970 έτρεχαν, έτρεχαν, έτρεχαν νερά αστέρε�
6971 τα, πο�
6972 πλημμύριζαν την τραπεζαρία και καταπόντιζαν τη σκάλα και γέμιζαν την κάμαρα της θείας κι έπαιρναν τη ραφτομηχανή της, και μες στο μεγάλο κακό βρίσκο�
6973 νταν μπροστά το�
6974 η θεία με τα θ�
6975 μωμένα μάτια το�
6976 πατέρα και τα σο�
6977 ρωμένα το�
6978 φρύδια κι έλεγε αγριεμένη: «Έσπασες τη βελόνα της μηχανής!»
6979 Και φώναξε ο Αντώνης: «Όχι!» Και τον ξύπνησε η φωνή το�
6980 . Και σαν είδε τον ήλιο πο�
6981 χύνο�
6982 νταν από την μπαλκονόπορτα και είδε πως ήταν στεγνή η κάμαρα και ήσ�
6983 χη και πως κοιμούνταν τ' αδέλφια το�
6984 , ήλθε πάλι η καρδιά το�
6985 στη θέση της και πήδηξε κάτω από το κρεβάτι το�
6986 , χαρούμενος κι έτοιμος για μεγάλα καταπιάσματα.
6987 - Κακό όνειρο! είπε δ�
6988 νατά.
6989 - Τι; ρώτησε η Αλεξάνδρα από μέσα από την κο�
6990 νο�
6991 πιέρα της, τεντώνοντας χέρια και ράχη.
6992 - Τίποτα, αποκρίθηκε ο Αντώνης, είδα ένα άσχημο όνειρο! Η Πο�
6993 λο�
6994 διά είχε σηκώσει την κο�
6995 νο�
6996 πιέρα της και κατέβαινε κατσο�
6997 φιασμένη από το κρεβάτι της.
6998 - Κι εγώ είδα άσχημο όνειρο, είπε.
6999 - Για πες το! έκανε πάλι η Αλεξάνδρα.
7000 Τίποτα δεν την ενδιέφερε τόσο, όσο τα όνειρα των αδελφών της, πο�
7001 τα εξηγούσε ύστερα η κερα-Ρήνη. Γιατί α�
7002 τή δεν έβλεπε ποτέ κανένα κι έτσι δεν πρόλεγε τίποτα για κείνην ο Ονειροκρίτης.
7003 Και κάθισε στο κρεβάτι και αγκάλιασε τα γόνατα της, όλη προσοχή.
7004 - Για πες το! επανέλαβε.
7005 Μα η Πο�
7006 λο�
7007 διά δε θέλησε τίποτα να πει, ούτε στην κρεβατοκάμαρα ούτε στη θάλασσα ούτε στο δρόμο.
7008 Μόνο σα μαζεύθηκαν τ' αδέλφια στην ταπεζαρία για τον πρωινό καφέ και κατάφερε να ξεμοναχιάσει τον Αντώνη, το�
7009 ξεμολογήθηκε:
7010 - Είδα στ' όνειρο μο�
7011 πως πέθανε ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς. Και πέθανε, λέει, από πείνα, γιατί δεν είχε πια δραχμές, αφού σπάσαμε όλα το�
7012 τα κανάτια!
7013 Και χάλασαν πάλι τα κέφια το�
7014 Αντώνη τόσο, πο�
7015 στο τραπέζι ξέχασε να ζητήσει δεύτερη φορά σύκα.
7016 Κακόκεφα, γρινιάρικα άφησε την Αφροδίτη να το�
7017 βάλει φρέσκο επίδεσμο στο κεφάλι και κατέβηκε στην α�
7018 λή με το θείο, πο�
7019 έκανε κάθε πρωί το γύρο το�
7020 , πότιζε το�
7021 ς βασιλικούς κι έχ�
7022 νε το κατακάθι το�
7023 πρωινού καφέ, ως δ�
7024 ναμωτικό, στη ρίζα της αγαπημένης εκατόφ�
7025 λλης τριανταφ�
7026 λλιάς το�
7027 .
7028 Μα ο Αντώνης δεν τον παρακολούθησε, όπως το σ�
7029 νήθιζε, στη δο�
7030 λειά το�
7031 , ούτε κοίταξε την τριανταφ�
7032 λλιά ούτε ζήτησε να γεμίσει το ποτιστήρι ούτε πρόσεξε τις παρατηρήσεις το�
7033 θείο�
7034 , ούτε άκο�
7035 σε τ' αγανακτισμένα επιφωνήματα το�
7036 . Σκ�
7037 μμένος έξω από τη μισάνοιχτη α�
7038 λόπορτα, ακροάζο�
7039 νταν με όλη το�
7040 τη δύναμη, μήπως και κατά τύχη ακούσει το τσικ τσικ των κανατιών το�
7041 Μπαρμπαγιάννη Κανατά, πο�
7042 δεν περνούσε ποτέ το πρωί, μα πο�
7043 τον ήθελε ο Αντώνης να έλθει σήμερα, για να βεβαιωθεί πως ήταν ζωντανός και πως βγήκε ψεύτικο τ' όνειρο της Πο�
7044 λο�
7045 διάς.
7046 Μα σαν ένιωσε πως το�
7047 τραβούν το α�
7048 τί και ξιπασμένος ανατινάχθηκε και γύρισε, είδε μπροστά το�
7049 το θείο, κόκκινο και θ�
7050 μωμένο όπως δεν τον είχε δει ποτέ! - Γιατί το έκανες α�
7051 τό; ρώτησε ο θείος.
7052 - Τι έκανα, θείε;
7053 - Σκότωσες την τριανταφ�
7054 λλιά μο�
7055 !
7056 - Εγώ;
7057 - Ναι, εσύ! Έλα να τη δεις!
7058 Και πήγε ο Αντώνης και την είδε. Η καημένη η τριανταφ�
7059 λλιά, με τρία τέσσερα μαραμένα φ�
7060 λλαράκια, πο�
7061 κρέμο�
7062 νταν θλιβερά στα κλωνάρια της, στέκο�
7063 νταν μισογερμένη μες στο βαρέλι της, σαν έτοιμη να λιγοθ�
7064 μήσει.
7065 - Ποιος την έσπασε; ρώτησε ο Αντώνης σαστισμένος. Όχι εγώ, θείε, αλήθεια σας λέγω!
7066 - Εσύ δεν την έσκαψες χθες;
7067 - Ναι, εγώ και η Πο�
7068 λο�
7069 διά.
7070 - Με τι τη σκάψατε;
7071 - Εγώ είχα ένα καρφί και η Πο�
7072 λο�
7073 διά ένα κεραμίδι.
7074 - Ωραία! Και της κόψατε τις ρίζες της κι έγειρε και τσάκισε. Και τα φύλλα της, γιατί της τα κόψατε;
7075 - Γιατί ήταν μαύρα στις άκρες, σα μαραμένα, και μερικά είχαν τρύπες από το�
7076 ς σαλιάγκο�
7077 ς.
7078 - Και δεν ξέρεις πως το φ�
7079 τό αναπνέει από τα φύλλα; Και πως σαν το�
7080 ς τα κόψεις όλα, πεθαίνει; Και πως, έστω και αν είναι λίγο μαύρα στις άκρες, τα φύλλα τού είναι απαραίτητα;
7081 Ο Αντώνης δεν το ήξερε. Και στέκο�
7082 νταν τώρα σα φονιάς εμπρός στο θύμα το�
7083 , ζεματισμένος, ανίκανος να διορθώσει το κακό.
7084 Μα ο θ�
7085 μός το�
7086 θείο�
7087 δε βαστούσε ποτέ πολλή ώρα.
7088 - Έλα, δεν το ήθελες, το ξέρω, το�
7089 είπε. Μα φαντάζομαι πως και τ' άλλα φ�
7090 τά δε θα καλοπέρασαν με το καρφί και την κεραμίδα. Πάμε να δούμε.
7091 Και τα είδαν. Πεδίο μάχης μετά το μακελειό ήταν οι ως χθες σ�
7092 γ�
7093 ρισμένες και λο�
7094 λο�
7095 δοσπαρμένες πρασιές στα ριζότοιχα της α�
7096 λής· ανάπηροι ήταν όλοι οι βασιλικοί της θείας, πο�
7097 κο�
7098 τσοστέκο�
7099 νταν ακόμα, αποκαμωμένοι, σαν ανεμοδαρμένοι, κρεμνώντας τα μαραζιασμένα φ�
7100 λλαράκια το�
7101 ς έξω από τις γλάστρες το�
7102 ς.
7103 - Βλέπεις, Αντώνη, και η κηπο�
7104 ρική έχει την τέχνη της, είπε ο θείος, και καλό είναι να μην καταπιανόμαστε τέχνες πο�
7105 δεν τις ξέρομε. Φώναξε και την Πο�
7106 λο�
7107 διά να της τα πω κι εκείνης.
7108 Ο Αντώνης κοκκίνισε.
7109 - Δε φταίγει εκείνη, είπε, γιατί δεν ήξερε, κι εγώ της είπα να σκάψει το χώμα πολύ βαθιά και πολύ κοντά στα λο�
7110 λούδια.
7111 Με τα χέρια κάτω από το βεστόνι το�
7112 και τα κοντά παχιά το�
7113 πόδια ανοιχτά, τον κοίταζε ο θείος, τα μάτια το�
7114 στενεμένα στο αγαθό το�
7115 χαμόγελο.
7116 - Ώστε ο μαστροχαλαστής είσαι σ�
7117 ! Και τη μαστοριά σο�
7118 φρόντισες να τη μάθεις και σ' άλλο�
7119 ς! έκανε.
7120 Η καλόκαρδη ειρωνεία το�
7121 θείο�
7122 γκρέμισε μεμιάς τη σ�
7123 νηθισμένη α�
7124 τοπεποίθηση το�
7125 Αντώνη. Στρίβοντας τα χέρια το�
7126 το ένα μες στο άλλο ομολόγησε:
7127 - Έκανα και άλλη ζημιά χθες, μεγαλύτερη!
7128 - Σε καλό σο�
7129 ! Τι έκανες;
7130 - Έσπασα όλες τις στάμνες το�
7131 Μπαρμπαγιάννη Κανατά!
7132 - Μπρε ζημιάρη! Πώς το 'κανες;
7133 Με δ�
7134 ο λόγια, το�
7135 διηγήθηκε ο Αντώνης πως πέρασε ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς με πολλές στάμνες, πο�
7136 τις πήγαινε στο καφενείο, πάνω στο λόφο. Και σαν τον άφησε μόνο να φ�
7137 λάγει το γαϊδούρι το�
7138 , θέλησε κείνος να μάθει της Πο�
7139 λο�
7140 διάς να δένει κόμπο το σκοινί.
7141 - Μα τι μανία σ' έπιασε να δασκαλεύεις; αναφώνησε ο θείος. Και τι είπε ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς; Το�
7142 πλήρωσες το�
7143 λάχιστον τις στάμνες το�
7144 ;
7145 Ο Αντώνης κρέμασε το κεφάλι.
7146 - Όχι, είπε. Και πρόσθεσε:
7147 - Δεν έχομε κο�
7148 μπαρά και λεφτά!
7149 - Λοιπόν θα ζημιώσει ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς; Και πώς θα πάρει ψωμί, πο�
7150 το�
7151 κατέστρεψες το κεφάλαιο το�
7152 ;
7153 - Ήθελε η Πο�
7154 λο�
7155 διά να πο�
7156 λήσει τα σκο�
7157 λαρίκια της κούκλας της, για να τον πληρώσει, μα δεν τ' αγόρασε η κερα-Ρήνη, είπε ο Αντώνης. Ύστερα ήθελε να χαρίσει τ' ωρολόγι της το�
7158 Μπαρμπαγιάννη Κανατά, μα ούτε κείνος δεν το πήρε. Ήταν, λέει, πολύτιμο. Και σπάσανε, λέει, μόνο τρεις στάμνες και μας τις χάριζε.
7159 - Και ήταν αλήθεια;
7160 - Όχι. Είχαν σπάσει όλες. Το είπε έτσι.
7161 Το χαμόγελο το�
7162 θείο�
7163 είχε φαρδύνει από τη μια φαβορίτα στην άλλη. Πήρε από την τσέπη το πορτοφόλι το�
7164 κι έβγαλε από μέσα ένα χαρτονόμισμα, το δίπλωσε και το έδωσε το�
7165 Αντώνη.
7166 - Να το βάλεις σ' ένα φάκελο, είπε, και να γράψεις παστρικά σ' ένα χαρτί: «Ο ζημιάρης Τρελαντώνης ε�
7167 χαριστεί τον Μπαρμπαγιάννη Κανατά για τη μεγάλη το�
7168 ε�
7169 γένεια, και θα προσπαθήσει άλλη φορά να μη γ�
7170 ρεύει να ξεφ�
7171 τρώνει εκεί πο�
7172 δεν τον σπέρνο�
7173 ν!»
7174 Ο Αντώνης δίπλωνε και ξεδίπλωνε το χαρτονόμισμα.
7175 - Θείε... είναι ανάγκη να βάλω ζημιάρης και Τρελαντώνης και ξεφ�
7176 τρώνει; ρώτησε διστακτικά.
7177 - Μήπως προτιμάς να το�
7178 το πεις προφορικά;
7179 Σήκωσε ο Αντώνης το κεφάλι και αντάμωσε τα γελαστά μάτια το�
7180 θείο�
7181 .
7182 - Διάλεξε ένα από τα δ�
7183 ο, όποιο θέλεις, είπε ο θείος.
7184 Ο Αντώνης θα διάλεγε το ξύλο της θείας. Μα ντράπηκε να το πει. Τ' ακόλο�
7185 θα όμως λόγια το�
7186 θείο�
7187 μαλάκωσαν λίγο το πληγωμένο το�
7188 φιλότιμο.
7189 - Μπορούσα να σε δείρω, το�
7190 είπε -ο θείος δεν έδερνε ποτέ- μ' α�
7191 τό δε θα διόρθωνε τη ζημιά σο�
7192 , και δεν είναι δίκαιο ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς να ζημιωθεί για τις αταξίες σο�
7193 . Άιντε, πήγαινε τώρα και κάνε με κο�
7194 ράγιο την τιμωρία σο�
7195 . Να έχεις έννοια, σαν περάσει τ' απόγεμα ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς, να το�
7196 δώσεις εσύ ο ίδιος το φάκελο σο�
7197 .
7198 - Και αν δεν περάσει;
7199 - Θα περάσει, αφού έχει να πάγει στάμνες στο καφενείο. Εκείνη η μέρα έσ�
7200 ρε μακριά σα δέκα μέρες.
7201 Τα τέσσερα αδέλφια, με την αράδα, είχαν κρεμαστεί στο παράθ�
7202 ρο ή έβγαιναν κάθε λίγο στη βεράντα, μήπως και δο�
7203 ν από μακριά τον Μπαρμπαγιάννη Κανατά ή μήπως ακούσο�
7204 ν τα κανάτια το�
7205 να κάνο�
7206 ν το σ�
7207 νηθισμένο το�
7208 ς τσικ τσικ, πριν ακόμα φανεί εκείνος και το γαϊδούρι το�
7209 . Μα, προς το βράδ�
7210 πια, η αγωνία το�
7211 ς είχε φθάσει στο κατακόρ�
7212 φο. Χωρίστηκαν σε δ�
7213 ο στρατόπεδα και βγήκαν όλα στο δρόμο, η Αλεξάνδρα, με τον Αλέξανδρο από το μέρος της βεράντας και της θάλασσας, ο Αντώνης με την Πο�
7214 λο�
7215 διά από το μέρος της α�
7216 λής, πίσω από το σπίτι.
7217 Μα μόλις έκαναν λίγα βήματα, στάθηκαν μο�
7218 διασμένα τα δ�
7219 ο αδέλφια.
7220 Παρακάτω, στη σκιά το�
7221 τοίχο�
7222 , κάθο�
7223 νταν η βασιλική παρέα γύρω σ' ένα τραπέζι.
7224 - Και τώρα τι θα κάνομε; ψιθύρισε η Πο�
7225 λο�
7226 διά.
7227 Μια στιγμή δίστασε ο Αντώνης. Αλλά ε�
7228 θύς πάλι αποφάσισε και μοίρασε τις στρατηγικές θέσεις.
7229 - Εσύ θα σταθείς εκεί, σ' α�
7230 τή την πέτρα! πρόσταξε. Και, αν δεις τον Μπαρμπαγιάννη Κανατά να έρχεται από την Καστέλα...
7231 - Μα θα με δει ο βασιλέας και η βασίλισσα... Και είναι εκεί και τ' αγόρια, και η βασιλοπούλα Αλεξάνδρα, και...
7232 - Δεν πειράζει, αποφάσισε ο Αντώνης, πρέπει να σταθείς εκεί να παραφ�
7233 λάγεις, κι εγώ φ�
7234 λάγω από δω...
7235 Τρεχάτος, με πλατείς πήδο�
7236 ς, κατάφθασε ένας μεγάλος σκύλος, πήδηξε πάνω στον Αντώνη και το�
7237 έβαλε τα πόδια στο�
7238 ς ώμο�
7239 ς κο�
7240 νώντας χαρούμενα την ο�
7241 ρά το�
7242 . - Ο Ντον! αναφώνησε η Πο�
7243 λο�
7244 διά.
7245 Την ίδια ώρα, από το παρακάτω τραπέζι, ακούστηκε μια σφ�
7246 ριγματιά και σ�
7247 νάμα η ξενική φωνή το�
7248 βασιλέα:
7249 - Ντον! Έλα δω! Και πρόσθεσε:
7250 - Μη φοβάσαι, παιδί μο�
7251 , α�
7252 τά είναι χάδια πο�
7253 σο�
7254 κάνει! Μα ο Ντον δεν εννοούσε ν' αφήσει τον παλιό το�
7255 φίλο, μιας και τον ξαναβρήκε. Σηκώθηκε ο βασιλέας, ξανασφύριξε το�
7256 Ντον και φώναξε:
7257 - Ελάτε δω, παιδιά, και θα 'ρθει κι εκείνος!
7258 Ο Αντώνης έσπρωξε την Πο�
7259 λο�
7260 διά με τον άγκωνά το�
7261 .
7262 - Πήγαινε! ψιθύρισε. Το είπε ο βασιλέας!
7263 - Όχι χωρίς εσένα! Μας φώναξε και το�
7264 ς δ�
7265 ο! αποκρίθηκε φοβισμένη η Πο�
7266 λο�
7267 διά.
7268 Νε�
7269 ρικά έσιαξε ο Αντώνης το να�
7270 τικό κολάρο το�
7271 , τράβηξε στα ίσια της την πάντα στραβή γραβάτα το�
7272 και, θέλοντας και μη, με την Πο�
7273 λο�
7274 διά και τον Ντον, πο�
7275 εξακολο�
7276 θούσε να πηδά γύρω το�
7277 ς, σίμωσε το βασιλικό τραπέζι. Μαγεμένη κοίταζε η Πο�
7278 λο�
7279 διά τη βασίλισσα, ολόασπρη στο μο�
7280 σελινένιο, όλο κανονέδες φόρεμα της, με φρίλια στον ανοιχτό της λαιμό και στα κοντά μανίκια, χωρίς καπέλο, με μόνο μια βελο�
7281 δένια μαύρη κορδέλα γύρω στα ξανθά της μαλλιά. Κοντά της κάθο�
7282 νταν η μεγάλη βασιλοπούλα, σοβαρή, λίγο απόμακρη, και πλάγι της η Ρωσίδα κ�
7283 ρία της Τιμής, και παρακάτω ένα δ�
7284 ο αξιωματικοί. Μα ο Αντώνης είχε κολλήσει τα μάτια το�
7285 στα τρία βασιλόπο�
7286 λα, όρθια στην αράδα, με τη ράχη στον τοίχο, σα σκάλα, ο διάδοχος πρώτος, ύστερα ο δεύτερος, ύστερα ο τρίτος, και οι τρεις στα άσπρα, με σκούρα μπλο�
7287 να�
7288 τικά κολάρα και πλατιά να�
7289 τικά ψάθινα καπέλα. Και τόσο ήταν απορροφημένος με τη θέα α�
7290 τή, πο�
7291 ξιπάστηκε σαν τον ρώτησε ο βασιλέας:
7292 - Τι έπαθες κι έχεις δεμένο το κεφάλι;
7293 Το είχε ξεχάσει ο Αντώνης το κεφάλι το�
7294 . Α�
7295 θόρμητα σήκωσε το χέρι να βγάλει το μαντίλι. Μα το�
7296 το έπιασε η βασίλισσα.
7297 - Δεν πρέπει! το�
7298 είπε γλ�
7299 κά. Μην το αγγίζεις!
7300 - Μα γιατί είναι δεμένο το κεφάλι σο�
7301 ; επανέλαβε ο βασιλέας.
7302 Αποκρίθηκε ο Αντώνης κοκκινίζοντας:
7303 - Έπεσα χθες.
7304 Η μικρή βασιλοπούλα, πο�
7305 κ�
7306 νηγούσε το τόπι της, πλησίασε ν' ακούσει.
7307 - Χτύπησες; ρώτησε περίεργη.
7308 Γύρισε ο Αντώνης και την είδε, μα δεν αποκρίθηκε. Όλη α�
7309 τή η σ�
7310 ντροφιά τον στενοχωρούσε, τον έκανε δειλό, ντροπαλό, προπάντων τα τρία μεγάλα αγόρια αραδιασμένα στον τοίχο, πο�
7311 κοίταζαν και άκο�
7312 αν ακατάδεχτα. Και το�
7313 μιλούσε ο βασιλέας κι έπρεπε ν' απαντήσει, και τ' αγόρια όλο τον κοίταζαν και όλο άκο�
7314 αν.
7315 - Χτύπησε; ρώτησε η μικρή βασιλοπούλα γ�
7316 ρνώντας στην Πο�
7317 λο�
7318 διά.
7319 Α�
7320 τή ήταν μικρή, καθόλο�
7321 σπο�
7322 δαία σαν την όμορφη αδελφή της, και μπορούσε κανείς να της μιλήσει.
7323 - Ναι, είπε η Πο�
7324 λο�
7325 διά, ξαναβρίσκοντας τη σ�
7326 νηθισμένη της πολ�
7327 λογία, πήγε στη θάλασσα και κατέβηκε στο�
7328 ς βράχο�
7329 ς να μο�
7330 πιάσει έναν κάβο�
7331 ρα, και...
7332 - Και τον έπιασε; ρώτησε με λαχτάρα η μικρή βασιλοπούλα.
7333 Μα την τράβηξε η βασίλισσα πλάγι της και μαζεύθηκε ντροπαλή πάλι η Πο�
7334 λο�
7335 διά. Κι έλεγε το�
7336 Αντώνη ο βασιλέας:
7337 - Τι θέλεις να το�
7338 πεις το�
7339 Μπαρμπαγιάννη Κανατά;
7340 - Θέλω... ο θείος μο�
7341 μο�
7342 έδωσε... έχω κάτι να το�
7343 δώσω... έκανε ο Αντώνης και σώπασε.
7344 - Να το�
7345 δώσεις; Τι, χρήματα; Μα δεν είναι φτωχός ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς.
7346 Ο Αντώνης σήκωσε το κεφάλι ξαφνισμένος.
7347 - Είναι πολύ φτωχός, είπε, δεν έχει ούτε παπούτσια. Ο βασιλέας γέλασε.
7348 - Όταν πο�
7349 λά στάμνες, δε φορεί παπούτσια, είπε, και φορεί ρούχα παλιά και μπαλωμένα. Μα σαν πάγει στο Ζάππειο... Ξέρεις το τραγούδι το�
7350 ; ρώτησε.
7351 - Μάλιστα, είπε ο Αντώνης δειλά.
7352 - Πες το λοιπόν!
7353 Ο Αντώνης γύρισε στην Πο�
7354 λο�
7355 διά.
7356 - Και σ�
7357 το ξέρεις. Πες το σ�
7358 , έκανε όλο και πιο στενοχωρεμένος.
7359 - Όχι, εσύ, είπε τρομαγμένη η Πο�
7360 λο�
7361 διά.
7362 - Πείτε το μαζί, είπε η βασίλισσα.
7363 Και, χαδιάρικα, βόλεψε τα πάντα ξεβολεμένα μαλλιά της Πο�
7364 λο�
7365 διάς. Δεν ήταν τρόπος να το ξεφύγο�
7366 ν. Και με φωνές πο�
7367 έτρεμαν, σαν κατσικάκια, άρχισαν τα δ�
7368 ο αδέλφια μαζί:
7369 «Μπάρμπαγιάννη με τις στά-α-μνες και με τα κανάτια σο�
7370 , και με τα κανάτια σον, να χαρώ τα μάτια σον.
7371 Πρό-σεξε μη σε γελά-α-σει κα-μιά όμορφη κ�
7372 ρά και σο�
7373 φάει το γαϊδούρι και σ' αφήσει την ο�
7374 ρά.
7375 Μπάρ-μπαγιάννη σε λατρέ-ε-βω και θα σ' αγαπώ πιστά, Μπαρμπαγιάννη Κανατά, Μπαρμπαγιάννη Κανατά, πο�
7376 φορείς ψηλό καπέ- ε-λο και παπούτσια γ�
7377 αλιστά...»
7378 - Βλέπεις λοιπόν πο�
7379 δεν είναι φτωχός, αφού φορεί παπούτσια γ�
7380 αλιστά και ψηλό καπέλο; διέκοψε ο βασιλέας.
7381 Ο Αντώνης κοντοστάθηκε. Μπερδεμένος είπε:
7382 - Μα δεν είναι αλήθεια, είναι μόνο τραγούδι. Κοροϊδε�
7383 τικά τον ρώτησε ο βασιλέας:
7384 - Εσύ δεν πας ποτέ στο Ζάππειο, στας Αθήνας;
7385 - Όχι, ποτέ.
7386 - Ναι, πάμε στας Αθήνας, αντίκοψε η Πο�
7387 λο�
7388 διά, πήγαμε μια φορά σ' ένα μαγαζί για να δοκιμάσομε όλοι παπούτσια, δε θ�
7389 μάσαι;...
7390 - Λες ανοησίες, της είπε χαμηλόφωνα ο Αντώνης.
7391 - Και ξέρεις και άλλα τραγούδια; ρώτησε η βασίλισσα. Μα ο Αντώνης ήταν αποφασισμένος να μην πει άλλο.
7392 - Δεν ξέρω κανένα καλά, αποκρίθηκε.
7393 Η Πο�
7394 λο�
7395 διά όμως, πο�
7396 είχε πάρει θάρρος στο μεταξύ, σαν είδε πως γελούσαν οι αξιωματικοί, είπε:
7397 - Εγώ ξέρω πολλά. Ξέρω κι ελληνικά, ξέρω και αγγλικά.
7398 - Κες κ' ελ ντι; ρώτησε η Ρωσίδα κ�
7399 ρία της Τιμής.
7400 Κάτι αποκρίθηκε η βασίλισσα σε ξένη γλώσσα και, μαζεμένη πάλι, κοίταζε η Πο�
7401 λο�
7402 διά μια τη μια και μια την άλλη, χωρίς να καταλαβαίνει τι έλεγαν. Και της είπε η βασίλισσα:
7403 - Ρωτά η κ�
7404 ρία αν ξέρεις κανένα γαλλικό τραγούδι.
7405 - Όχι, αποκρίθηκε η Πο�
7406 λο�
7407 διά, μα ξέρω ένα φράγκικο.
7408 - Τι φράγκικο;
7409 - Έτσι, φράγκικο. Δεν είναι ούτε ελληνικό ούτε αγγλικό.
7410 - Για πες το! έκανε ο βασιλέας. Και το είπε η Πο�
7411 λο�
7412 διά:
7413 «Πι-πον-ντο, αλαρέ-βε-ράνσε
7414 Λια-κεν-ντιε κιγκο�
7415 βέρν λα Φράνσε.
7416 Αλό μεζαμί,
7417 Λα γκερ ντελαφινί,
7418 Πι-πον-ντο, αλαρί-βε-ζό».
7419 Όλοι γύρω στο τραπέζι, αξιωματικοί και κ�
7420 ρίες, γελούσαν τώρα ξεκαρδισμένοι, προς μεγάλη δ�
7421 σαρέσκεια το�
7422 Αντώνη πο�
7423
7424 ποψιάζο�
7425 νταν ότι περιγελούσαν την Πο�
7426 λο�
7427 διά, ενώ εκείνη τίποτα δε σκάμπαζε.
7428 - Και τι θα πει α�
7429 τό; ρώτησε ο βασιλέας πο�
7430 φαινόταν να διασκεδάζει πολύ.
7431 - Δεν ξέρω, αποκρίθηκε η Πο�
7432 λο�
7433 διά, το λέμε για να δούμε ποιος θα βγει έξω στο κ�
7434 νηγητό. Και είναι φράγκικο. Έτσι λέγει η Αλίς.
7435 - Και ποια είναι η Αλίς;
7436 Με το κεφάλι έδειξε η Πο�
7437 λο�
7438 διά κατά τα παρακάτω σπίτια.
7439 - Είναι ένα κορίτσι πο�
7440 κάθεται πλάγι μας, αποκρίθηκε. Ένας αξιωματικός, άσπρα ντ�
7441 μένος και με μακριές καστανές μο�
7442 στάκες, ρώτησε:
7443 - Ξέρεις και κανένα άλλο ξενικό να μας πεις;
7444 Ο Αντώνης της έγνεψε: «Όχι!» Μα η Πο�
7445 λο�
7446 διά είχε πάρει φόρα.
7447 - Ξέρω, αποκρίθηκε.
7448 - Για πες το, είπε ο βασιλέας. Είναι φράγκικο σαν το άλλο πο�
7449 είπες;
7450 - Όχι, είναι γοριτσιάνικο.
7451 Τρομάρα τον έπιασε τον Αντώνη. Και α�
7452 τό θα το πει;
7453 - Και πού τα ξέρεις εσύ τα γοριτσιάνικα; ρώτησε πάλι ο βασιλέας.
7454 - Μο�
7455 τα έμαθε η Φραντσέσκα, η παραμάνα το�
7456 Αλέξανδρο�
7457 .
7458 - Και ο Αλέξανδρος ποιος είναι;
7459 - Ο αδελφός μο�
7460 .
7461 - Αγόρι είναι το πιο μικρό σο�
7462 αδελφάκι; Πο�
7463 φορεί ένα τόσο όμορφα κεντημένο φο�
7464 στανάκι; ρώτησε η βασίλισσα.
7465 - Μάλιστα. Το�
7466 το κέντησε η μαμά μας, προθ�
7467 μοποιήθηκε να την πληροφορήσει η Πο�
7468 λο�
7469 διά.
7470 Ο Αντώνης έφριξε. Όλα τώρα τα οικογενειακά το�
7471 ς θα τα πει η Πο�
7472 λο�
7473 διά; Έριξε μια ματιά στα τρία αγόρια, ακο�
7474 μπισμένα στον τοίχο, και πάλι τα είδε ακίνητα και ακατάδεχτα, πο�
7475 μισοχαμογελούσαν με οίκτο. Άθελα έκανε ένα βήμα πίσω, να βγει, α�
7476 τός το�
7477 λάχιστον, από τη βολή των ματιών το�
7478 ς. Θέλησε να παρασύρει και την Πο�
7479 λο�
7480 διά. Μ' α�
7481 τή ούτε τον κοίταζε. Κι έλεγε ο βασιλέας:
7482 - Μπράβο! Μπράβο της μαμάς σο�
7483 ! Και πες μας λοιπόν το γοριτσιάνικο.
7484 Και άρχισε η Πο�
7485 λο�
7486 διά μ' όλη της τη φωνή:
7487 «Τις Μαρίτσκα μόγια, γιες τερέτιτς μαμ...»
7488 Πωπώ, ντροπή! Δεν ήξερε ο Αντώνης πού να κρ�
7489 φθεί. Να ξεφωνίζει έτσι η αδελφή το�
7490 , μπρος στο βασιλέα και τη βασίλισσα, α�
7491 τό το τραγούδι πο�
7492 κανένα αδέλφι δεν ήθελε πια να το πει, αφότο�
7493 η παραμάνα κάποιο�
7494 άλλο�
7495 μωρού, Γοριτσιάνα και α�
7496 τή, το�
7497 ς είχε περιγελάσει πως τα 'λεγαν όλα στραβά και δε θα πει τίποτα το τραγούδι το�
7498 ς! Και τώρα γελούσε ο βασιλέας, και γελούσε η βασίλισσα, και γελούσαν οι αξιωματικοί, πο�
7499 ο ένας μάλιστα ακούμπησε στο σπαθί το�
7500 με τα δ�
7501 ο το�
7502 χέρια για να γελάσει πιο βολικά, και γελούσε η Ρωσίδα κ�
7503 ρία της Τιμής, όλοι γελούσαν και την περιγελούσαν, ακόμα και η μεγάλη βασιλοπούλα, πο�
7504 είχε σηκώσει ακατάδεχτα το πιγούνι της, και μόνη η Πο�
7505 λο�
7506 διά δεν το έβλεπε, παρά εξακολο�
7507 θούσε να ξεφωνίζει: «...Γιες τερέτιτς κούπενζέ, κούπενζέ, κούπενζέ, γιες τερέτιτς γκρίλενζέ...» Τόσο ντράπηκε ο Αντώνης, πο�
7508 έκανε δ�
7509 ο βήματα προς το σπίτι το�
7510 και άλλα δ�
7511 ο. Έριξε πίσω το�
7512 μια ματιά και είδε πως τον κοίταζε ο διάδοχος, ακατάδεχτα και α�
7513 τός σαν την αδελφή το�
7514 . Και το 'βαλε ο Αντώνης στα πόδια και δε στάθηκε παρά στην α�
7515 λή το�
7516 , κι εκεί πια ανέπνε�
7517 σε ελεύθερα. Ο�
7518 φ! Το�
7519 λάχιστον εκεί δεν έβλεπε την ανόητη την Πο�
7520 λο�
7521 διά...
7522 Πίσω το�
7523 ξανάνοιξε η πόρτα της α�
7524 λής. Γύρισε φο�
7525 ρκισμένος να τα ψάλει της Πο�
7526 λο�
7527 διάς. Μα δεν ήταν η Πο�
7528 λο�
7529 διά, παρά μόνο ο ταχ�
7530 δρόμος, πο�
7531 το�
7532 έτεινε ένα διπλωμένο και κολλημένο χαρτί.
7533 - Τηλεγράφημα, δώσ' το μέσα, είπε το�
7534 Αντώνη.
7535 Και ξαναβγήκε βιαστικός.
7536 Την ίδια ώρα, τρεχάτος κατάφθανε ο Αλέξανδρος από μέσα από το σπίτι, κατακόκκινος από τη βία και τη λαχτάρα.
7537 - Έλα, Αντώνη, γρήγορα! Η θεία έφ�
7538 γε κι έρχεται ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς!
7539 Στο διάδρομο το�
7540 ς σκο�
7541 ντούφλησε η Αλεξάνδρα, άλλο τόσο αναμμένη, πο�
7542 κατάφθανε να το�
7543 ς βιάσει να προφθάσο�
7544 ν.
7545 - Γρήγορα! Γρήγορα! Έρχεται ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς!
7546 Κι έτρεξαν στη βεράντα.
7547 Μακριά, στον κατήφορο, φαίνο�
7548 νταν τωόντι η πλατύγ�
7549 ρη σχισμένη ψάθα το�
7550 Μπαρμπαγιάννη, πλάγι στο γαϊδούρι το�
7551 , πο�
7552 , φορτωμένο όσο και χθες, ανέβαινε με τον αφέντη το�
7553 , χωρίς βία, κατά τα σπίτια το�
7554 Τσίλερ. Νε�
7555 ρικός τον κοίταζε ο Αντώνης, μισοχαρούμενος, μισοντροπιασμένος για το χαρτί πο�
7556 ήταν μέσα στο φάκελο. Και άλλο τόσο νε�
7557 ρική κοίταζε η Αλεξάνδρα, πο�
7558 ήξερε τι ήταν το χαρτί το�
7559 Αντώνη, και μάλιστα το�
7560 το είχε ριγώσει, για να το γράψει εκείνος ίσια. Και πλάγι το�
7561 ς ο Αλέξανδρος, σκαρφαλωμένος στα κάγκελα και σκύβοντας πάνω από την κο�
7562 παστή, για να βλέπει πιο καλά, το�
7563 ς έλεγε κάθε κίνηση το�
7564 Μπαρμπαγιάννη, μήπως και δεν τον προφθάσει ο Αντώνης.
7565 - Τώρα στρίβει ένα τσιγάρο... τώρα το κολλά... πρόσεχε, Αντώνη, μη μας περάσει...
7566 Και σαν έφθασε ο Μπαρμπαγιάννης στη γωνιά των σπιτιών το�
7567 Τσίλερ, κατέβηκε ο Αντώνης στο δρόμο, έτρεξε στον Μπαρμπαγιάννη, το�
7568 έδωσε το φάκελο και ξανάφ�
7569 γε σα σαΐτα. Ίσια μες στην τραπεζαρία μπήκε ο Αντώνης γ�
7570 ρεύοντας να κρύψει τη σ�
7571 γκίνηση πο�
7572 τον έκανε να λαχανιάζει. Τρεχάτη και λαχανιασμένη ανέβηκε και η Αλεξάνδρα με τον Αλέξανδρο από το δρόμο και τρύπωσε κι εκείνη στην τραπεζαρία.
7573 - Τι σο�
7574 είπε ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς; ρώτησε.
7575 Μα ο Αντώνης δεν αποκρίθηκε. Κρ�
7576 φά, από το ανοιχτό παράθ�
7577 ρο, παραμόνε�
7578 ε να δει τον Μπαρμπαγιάννη πο�
7579 , ήσ�
7580 χος, σα να μην είχε σ�
7581 μβεί τίποτα, ανέβαινε τον ανήφορο. Σαν έφθασε μπρος στη βεράντα, σήκωσε ο Μπαρμπαγιάννης τα μάτια το�
7582 στα παράθ�
7583 ρα και, με την άκρη των δαχτύλων το�
7584 , άγγιξε το γύρο της ψάθας το�
7585 .
7586 - Γεια σο�
7587 , Αντώνη, Τρελαντώνη, κι ε�
7588 χαριστώ! φώναξε.
7589 Ο Αντώνης τέντωνε το λαιμό το�
7590 να δει χωρίς να φαίνεται. Και τον είδε πο�
7591 ανέβαινε ως το παλάτι, τραβούσε ήσ�
7592 χα το δρόμο το�
7593 και χάνο�
7594 νταν στο γύρισμα το�
7595 δρόμο�
7596 . Τότε και μόνο τόλμησε να ξαναβγεί στη βεράντα και ν' αναπνεύσει ελεύθερα.
7597 Σ�
7598 γκινημένη τον ακολούθησε η Αλεξάνδρα με τον Αλέξανδρο στη βεράντα.
7599 - Τι σο�
7600 είπε, Αντώνη; Ε; Πες, τι σο�
7601 είπε; έκανε με λαχτάρα.
7602 - Ποιοοος; ρώτησε η Πο�
7603 λο�
7604 διά ξεφ�
7605 τρώνοντας ξαφνικά μεταξύ της Αλεξάνδρας και το�
7606 Αντώνη· βαστούσε τα χέρια της πίσω, σα να γύρε�
7607 ε να κρύψει κάτι.
7608 - Από πού έρχεσαι; Πού ήσο�
7609 ν και άργησες τόσο; ρώτησε η Αλεξάνδρα.
7610 - Μήπως πέρασε ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς; έκανε ξαφνισμένη η Πο�
7611 λο�
7612 διά.
7613 - Ναι. Τώρα, αποκρίθηκε ο Αλέξανδρος.
7614 - Αχ, τι κρίμα! Γιατί δε με φωνάξατε;
7615 - Ας ήσο�
7616 ν εδώ! είπε ο Αντώνης μπο�
7617 ρινιασμένος ξαφνικά.
7618 - Και πως δεν ήμο�
7619 ν; έκανε αδιάφορα η Πο�
7620 λο�
7621 διά. Δες τι σας φέρνω!
7622 Θριαμβε�
7623 τικά άνοιξε τα χέρια της και παρο�
7624 σίασε καμιά δεκαριά μπισκότα «Μαρί».
7625 - Πού τα βρήκες; ρώτησε η Αλεξάνδρα πο�
7626 τα τρελαίνο�
7627 νταν.
7628 - Μο�
7629 τα 'δωσε η βασίλισσα!
7630 - Αλήθεια; έκανε μαγεμένος ο Αλέξανδρος. Η Πο�
7631 λο�
7632 διά ακτινοβολούσε.
7633 - Μο�
7634 έδωσε και τούτο! είπε.
7635 Έχωσε το χέρι της στην τσέπη της κι έβγαλε ένα μακρύ, ελικτό κοχλάδι, γαλάζιο και γ�
7636 αλιστερό, με κόκκινες πιτσιλάδες.
7637 - Και τούτο!
7638 Και με άλλη βο�
7639 τιά στην τσέπη, έβγαλε ένα κόκκινο μεταξωτό μαξιλαράκι.
7640 - Και μο�
7641 είπε να ράψω το κοχλάδι στο μαξιλαράκι και να το βάλω στην το�
7642 αλέτα μας, για να τη θ�
7643 μούμαι, λέει, εξακολούθησε η Πο�
7644 λο�
7645 διά, όλο και με πιότερη έξαψη. Και ύστερα μο�
7646 είπε: «Να, πάρε και δ�
7647 ο μπισκότα!» Μα εγώ δεν τα έπαιρνα. Και μο�
7648 είπε: «Δε σ' αρέσο�
7649 ν;» Και είπα: «Ναι, μ' αρέσο�
7650 ν. Μα θα μο�
7651 τα φάνε τ' αδέλφια μο�
7652 !» Κι εκείνη είπε: «Πάρε τα λοιπόν όλα!» Και μο�
7653 άδειασε το πιάτο...
7654 - Πο�
7655 λο�
7656 διά!!! αναφώνησε φρικιασμένη η Αλεξάνδρα. Η Πο�
7657 λο�
7658 διά κοντοστάθηκε.
7659 - Ε... Τι; έκανε ανήσ�
7660 χη.
7661 - Δεν ντρέπεσαι! της είπαν σ�
7662 γχρόνως τα δ�
7663 ο μεγαλύτερα αδέλφια.
7664 - Γιατί; ο ενθο�
7665 σιασμός της Πο�
7666 λο�
7667 διάς είχε πέσει ξαφνικά, άρχιζε να τρομάζει. Τι έκανα;
7668 - Ζητιάνεψες μπισκότα! είπε ο Αντώνης.
7669 - Και ξε�
7670 τέλισες τ' αδέλφια σο�
7671 , τάχα πως σο�
7672 τρων τα μπισκότα σο�
7673 ! πρόσθεσε η Αλεξάνδρα.
7674 - Και μας ντρόπιασες όλο�
7675 ς, και το�
7676 ς τέσσερις! είπε ο Αντώνης. Σα να μην έφτανε η πρώτη ντροπή, να τραγο�
7677 δήσεις το «Τις Μαρίτσκα μόγια»!
7678 - Τραγούδησες το «Τις Μαρίτσκα μόγια»; έκανε πνιγμένη από τη σύγχ�
7679 ση της η Αλεξάνδρα.
7680 Ο Αλέξανδρος, πο�
7681 δεν είχε πει τίποτα, θεώρησε σωστό να λάβει μέρος κι εκείνος στη γενική αγανάκτηση. Έσμιξε τα χέρια το�
7682 και ανεβοκατέβασε το σγο�
7683 ρό το�
7684 κεφάλι δ�
7685 ο και τρεις φορές και είπε κι εκείνος με φρίκη, πο�
7686 δεν είχε όμως και πολλή αγριότητα:
7687 - Το «Τις Μαρίτσκα μόγια»! Πωπώ!
7688 Η Πο�
7689 λο�
7690 διά κοίταζε μια τον ένα, μια τον άλλο και μια τα μπισκότα στα χέρια της, ζαλισμένη από τη γενική αποδοκιμασία πο�
7691 γύριζε το θρίαμβο της σε καταστροφή. Και ξαφνικά πέταξε τα μπισκότα στο σιδερένιο τραπεζάκι κι έμπηξε τα κλάματα.
7692 Ομιλίες πολλές και βήματα ακούστηκαν στο δρόμο· ήταν οι Ε�
7693 έλπιδες πο�
7694 περνούσαν.
7695 Μα τόσο έκλαιγε η Πο�
7696 λο�
7697 διά, πο�
7698 ούτε το�
7699 ς άκο�
7700 σε.
7701 Η Αλεξάνδρα έσκ�
7702 ψε, όλο μάτια, να δει τα «καναρίνια» πο�
7703 διάβαιναν. Ένας Εύελπις γύρισε, την είδε και φώναξε:
7704 - Έλα, έλα μαζί μας!
7705 Ντροπιασμένη τραβήχθηκε η Αλεξάνδρα και κρύφθηκε ανακούρκο�
7706 δα πίσω από τις περικοκλάδες και δεν τόλμησε να ξανασηκωθεί να το�
7707 ς κοιτάξει, γιατί μερικοί απ' α�
7708 τούς γέλασαν και τρεις τέσσερις μάλιστα ξαναφώναξαν: «Έλα, λοιπόν, κοριτσούδι!...» Και σ�
7709 νάμα κάτι κρότοι ανέβηκαν, σα χαστούκια, πνιγμένες αντεγκλήσεις και θ�
7710 μωμένα λόγια.
7711 Όταν ξεθαρρεύτηκε και πέρασε το κεφάλι της πάνω από την καγκελαρία, η ο�
7712 ρά των Ε�
7713 ελπίδων έστριφτε στο γύρισμα το�
7714 βράχο�
7715 και στο δρόμο, σκονισμένος, με στραπατσαρισμένα τα ρούχα το�
7716 , σιάζοντας τον τσαλακωμένο το�
7717 γιακά, ήταν ο Γιάννης. Μο�
7718 ρμο�
7719 ρίζοντας μες στα δόντια το�
7720 , ανέβηκε στη βεράντα.
7721 - Γιατί τον έδειρες; Τι σο�
7722 έκανε; ρώτησε ο Αντώνης.
7723 - Εμένα τίποτα, αποκρίθηκε ο Γιάννης.
7724 - Λοιπόν γιατί τον χτύπησες;
7725 - Έτσι θ' αφήσω να μιλάει ένας ξένος στην εξαδέλφη μο�
7726 ; Τ' αδέλφια στάθηκαν λίγο σαστισμένα. Δεν ήξεραν πως δεν επιτρέπεται να μιλά ξένος σ' εξαδέλφες.
7727 Και είπε ο Γιάννης:
7728 - Θα το�
7729 'σπανα τα μούτρα το�
7730 , αν δεν ανακατώνο�
7731 νταν ο αξιωματικός.
7732 Και βλέποντας την απορία των εξαδέλφων το�
7733 , είπε πάλι:
7734 - Έτσι μιλούν στο δρόμο σε κορίτσια; Ποιος το παραδέχεται; Μια μέρα περπατούσα με την Κλειώ και την Κατίνα και κάποιος άγνωστος πέρασε και τις χαιρέτησε, και τον έδειρα και α�
7735 τόν.
7736 Τα τέσσερα αδέλφια τον κοίταζαν τώρα με μάτια και στόμα ανοιχτά. Και από το θα�
7737 μασμό της ξέχασε η Πο�
7738 λο�
7739 διά τα κλάματα. Διστακτικά ρώτησε η Αλεξάνδρα:
7740 - Είναι κακό να σε χαιρετά ένας άγνωστος;
7741 - Είναι πρόστ�
7742 χο, είπε ο Γιάννης.
7743 Και ακούμπησε σ' ένα στύλο της σκεπής και σταύρωσε τα πόδια το�
7744 , με όλη τη σπο�
7745 δαιότητα πο�
7746 το�
7747 έδιναν, απέναντι των εξαδέλφων το�
7748 , οι πολλαπλές το�
7749 γνώσεις. Το κύρος το�
7750 επιβλήθηκε πάλι στα τέσσερα αδέλφια. Ακόμα και ο Αντώνης αισθάνθηκε την άγνοια το�
7751 . Μα δεν ήθελε και να το δείξει. Μ' έναν πήδο καβαλίκεψε την ξύλινη κο�
7752 παστή της βεράντας και με φιάκα ρώτησε τον Γιάννη:
7753 - Γνωρίζεις εσύ τον Μπαρμπαγιάννη Κανατά; Με το πιγούνι έδειξε ο Γιάννης κατά τον ανήφορο.
7754 - Πέρασε τώρα, αποκρίθηκε.
7755 - Το ξέρω. Μιλήσαμε μαζί... δηλαδή... έκανε ο Αντώνης πο�
7756 φαντάζο�
7757 νταν έτσι να κάνει πολλή εντύπωση στον εξάδελφο το�
7758 .
7759 Μα ο Γιάννης είπε:
7760 - Και σε ποιον δε μιλά α�
7761 τός; Ακόμα και στο βασιλέα λέγει «εσύ».
7762 Ο Αντώνης πήδηξε χάμω.
7763 - Αλήθεια; έκανε. Και πώς τον λέγει; Γεώργιε;
7764 - Όχι, μπούφο! Τον λέγει, σαν όλο�
7765 ς, «μεγαλειότατε». Μα τον λέγει «εσύ».
7766 - Πώς το ξέρεις; ρώτησε θα�
7767 μάζοντας η Αλεξάνδρα.
7768 - Τον άκο�
7769 σα. Μια μέρα πο�
7770 περνούσε α�
7771 τός και στέκο�
7772 νταν ο βασιλέας στον ανήφορο, ρώτησε ο βασιλέας: «Γιατί δε φορείς σήμερα ψηλό καπέλο και παπούτσια γ�
7773 αλιστά, Μπαρμπαγιάννη;» Κι εκείνος το�
7774 αποκρίθηκε: «Τα φορώ, όπως και σ�
7775 το λοφίο σο�
7776 , μεγαλειότατε, στις μεγάλες περιστάσεις!» Και γέλασε ο βασιλέας.
7777 Όλα μαζί τ' αδέλφια θαύμασαν.
7778 - Αλήθεια, στις εορτές φορεί ο βασιλέας λοφίο, Γιάννη; ρώτησε η Αλεξάνδρα.
7779 Μα τη διέκοψε ο Αντώνης.
7780 - Αλήθεια είναι πως φορεί ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς ψηλό καπέλο και παπούτσια γ�
7781 αλιστά; ρώτησε.
7782 - Βέβαια, κάθε Κ�
7783 ριακή. Όλη την εβδομάδα τον βλέπεις κο�
7784 ρελιάρη και ξ�
7785 πόλ�
7786 το. Μα την Κ�
7787 ριακή το απόγεμα γίνεται κύριος, βάζει σκούρα ρούχα, ψηλό καπέλο και λο�
7788 στρίνια, παίρνει στο χέρι ένα μπαστούνι με ασημένιο χερούλι και κάνει τη φιάκα το�
7789 στο Ζάππειο.
7790 Τ' αδέλφια τ' άκο�
7791 αν και το�
7792 ς φαίνο�
7793 νταν σαν παραμύθι της Χαλιμάς.
7794 - Γι' α�
7795 τό είπε ο βασιλέας για το Ζάππειο! έκανε η Πο�
7796 λο�
7797 διά.
7798 - Τι είπε ο βασιλέας; ρώτησε ο Γιάννης. Μα ο Αντώνης την πρόλαβε πριν απαντήσει.
7799 - Κάλλιο να μην τ' αναφέρεις! της είπε. Και στάθηκε η Πο�
7800 λο�
7801 διά αποσβολωμένη.
7802 Την είδε ο Γιάννης, κατάλαβε πως κάποιος καβγάς ετοιμάζεται και δεν επέμεινε. Έσπρωξε πίσω το ψάθινο καπέλο το�
7803 , πο�
7804 στάθηκε σα δόξα αγίο�
7805 γύρω στο στρογγ�
7806 λό το�
7807 πρόσωπο, κι έχωσε τα χέρια το�
7808 στις τσέπες το�
7809 . Με το πιγούνι πάλι έδειξε κατά το σιδερένιο τραπέζι, πίσω από την Πο�
7810 λο�
7811 διά.
7812 - Για ποιον είναι α�
7813 τά τα μπισκότα; ρώτησε.
7814 - Για κανένα, είπε περιφρονητικά ο Αντώνης. Είναι ντροπιασμένα μπισκότα.
7815 Η Πο�
7816 λο�
7817 διά ανατινάχθηκε.
7818 - Καθόλο�
7819 ! φώναξε κατακόκκινη. Είναι δικά μο�
7820 και θα τα φάγω μονάχη!
7821 Ο Αντώνης άπλωσε το χέρι πάνω στα καταδικασμένα μπισκότα.
7822 - Σαν τα φας, θα ντροπιαστείς διπλά... άρχισε. Μα ένας μπάτσος της Πο�
7823 λο�
7824 διάς τον διέκοψε. Εξαγριωμένος για την προσβολή πο�
7825 το�
7826 έγινε μπρος στον Γιάννη, γύρισε ο Αντώνης και την έπιασε από την ποδιά της.
7827 - Και τώρα, για να μάθεις, θα πεις μόνη σο�
7828 το�
7829 Γιάννη ποιος σο�
7830 τα έδωσε και γιατί! την πρόσταξε.
7831 - Δεν το λέγω! Άφησε με!
7832 - Θα το πεις!
7833 - Δεν το λέγω!
7834 - Δεν το λες; Τότε θα πω εγώ στον Γιάννη τι είπες μια μέρα γι' α�
7835 τόν!
7836 - Κι εγώ θα πω για τη ραφτομηχανή!
7837 - Τι με μέλει; Πες το! Πεισμωμένη είπε και η Πο�
7838 λο�
7839 διά:
7840 - Κι εμένα δε με μέλει. Πες το!
7841 Την έμελε και την παραέμελε. Μα, μ' όλη της τη φούρκα, θ�
7842 μήθηκε πως πάντα την αφόπλιζε ο Αντώνης με την ίδια απάντηση.
7843 - Τι; Δε σε μέλει; αναφώνησε ο Αντώνης. Να το πω λοιπόν; Η Πο�
7844 λο�
7845 διά έτρεμε από ανησ�
7846 χία, μα το είχε πει πια.
7847 - Πες το, δε με μέλει! επανέλαβε. Και το είπε ο Αντώνης:
7848 - Είπε για σένα, Γιάννη, πως, σα θα μεγαλώσει, θα σε πάρει!
7849 Η Πο�
7850 λο�
7851 διά δεν το περίμενε. Της ήλθε κόλπος, τόσο, πο�
7852 ούτε για τη ραφτομηχανή δεν μπόρεσε να πει. Με τα μάτια σκ�
7853 μμένα, μα το κεφάλι πεισματάρικα πεταμένο πίσω, δάγκανε τα χείλια της, για να μην ξεσπάσει στα κλάματα.
7854 Και σιγανή ακούστηκε η φωνή το�
7855 Γιάννη πο�
7856 έλεγε τραγο�
7857 διστά:
7858 - Μακά-αρι!...
7859 Της φάνηκε ξαφνικά πως άνοιξαν τα ο�
7860 ράνια. Τι; Δεν την κορόιδε�
7861 ε ο Γιάννης; Ο�
7862 φ! Τι ξελάφρωμα!
7863 Στον ενθο�
7864 σιασμό της, μάζεψε όλα τα «Μαρί», σκορπισμένα στο τραπεζάκι, και τα πρόσφερε το�
7865 Γιάννη.
7866 - Σο�
7867 τα χαρίζω όλα! είπε και θριαμβε�
7868 τικά γύρισε στον Αντώνη, πο�
7869 στέκο�
7870 νταν μπερδεμένος για την τροπή πο�
7871 είχαν πάρει τα πράματα. Δε θα φας ούτε ένα! το�
7872 είπε. - Ούτε τα θέλω ούτε ο Γιάννης δεν τα θέλει, πράματα πο�
7873 ζητιάνεψες από τη βασίλισσα...
7874 - Δε ζητιάνεψα!
7875 - Ναι, ζητιάνεψες! επικύρωσε ο Αλέξανδρος, αφού είπες, είπες... Τι είπε, Αλεξάνδρα;
7876 - Της έδωσε η βασίλισσα δ�
7877 ο και είπε η Πο�
7878 λο�
7879 διά: «Θα μο�
7880 τα φαν τ' αδέλφια μο�
7881 !» Και της έδωσε η βασίλισσα όλα όσα ήταν στο πιάτο! επεξήγησε η μεγάλη αδελφή ντροπιασμένη.
7882 Μα ο Γιάννης δε φάνηκε να ένιωσε την ντροπή πο�
7883 είχε πέσει, με τα λόγια της Πο�
7884 λο�
7885 διάς, σ' όλη την οικογένεια. Έβαλε δ�
7886 ο μπισκότα μαζί στο στόμα το�
7887 και είπε μπο�
7888 κωμένος:
7889 - Πολύ καλά έκανε, αφού θα της τα τρώγατε!
7890 Πάει το γόητρο το�
7891 Γιάννη! Γκρεμίστηκε, τσακίστηκε, χάθηκε.
7892 Κανένας δεν το�
7893 αποκρίθηκε. Μόνη η Πο�
7894 λο�
7895 διά είπε, χωρίς πολλή πεποίθηση όμως:
7896 - Βέβαια... αφού θα μο�
7897 τα τρώγατε...
7898 Σαν έφ�
7899 γε ο Γιάννης κι έμειναν τ' αδέλφια μόνα, σχολίασαν τη διαγωγή το�
7900 με πολύ μαύρα χρώματα.
7901 - Ακούς, λέει, να φάγει τα ντροπιασμένα μπισκότα! είπε ο Αντώνης.
7902 - Και να πει πως έκανε καλά η Πο�
7903 λο�
7904 διά να τα ζητήσει! πρόσθεσε η Αλεξάνδρα.
7905 - Και να μην ντραπεί! είπε πάλι ο Αντώνης.
7906 - Και ούτε να μας δώσει κι εμάς! διαμαρτ�
7907 ρήθηκε ο Αλέξανδρος.
7908 Μα τον αποπήρε ο Αντώνης.
7909 - Δεν ντρέπεσαι; Τέτοια μπισκότα! φώναξε.
7910 Ο Αλέξανδρος ντράπηκε πολύ. Μα δεν ήξερε καλά γιατί. Και είπε σηκώνοντας το κεφάλι η Αλεξάνδρα:
7911 - Το μόνο πο�
7912 μας ξεπλένει είναι ίσα ίσα πο�
7913 δεν τα φάγαμε, ούτε και η Πο�
7914 λο�
7915 διά πο�
7916 τα ζήτησε. Το�
7917 λάχιστον έτσι ξεπλένεται κι εκείνη.
7918 Μόνη η Πο�
7919 λο�
7920 διά δεν είχε μιλήσει. Όσο ήταν παρών ο Γιάννης αισθάνο�
7921 νταν κάπως σίγο�
7922 ρη και ικανοποιημένη. Μα, μιας και είχε φύγει ο Γιάννης κι έμειναν μεταξύ το�
7923 ς τ' αδέλφια, της φάνηκε πως ξέπεφτε η αξία το�
7924 , οι αποφάσεις το�
7925 δεν είχαν πια τη σπο�
7926 δαιότητα πο�
7927 φαίνο�
7928 νταν να έχο�
7929 ν την ώρα πο�
7930 τις βεβαίωνε.
7931 Τα λόγια της Αλεξάνδρας της ήλθαν ο�
7932 ρανοκατέβατα, της έδωσαν αέρα. Σήκωσε πάλι το κεφάλι και είπε στερεώνοντας τη φωνή της:
7933 - Ναι, καλύτερα πο�
7934 δεν τα φάγαμε τα μπισκότα. Και η κερα-Ρήνη είπε πως, για να μο�
7935 δώσο�
7936 ν τόσα, θα ήταν ταγκά...
7937 Με αγανάκτηση τη διέκοψε ο Αντώνης:
7938 - Δεν ντρέπεσαι! Τα μπισκότα το�
7939 βασιλέα!
7940 Όλα μαζί τ' αδέλφια τής ρίχθηκαν πάλι, και σώπασε η Πο�
7941 λο�
7942 διά ντροπιασμένη, αποθαρρ�
7943 μένη.
7944 Δεν είχε τύχη σήμερα. Λόγια και πράξεις, όλα της έβγαιναν ξινά.
7945 Και όταν τη ρώτησε η Αλεξάνδρα «Τι ήταν πο�
7946 ήθελες να πεις πριν για τη ραφτομηχανή;», απογοητε�
7947 μένη αποκρίθηκε: «Τίποτα». Αν το λεγε, θα της έβγαινε κι α�
7948 τό στραβό. Θα σ�
7949 μμαχούσε η Αλεξάνδρα με τον Αντώνη και δε θα της έλεγε ο Αντώνης τίποτε άλλη φορά. Και σώπασε. Και μπήκαν μέσα τ' αδέλφια της κι έμεινε μόνη η Πο�
7950 λο�
7951 διά, με μια μεγάλη όρεξη για κλάματα πο�
7952 δύσκολα τα σ�
7953 γκρατούσε. Μα γιατί; Τι της έφταιγε; Ούτε μπάτης γρο�
7954 σούζης φ�
7955 σούσε ούτε...
7956 Στο σιδερένιο τραπέζι είχε μείνει ριγμένο το βασιλικό γαλάζιο κοχλάδι με τις κόκκινες πιτσιλάδες και το κόκκινο μεταξωτό μαξιλαράκι. Α�
7957 τά ήταν τα γρο�
7958 σούζικα! Α�
7959 τά τα είχαν κάνει όλα... Τ' άρπαξε κι έτρεξε να τα ρίξει στο δρόμο. Η Αφροδίτη στέκο�
7960 νταν στο πεζοδρόμιο και σιγοκο�
7961 βέντιαζε με την τραπεζιέρα της Αλίς. Άκο�
7962 σε τα βήματα και σήκωσε το κεφάλι.
7963 - Τι θέλεις, Πο�
7964 λο�
7965 διά; ρώτησε.
7966 - Τίποτα, αποκρίθηκε η Πο�
7967 λο�
7968 διά κι έκανε να �
7969 ποχωρήσει κατά την τραπεζαρία. Μα στην πόρτα βρήκε την κερα-Ρήνη πο�
7970 γύρε�
7971 ε την Αφροδίτη.
7972 Την είδε κακόκεφη, γέλασε και της είπε:
7973 - Έλα, τι έχεις πάλι; Μπο�
7974 ρινάκια;
7975 - Όχι... μα... έκανε η Πο�
7976 λο�
7977 διά, όλο και πιο έτοιμη «ν' ανοίξει τις βρύσες», καθώς έλεγε ο Αντώνης.
7978 Η κερα-Ρήνη της έδωσε μια φιλική σπρωξιά.
7979 - Έλα, της είπε, είσαι πάλι στις κακές σο�
7980 ! Μα έχω τρόπο να σε γλ�
7981 κάνω. Τι μο�
7982 δίνεις, να σο�
7983 δώσω εγώ μια κο�
7984 ταλιά σταφύλι γλ�
7985 κό, πο�
7986 τώρα το κατέβασα από τη φωτιά;
7987 Σταφύλι γλ�
7988 κό! Το πιο αγαπημένο της! Τα κέφια της Πο�
7989 λο�
7990 διάς ξαναγύρισαν μεμιάς. Α�
7991 θόρμητα τέντωσε το χέρι της με τα βασιλικά της δώρα.
7992 - Σο�
7993 τα δίνω α�
7994 τά! είπε ολόκαρδα. Πάρ' τα! Μο�
7995 τα χάρισε η βασίλισσα κι εγώ σο�
7996 τα χαρίζω σένα, δεν τα θέλω, είναι γρο�
7997 σούζικα!
7998 Και πήγε στην κο�
7999 ζίνα και της έδωσε η κερα-Ρήνη ολόκληρο ένα πιατάκι γλ�
8000 κό, τόσο είχε χαρεί με τα βασιλικά δώρα της Πο�
8001 λο�
8002 διάς.
8003 Η κακή μέρα από το πρωί φαίνεται! Θα δείτε πως όλα θα παν στραβά σήμερα! είπε ο Αντώνης στ' αδέλφια το�
8004 , πηγαίνοντας στα λο�
8005 τρά δ�
8006 ο μέρες αργότερα. Και αλήθεια είχε αρχίσει άσχημα η μέρα, από την ώρα πο�
8007 έπεσε ο Αλέξανδρος μες στην μπηγμένη κο�
8008 νο�
8009 πιέρα το�
8010 και πήγε ο Αντώνης να τον ξεσκαλώσει και κατρακύλησε ο Αλέξανδρος ως το αντικρινό ποδάρι το�
8011 κρεβατιού κι έκανε στο μέτωπο μια μελανιά πο�
8012 φούσκωσε σαν καρύδι.
8013 Και δεν πρόφθασαν να κατέβο�
8014 ν τ' αδέλφια τη σκάλα, και να σο�
8015 η γάτα της Ρωσίδας κ�
8016 ρίας της Τιμής, πο�
8017 έκλεψε το κασέρι το�
8018 θείο�
8019 από το τραπέζι της τραπεζαρίας, και της πέταξε ο Αντώνης ένα ασημένιο κο�
8020 τάλι πο�
8021 , αντί να βρει τη γάτα, βρήκε τη γ�
8022 αλόπορτα και κατέβασε, βροντοκοπώντας, ένα ολόκληρο τζάμι. Και βγήκε η θεία με την καμιζόλα της και, μ' όλες τις διαμαρτ�
8023 ρίες το�
8024 πως δεν έφταιγε α�
8025 τός, έφαγε ο Αντώνης την κατσάδα, μαζί κι έναν μπάτσο από το παχύ χεράκι της θείας, και ζεματισμένος ξεκίνησε με τ' αδέλφια το�
8026 για τα λο�
8027 τρά.
8028 Μα κι εκεί η γρο�
8029 σο�
8030 ζιά εξακολούθησε. Ενώ στη σκάλα έβρεχε προσεκτικά η Αλεξάνδρα το μέτωπο της, μην ξεσγο�
8031 ράνει τα κατσαρά της, γ�
8032 ρίζει ο Αντώνης να δει ένα παιδί πο�
8033 νοίκιαζε κολοκύθες, για να κολ�
8034 μπήσει, λέει, στα βαθιά, και γλιστρά και πάρ' τον κάτω, μαζί και την Αλεξάνδρα, στον πάτο της θάλασσας. Χάλασε ο κόσμος στα λο�
8035 τρά.
8036 - Σώστε! Ελεήστε! Πνίγονται τα παιδιά!
8037 Δεν πνίγηκαν, γιατί το�
8038 ς ανέβαιναν τα νερά ως τα γόνατα. Μα παν τα κατσαρά. Και δε φθάνει α�
8039 τό, μόνο κόλλησε μια τσούχτρα στην πλάτη της Πο�
8040 λο�
8041 διάς, πο�
8042 έβαλε τις φωνές, και, για να τη γλιτώσει, ο Αντώνης τη βούτηξε και α�
8043 τήν, και παν και α�
8044 τηνής τα κατσαρά. Και, φο�
8045 ρκισμένη τότε η Αφροδίτη, πήρε πηλό και το�
8046 ς έλο�
8047 σε και των τριών τα μαλλιά στη θάλασσα, και μόνο το ξανθό κεφάλι το�
8048 Αλέξανδρο�
8049 γλίτωσε από την οργή της, γιατί ήταν δεμένο μ' ένα μεταξωτό μαντίλι το�
8050 θείο�
8051 , πο�
8052 πλάκωνε σφιχτά ένα ασημένιο τάλιρο απάνω στη μελανιά το�
8053 .
8054 - Κι ακόμα τι έχομε να τραβήξομε! είπε ο Αντώνης, γ�
8055 ρίζοντας από τα λο�
8056 τρά, στις αδελφές το�
8057 πο�
8058 πήγαιναν μπροστά μαζί το�
8059 , ενώ φορτωμένη λο�
8060 τρικά ακολο�
8061 θούσε η Αφροδίτη, βαστώντας τον Αλέξανδρο από το χέρι. Τι έχομε να τραβήξομε! Η θεία είναι κιόλα θ�
8062 μωμένη και η μέρα μόλις αρχίζει!
8063 Στη βεράντα, σαν έφθασαν, ήταν κόσμος. Η Κατίνα και η Κλειώ σ�
8064 ζητούσαν με τη θεία πο�
8065 , κόκκινη και αναμμένη, έλεγε και ξανάλεγε:
8066 - Δεν είναι δ�
8067 νατόν! Σας λέγω πως δεν είναι δ�
8068 νατόν! Ζωρζή! Έλα έξω! Άκο�
8069 σε τι λεν τα κορίτσια!
8070 Ο θείος Ζωρζής βγήκε στη βεράντα την ίδια ώρα πο�
8071 ανέβαιναν τα τέσσερα αδέλφια με την Αφροδίτη.
8072 - Τι τρέχει; ρώτησε λίγο μο�
8073 διασμένος.
8074 Ο θείος Ζωρζής πάντα μούδιαζε σαν εξάπτο�
8075 νταν η θεία Μαριέτα. Και βλέποντας τ' ανίψια το�
8076 , χαμογέλασε το φαρδύ το�
8077 χαμόγελο.
8078 - Καλώς τα παιδιά, είπε, μπείτε να πάρετε το πρόγε�
8079 μα σας...
8080 - Άκο�
8081 σε τώρα δω! διέκοψε η θεία. Τα κορίτσια επιμένο�
8082 ν πως φθάνο�
8083 ν οι δικοί μας από την Αλεξάνδρεια...
8084 - Έφθασαν, θεία! διέκοψε η Κατίνα μ' ένα νάζι το�
8085 κεφαλιού της.
8086 - Μα πώς το ξέρεις, μπρε παιδάκι μο�
8087 ;
8088 - Αφού πήγε η μητέρα με τον πατέρα κάτω, στο λιμένα, να το�
8089 ς παραλάβο�
8090 ν!
8091 Τα τέσσερα αδέλφια έμειναν εμβρόντητα. Ο θείος Ζωρζής επίσης. Μα η θεία δεν πείθο�
8092 νταν.
8093 - Αφού έρχονται να κατοικήσο�
8094 ν εδώ, δε θα μας ειδοποιούσαν πρώτα εμάς; Να ετοιμάσομε την κάμαρα το�
8095 ς;
8096 - Μα σας τηλεγράφησαν! Το δικό μας τηλεγράφημα λέγει: «Ειδοποιούμεν Ζωρζήν».
8097 Η θεία γύρισε απότομα.
8098 - Ζωρζή, έλαβες εσύ τηλεγράφημα;
8099 Ο θείος αργοκούνησε το σταχτί κεφάλι το�
8100 .
8101 - Δεν έλαβα τίποτα, είπε. Και ρώτησε:
8102 - Πότε το λάβατε σεις;
8103 - Προχθές το απόγεμα, αποκρίθηκε η Κλειώ.
8104 Μα έξαφνα έγινε κάτι. Ο Αντώνης έπαθε σα λόξιγκα κι έχωσε τα χέρια το�
8105 στις τσέπες το�
8106 . Γύρισαν όλοι και τον είδαν κατακόκκινο, πο�
8107 πασπάτε�
8108 ε, με χέρια πο�
8109 έτρεμαν, ανάμεσα στο�
8110 ς θησα�
8111 ρούς της τσέπης το�
8112 κι έβγαζε ένα χαρτί διπλωμένο ακόμα, μα σε κακή κατάσταση. Μαύρο, τσαλακωμένο, σχισμένο, μο�
8113 ντζο�
8114 ρωμένο, σα να μην έφθαναν τα χάλια το�
8115 , μες στις δίπλες το�
8116 είχε χωθεί ένα κομμάτι μασημένη μαστίχα και πλακώθηκε και α�
8117 τή και κόλλησε κι έγινε πίτα.
8118 - Το... το τηλεγράφημα... εγώ το πήρα... μπο�
8119 ρδούμπισε ο Αντώνης, κόκκινος σαν αστακός.
8120 Ο θείος και οι δ�
8121 ο εξαδέλφες έμπηξαν τα γέλια. Μα τα μάτια της θείας έβγαλαν σπίθες, και οι δ�
8122 ο αδελφές το�
8123 Αντώνη λες και μίκρεψαν, ζάρωσαν, ήθελαν να τις καταπιεί η γη, μαζί με τον Αντώνη, μήπως ξεφύγο�
8124 ν από το θ�
8125 μό τη θείας, πο�
8126 προμηνύο�
8127 νταν τρομερός.
8128 - Πώς τόλμησες... άρχισε η θεία.
8129 Μα ο θείος είχε πάρει το κο�
8130 ρελόχαρτο από τα κρεμασμένα χέρια το�
8131 Αντώνη, το ξεκόλλησε από τη μαστίχα, το άνοιξε και διάβασε: «Φεύγομε σήμερον Αργολίδα, καλήν αντάμωσιν - Μανόλης».
8132 Σήκωσε ο θείος τα ζαρωμένα γελαστά το�
8133 ματιά στον Αντώνη και ρώτησε:
8134 - Μπρε διαβολάκι, από πότε το έχεις στην τσέπη και δε μιλάς;
8135 - Το... το... τραύλισε ο Αντώνης, από προχθές... το απόγεμα...
8136 Μα η θεία μπήκε στη μέση.
8137 - Χωρατεύεις κιόλα μαζί το�
8138 , Ζωρζή;... διέκοψε και, γ�
8139 ρνώντας στον άφωνο Αντώνη μάτια φορτωμένα αστροπελέκια, ρώτησε: Από πού το πήρες;
8140 - Δεν το πήρα... μο�
8141 το έδωσε ο ταχ�
8142 δρόμος... και περνούσε ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς και...
8143 - Στη σοφίτα! Αμέσως στη σοφίτα! πρόσταξε η θεία, χωρίς καν να τον ακούσει. Τιμωρία! Και θα φθάσο�
8144 ν οι γονείς σο�
8145 και δε θα είσαι δω να το�
8146 ς �
8147 ποδεχθείς! Στη σοφίτα! Αμέσως!
8148 Σα διέταζε η θεία, κανένας δεν τολμούσε ν' αντισταθεί. Και γέρνοντας στο�
8149 ς ώμο�
8150 ς το�
8151 , με σκ�
8152 φτό κεφάλι, μπήκε ο Αντώνης στο σπίτι. Μα, μιας και βγήκε από τη βολή των ματιών της θείας, ο Αντώνης επαναστάτησε. Τι, θα έφθαναν οι γονείς το�
8153 και δε θα ήταν α�
8154 τός εκεί να το�
8155 ς δει; Και θα μάθαιναν αμέσως αμέσως αταξίες, κατσάδες, τιμωρίες... Ωωωω!...
8156 Πέταξε ο Αντώνης πάνω το κεφάλι το�
8157 . Α�
8158 τή τη φορά, όχι, δε θα �
8159 πακούσει και ας τον δείρει η θεία, σα θέλει. Θα πάγει α�
8160 τός στο λιμένα... ήξερε το δρόμο... και αν δεν τον ήξερε, θα τον ξανάβρισκε, αφού από κει ήλθε με τ' αδέλφια το�
8161 , σαν έφθασαν στον Πειραιά... Και θα το�
8162 ς �
8163 ποδέχο�
8164 νταν το�
8165 ς γονείς το�
8166 , α�
8167 τός πρώτος. Και ύστερα... ό,τι βρέξει ας κατεβάσει.
8168 Μπήκε στην είσοδο, είδε τη σκάλα έρημη, άκο�
8169 σε την κερα- Ρήνη πο�
8170 σκάλιζε τη φωτιά της και, ξεγλιστρώντας κατά την πίσω πόρτα, βγήκε στην α�
8171 λή και από κει στο δρόμο. Η βεράντα τώρα και η τραπεζαρία βούιζαν από τις διαταγές της θείας.
8172 - Αμέσως, Αφροδίτη, ακο�
8173 μπά τα λο�
8174 τρικά... Όχι εδώ, στην κάμαρα πάνω... Κατίνα, πάρε σ�
8175 τα κλειδιά μο�
8176 , άνοιξε την ντολάπα το�
8177 λινού, βγάλε σεντόνια, πεσκίρια, μαξιλαροθήκες... Κλειώ, τρέχα πες της κερα-Ρήνης να ξεπεταχτεί να πάρει ψάρι... να το κάνει, πες, αλά Σπετσιώτα, πο�
8178 το�
8179 αρέσει το�
8180 θείο�
8181 Μανόλη... Στάσο�
8182 , Αφροδίτη, πού είσαι; Φέρε πιάτα, φλιτζάνια, ίσως να μην προγε�
8183 μάτισαν ακόμα... Και, αλήθεια, ούτε τα παιδιά δεν προγε�
8184 μάτισαν. Αλεξάνδρα, Πο�
8185 λο�
8186 διά, Αλέξανδρε, αμέσως βγάλτε τα καπέλα σας...
8187 Διακόπηκε ξαφνισμένη:
8188 - Τι κεφάλια είναι α�
8189 τά; Γιατί δεν κάνατε κατσαρά χθες βράδ�
8190 ; αναφώνησε.
8191 - Κάναμε, μα... μα... ψέλλισε η Αλεξάνδρα κοιτάζοντας απελπισμένη την Πο�
8192 λο�
8193 διά πο�
8194 , με σκ�
8195 φτό κεφάλι, από κάτω από τα φρύδια της, έγνεφε το�
8196 Αλέξανδρο�
8197 «Μην πεις...».
8198 Μπήκε στη μέση η Αφροδίτη βιαστικά:
8199 - Τις έλο�
8200 σα στη θάλασσα, είπε, ήταν ελεεινά τα μαλλιά το�
8201 ς και δεν ήξερα πως φθάνο�
8202 ν οι κύριοι...
8203 - Τι ανοησίες! Τις έλο�
8204 σες χθες! διέκοψε η θεία.
8205 - Ξαναλερώθηκαν, κ�
8206 ρία, ήταν ζέστη χθες, επέμεινε η Αφροδίτη.
8207 - Το πέτ�
8208 χες! Και τώρα θα τις δει σ' α�
8209 τά τα χάλια η μαμά το�
8210 ς, πο�
8211 τις θέλει πάντα τ�
8212 ποδεμένες... και ο Αλέξανδρος με δεμένο το κεφάλι... μπράβο, ωραία μας τα κατάφερε ο Αντώνης...
8213 - Ε, ξέχασε μια φορά και α�
8214 τός, είπε καλόκαρδα ο θείος. Μα τον κερα�
8215 νοβόλησε μια ματιά της θείας, και σιωπηλά κάθισε στο πρόγε�
8216 μα και ξεδίπλωσε την πετσέτα το�
8217 . Ο Αλέξανδρος είχε σκαρφαλώσει στην καρέγλα πλάγι το�
8218 .
8219 - Και ο Αντώνης; ρώτησε χαμηλόφωνα. Δε θα φάγει, θείε, ο Αντώνης;
8220 Με τα μάτια, γελαστά το�
8221 έγνεψε ο θείος, κι έγνεψε και στις δ�
8222 ο αδελφές να καθίσο�
8223 ν, ενώ θεία, εξαδέλφες και Αφροδίτη σκορπίζο�
8224 νταν σ' όλο το σπίτι για να ετοιμάσο�
8225 ν την �
8226 ποδοχή των γονέων. Τ' αδέλφια πήραν αέρα.
8227 - Θείε, ρώτησε η Αλεξάνδρα, να πάρω στη σοφίτα τον καφέ το�
8228 Αντώνη;
8229 - Σιγά σιγά, αποκρίθηκε ο θείος, μη θ�
8230 μώσο�
8231 με πάλι τη θεία. Ίσως μπορέσομε να την καταφέρομε να τον σ�
8232 γχωρήσει.
8233 Και σαν κατέβηκε η θεία, με το πράσινο μεταξωτό φόρεμα της, βιαστική, παχο�
8234 λή, πηδηχτή, καπελωμένη και γαντωμένη, ζεσταμένη από τη βία, μα ε�
8235 χαριστημένη πο�
8236 ετοιμάστηκε πια η κάμαρα το�
8237 μο�
8238 σαφίρη, βρήκε την ώρα κατάλληλη ο θείος και μεσίτεψε για σ�
8239 γχώρηση...
8240 - Ας έχει χάρη πο�
8241 έρχο�
8242 νται οι γονείς το�
8243 , ειδεμή... αποκρίθηκε η θεία, ας έχει χάρη! Μα γρήγορα, Ζωρζή, ήλθε το αμάξι, πάμε, μήπως το�
8244 ς προφθάσομε...
8245 Είχε βγει κιόλα στη βεράντα. Δειλά την ακολούθησε η Αλεξάνδρα.
8246 - Να το�
8247 πούμε να έλθει κάτω, θεία; ρώτησε.
8248 Η θεία είχε κατέβει τα μισά σκαλοπάτια. Μισογύρισε και είπε:
8249 - Πες το�
8250 πως για χατίρι της μαμάς σας... ναι, τον σ�
8251 γχωρώ α�
8252 τή τη φορά! Μα είναι η τελε�
8253 ταία...
8254 Τα �
8255 πόλοιπα χάθηκαν μέσα στην κο�
8256 κούλα, κι έκλεισε η πόρτα πίσω από το θείο. Μα πάλι παρο�
8257 σιάστηκε το κεφάλι της θείας στο παράθ�
8258 ρο.
8259 - Φρόνιμα, παιδιά! φώναξε. Η Κατίνα και η Κλειώ μας περιμένο�
8260 ν...
8261 Και ξεκίνησε το βαρύ λαντό και ο κρότος σκέπασε τη φωνή της.
8262 Τρεχάτη μπήκε η Αλεξάνδρα στην τραπεζαρία φωνάζοντας:
8263 - Τον σ�
8264 γχώρησε η θεία! Πάμε να τον φέρομε!
8265 Και οι δ�
8266 ο αδελφές πηλάλα ανέβηκαν τη σκάλα, με την Κλειώ πίσω το�
8267 ς, πο�
8268 έπαιρνε τρία τρία τα σκαλοπάτια. Μα σαν έφθασαν ξεφωνίζοντας «Αντώνη! Αντώνη! Έλα κάτω!», η σοφίτα ήταν άδεια, ο Αντώνης είχε εξαφανιστεί. Μεγάλο σούσο�
8269 ρο έγινε στο σπίτι. Ο Αντώνης χάθηκε, ο Αντώνης δεν ήταν πο�
8270 θενά, ούτε στη σοφίτα ούτε στην α�
8271 λή ούτε στην κάμαρα το�
8272 ούτε στο καρβο�
8273 ναριό. Και μαζεύθηκαν αδέλφια κι εξαδέλφες, και κατάφθασαν Αφροδίτες και κερα-Ρήνες, και καθένας έλεγε το «μήπως» το�
8274 . - Μήπως πήγε στης Αλίς; έκανε η Αλεξάνδρα.
8275 - Ή πάλι στο�
8276 βασιλέα; αντίκοψε η Πο�
8277 λο�
8278 διά.
8279 Η Κατίνα, πο�
8280 κοίταζε κατά τον ανήφορο, γύρισε αργά.
8281 - Έτσι πάτε σεις στο�
8282 βασιλέα; ρώτησε σηκώνοντας τα καλογραμμένα φρύδια της.
8283 - Ναι... όχι... ίσως... μπο�
8284 ρδούμπισε η Πο�
8285 λο�
8286 διά γ�
8287 ρεύοντας μάταια να πάρει πίσω τα λόγια πο�
8288 της είχαν ξεφύγει.
8289 - Όχι, ποτέ! Ποτέ δεν πάμε στο�
8290 βασιλέα! διαμαρτ�
8291 ρήθηκε η Αλεξάνδρα γ�
8292 ρνώντας α�
8293 στηρά στην αδελφή της. Γιατί λες «πάλι»;
8294 - Είπα ίσως... ίσως να δει τον Ντον... απέξω... όχι να ξαναμπεί στην α�
8295 λή... και πάλι τα 'χασε η Πο�
8296 λο�
8297 διά και στάθηκε.
8298 - Ξανά; Λοιπόν πηγαίνει κάποτε; ξεκαρδίστηκε και είπε η Κλειώ.
8299 Μα η κερα-Ρήνη μ' ένα λόγο της άλλαξε τον αέρα κι έριξε τρόμο σ' όλες τις όψες.
8300 - Ξανά! Ξανά! είπε κο�
8301 νώντας το φακιολοδεμένο της κεφάλι. Μήπως ξαναπήγε σε καμιά βάρκα! Μήπως θαλασσοπνίγεται α�
8302 τή την ώρα ο Τρελαντώνης μας...
8303 Η Αφροδίτη χλόμιασε. Με το χέρι σκίασε τα μάτια της και κοίταξε τη θάλασσα πο�
8304 τρεμοσάλε�
8305 ε, τ�
8306 φλωτικά φωτισμένη, στο ηλιοπύρι.
8307 - Όχι, όχι! είπε. Είναι σκάνταλος ο Αντώνης, μα παράκο�
8308 ος δεν είναι...
8309 Η φωνή της, πο�
8310 έτρεμε λιγάκι, τρόμαξε τ' αδέλφια περισσότερο ακόμα και από τα λόγια της κερα-Ρήνης.
8311 - Μήπως πήγε να τιμωρήσει τη γάτα; έριξε ένα λόγο ο Αλέξανδρος.
8312 - Ποια γάτα; ρώτησε με καινούριες ελπίδες η Κλειώ.
8313 - Της Ρωσίδας κ�
8314 ρίας της Τιμής, εξήγησε ο Αλέξανδρος, ενθο�
8315 σιασμένος πο�
8316 έπιασε ο λόγος το�
8317 . Έκλεψε το πρωί το τ�
8318 ρί το�
8319 θείο�
8320 ...
8321 - Πάμε να δούμε! αναφώνησε η Κλειώ. Και όλοι πάλι σκορπίστηκαν.
8322 Μα σαν πήγε η Κλειώ στης Ρωσίδας κ�
8323 ρίας της Τιμής και η κερα-Ρήνη στο βασιλικό μαγειρείο και η Αλεξάνδρα στης Αλίς και η Κατίνα, η Πο�
8324 λο�
8325 διά, η Αφροδίτη και ο Αλέξανδρος έψαξαν το σπίτι από τις κρεβατοκάμαρες ως το πλ�
8326 σταριό και ξανά τη σοφίτα και το καρβο�
8327 ναριό, και ξαναγύρισαν πάλι στη βεράντα και βεβαιώθηκαν πως ο Αντώνης δεν ήταν πο�
8328 θενά, η ανησ�
8329 χία έγινε τρόμος και ο τρόμος απελπισία.
8330 - Σταθείτε όλοι εδώ! Πάγω να δω και παρακάτω! είπε η Αφροδίτη κατεβαίνοντας στο δρόμο.
8331 - Κι εγώ μαζί σο�
8332 ! είπε η Κλειώ πηδώντας δ�
8333 ο δ�
8334 ο τα σκαλοπάτια.
8335 - Εσύ, Κατίνα, φύλαγε τα μικρά! φώναξε η Αφροδίτη.
8336 Και ρίχνοντας την ποδιά της στο κεφάλι της, βιαστικά πήρε τον κατήφορο με την Κλειώ πο�
8337 ξεσκούφωτη, πήγαινε πλάγι της. Μα δεν έκαναν πολύ δρόμο. Δεν είχαν προλάβει ακόμα τον κατήφορο και μπροστά το�
8338 ς είδαν ένα να�
8339 τόπο�
8340 λο μακρολέλεκα, στ' άσπρα, και πλάγι το�
8341 ένα μικρότερο με κοντά παντελόνια αγόρι πο�
8342 το βαστούσε ο μακρολέλεκας από το μπράτσο. Πάλι σκίασε η Αφροδίτη τα μάτια της να δει πιο καλά, μα την πρόλαβε η Κλειώ.
8343 - Να τον! αναφώνησε. Και είναι με τον Γιάννη!
8344 Ναι, ήταν ο Γιάννης και, πλάγι το�
8345 , αργά ανέβαινε ο Αντώνης. Μα δεν είχε ο Αντώνης το γνωστό πετειναρίστικό το�
8346 αέρα. Πήγαινε με πεσμένα τα φτερά και κρεμασμένο το κεφάλι. Και σαν τον έφθασαν οι δ�
8347 ο γ�
8348 ναίκες, είδαν πως το πρόσωπο το�
8349 και τα ρούχα το�
8350 ήταν όλο αίματα.
8351 - Μη χειρότερα! έκανε η Αφροδίτη και δεν μπόρεσε να πει άλλο.
8352 Μα της είπε ο Γιάννης, καθησ�
8353 χαστικά:
8354 - Δεν είναι τίποτα! Πιάστηκε σε πετροπόλεμο κι έφαγε μια πέτρα...
8355 Καινούριο σούσο�
8356 ρο έγινε στη βεράντα σαν έφθασαν. Ακόμα και η Κατίνα έχασε το πάσο της.
8357 - Τι έπαθε;
8358 - Πώς το 'κανε;
8359 - Έχει πληγή στο μέτωπο!
8360 - Αντώνη, ματώθηκες!
8361 Ο Αντώνης δεν απαντούσε σε κανένα. Σα μισοζαλισμένος, κάθο�
8362 νταν στην κο�
8363 νιστή πολ�
8364 θρόνα της θείας και κοίταζε μια τον έναν, μια τον άλλο και αφήνο�
8365 νταν στα γοργά χέρια της Αφροδίτης, και σιωπηλά έπινε το δροσερό από τη στάμνα νερό πο�
8366 το�
8367 είχε φέρει η κερα-Ρήνη.
8368 Και, όπως τη μέρα πο�
8369 τον δάγκασε ο Ντον, όλες φασάρε�
8370 αν γύρω το�
8371 , τραπεζιέρα, μαγείρισσα, εξαδέλφες και αδελφές, ποια θα τον πρωτοπλύνει, ποια θα το�
8372 πρωτοφέρει άρνικα, ξαντό, μαντίλια. Και στο τέλος το�
8373 έδεσαν το μέτωπο, κι α�
8374 τή τη φορά ήταν ο κόμπος από πίσω. Και γονατιστός πλάγι στην πολ�
8375 θρόνα, ακίνητος, κρατούσε ο Αλέξανδρος μ' ε�
8376 λάβεια, σα δισκοπότηρο, μια καθαρή φορεσιά.
8377 Και όταν πια, πλ�
8378 μένος, καθαρισμένος, μαντιλοδεμένος και αλλαγμένος, ξανακάθισε ο Αντώνης στην κο�
8379 νιστή της θείας πολ�
8380 θρόνα, ρώτησε η Κλειώ:
8381 Και ποιος σο�
8382 έριξε την πέτρα;
8383 Μα ο Αντώνης δε μίλησε. Και πήρε το λόγο ο Γιάννης και είπε:
8384 - Κάτι χαμίνια, μαγκόπαιδα μεγάλα, πο�
8385 είχαν μπλέξει σε πετροπόλεμο με μια τσούρμα μαρίδα.
8386 Σ�
8387 γκινημένη χάιδεψε η Αφροδίτη το κεφάλι το�
8388 Αντώνη.
8389 - Το καημένο! είπε πονόψ�
8390 χα.
8391 Η κερα-Ρήνη όμως, πο�
8392 με τα χέρια στο�
8393 ς γοφούς άκο�
8394 ε και παρακολο�
8395 θούσε, ρώτησε:
8396 - Μα πώς βρέθηκες εκεί, κ�
8397 ρ Αντώνη; Η θεία σο�
8398 σε είχε στείλει στη σοφίτα!
8399 Ο Αντώνης δεν αποκρίθηκε.
8400 - Αλήθεια, Αντώνη, πώς βρέθηκες στο δρόμο; ρώτησε η Αλεξάνδρα.
8401 - Εμείς σε γ�
8402 ρεύαμε παντού, σ' όλο το σπίτι... πρόσθεσε η Πο�
8403 λο�
8404 διά.
8405 - Γιατί βγήκες έξω, Αντώνη, επανέλαβε η Αλεξάνδρα, αφού έπρεπε να είσαι στη σοφίτα;
8406 - Γιατί... γιατί, ξέσπασε ο Αντώνης ξαναβρίσκοντας τη φωνή το�
8407 στην αγανάκτηση το�
8408 , γιατί δεν ήθελα να είμαι τιμωρημένος, πο�
8409 θα 'ρχο�
8410 νταν οι γονείς... και πήγα στο λιμένα...
8411 Αστροπελέκι έπεσε στο ακροατήριο.
8412 - Στο λιμένα!
8413 - Μόνος!
8414 - Το 'κανες α�
8415 τό!
8416 - Βρήκες το δρόμο!
8417 Τ' αδέλφια το�
8418 Αντώνη ήταν έτοιμα να προσκ�
8419 νήσο�
8420 ν. Το�
8421 ς φάνηκε ξαφνικά πως το μαντιλοδεμένο το�
8422 κεφάλι ακτινοβολούσε.
8423 Ο Αντώνης ήταν φωστήρας! Ο Αντώνης ήταν ήρωας, άξιος να καταπιαστεί τα πιο μεγάλα πράματα!
8424 Μα δεν πρόφθασε ο Αντώνης να χαρεί τη δόξα το�
8425 . Ρώτησε η Κατίνα:
8426 - Και γιατί γύρισες μόνος σο�
8427 ; Γιατί δεν ήλθες με το�
8428 ς θείο�
8429 ς;
8430 Και αποκρίθηκε γελώντας ο Γιάννης:
8431 - Καλέ, εδώ, λίγο παρακάτω τον βρήκα! Και είπε ο Αντώνης, μαζεμένος πάλι:
8432 - Ναι, δεν πρόφθασα να το�
8433 ς βρω! Δεν πρόφθασα ν' ανέβω στο βαπόρι!
8434 - Καλέ, δε λες πως βγήκες στα τρ�
8435 φερίτσια και σε πιάσανε με τις πέτρες! χαχάνισε η κερα-Ρήνη. Τι μας κρένεις για λιμάνια και βαπόρια; Θα πήγαινες τώρα σ�
8436 ...
8437 - Ναι! Θα πήγαινα! διέκοψε ο Αντώνης με αγανάκτηση. Και θα 'βρισκα το δρόμο μια χαρά!
8438 Τ' αδέλφια θαύμασαν πάλι. Μα η κερα-Ρήνη το�
8439 ς έκοψε τη φόρα:
8440 - Και γιατί δεν πήγε η αφεντιά σο�
8441 ;
8442 - Γιατί ήταν κάτι παιδιά πο�
8443 έπαιζαν ένα παιχνίδι και στάθηκα να δω, είπε ο Αντώνης, κι έπιαναν σκλάβο�
8444 ς και το�
8445 ς ξεσκλάβωναν οι άλλοι...
8446 - Έπαιζαν σκλαβάκια, βρε μπούφο! Αμπάριζες δηλαδή! διέκοψε ο Γιάννης.
8447 - Αμπάριζες! Έπαιζαν αμπάριζες! αναφώνησε αναμμένη η Κλειώ. Και δεν μπήκες και σ�
8448 στο παιχνίδι, Αντώνη!
8449 Ο ενθο�
8450 σιασμός της Κλειώς ντρόπιασε τον Αντώνη.
8451 - Δεν ήξερα πώς το παίζο�
8452 ν... άρχισε, μα τον διέκοψε η Κλειώ.
8453 - Είχαν καλό αρχηγό; ρώτησε.
8454 - Καλέ, ήταν μαρίδα! αποκρίθηκε ακατάδεχτα ο Γιάννης. Και το�
8455 ς βαλαν εμπρός τα χαμίνια, γιατί ήταν όλα τόσα δα...
8456 - Καθόλο�
8457 ! φώναξε ο Αντώνης και πετάχθηκε από την πολ�
8458 θρόνα της θείας. Ήταν ένας μικρός πο�
8459 έτρεχε και ξεσκλάβωνε όλο�
8460 ς! Μα ήλθε ένας μεγάλος, πο�
8461 δεν ήταν το�
8462 παιχνιδιού, και το�
8463 έδωσε μια τρικλοποδιά, έτσι...
8464 Έδωσε και ο Αντώνης μια τρικλοποδιά στο σιδερένιο τραπέζι πο�
8465 έπεσε με πάταγο στις πλάκες της βεράντας και ο κρότος σκέπασε όλα τα ξεφωνητά.
8466 Η κερα-Ρήνη έφ�
8467 γε τρεχάτη, σκεπάζοντας τ' α�
8468 τιά της, και η Αφροδίτη πετάχθηκε, σήκωσε το τραπέζι κι έσπρωξε τον Αντώνη στην κο�
8469 νιστή πολ�
8470 θρόνα της θείας.
8471 - Αν δεν κάτσεις ήσ�
8472 χος, το�
8473 είπε μαλωσιάρικα, θα σπάσεις και τις πλάκες και τα δικά μας κεφάλια! Στάσο�
8474 ν' ακούσει η θεία σο�
8475 πως πιάστηκες με χαμίνια το�
8476 δρόμο�
8477 , και να δεις τι έχεις να πάθεις!
8478 - Γιατί; ρώτησε η Κλειώ. Και πρόσθεσε:
8479 - Δεν έχει να πάθει τίποτα ο Αντώνης! Τι έκανε κακό;
8480 - Μπράβο, μπράβο, Κλειώ! Έτσι το�
8481 λες και παίρνει θάρρος! αναφώνησε η Αφροδίτη. Εγώ νίβω τα χέρια μο�
8482 πια! Κάνετε σεις καλά!
8483 Και μπήκε στην τραπεζαρία μο�
8484 ρμο�
8485 ρίζοντας και φοβερίζοντας και άρχισε να σηκώνει το τραπέζι.
8486 Η Κλειώ είχε δώσει μια σπρωξιά στην πολ�
8487 θρόνα της θείας Μαριέτας, πο�
8488 έγειρε βαθιά πίσω και βούτηξε πάλι εμπρός.
8489 - Ο�
8490 φ! έκανε σκασμένη.
8491 - Έχει δίκαιο η Αφροδίτη! αποφάσισε η Κατίνα.
8492 - Καθόλο�
8493 ! διέκοψε η Κλειώ. Κι εγώ αν έβλεπα να παίζο�
8494 ν αμπάριζες, θα έμπαινα στο παιχνίδι. Καλά έκανες, Αντώνη...
8495 Με το χέρι αναποδογύρισε τα μαλλιά το�
8496 , τα σήκωσε όλα όρθια πάνω από το μαντιλοδεμένο το�
8497 μέτωπο.
8498 - Να, τώρα είσαι ωραίος και μ' αρέσεις, μοιάζεις σκαντζόχοιρος! είπε τσαχπίνικα. Και μ' αρέσεις, γιατί όλο αταξίες κάνεις!
8499 Η Αλεξάνδρα και η Πο�
8500 λο�
8501 διά στάθηκαν φρικιασμένες. Ήταν πρώτη φορά πο�
8502 άκο�
8503 αν τέτοια ηθική. Και ο Αλέξανδρος, πο�
8504 είχε βγάλει μαντίλι και τάλιρο και φεγγοβολούσε με μια μεγάλη μελανιά στο μέτωπο, έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Όλοι κοίταζαν την Κλειώ ταραγμένοι. Ακόμα και ο Αντώνης δεν ήξερε τι στάση να πάρει, γιατί δεν ήταν βέβαιος αν κορόιδε�
8505 ε η Κλειώ ή αν εννοούσε όσα έλεγε. Μόνος ο Γιάννης, ακο�
8506 μπισμένος στον τοίχο, με τα χέρια πίσω το�
8507 , κρ�
8508 φογελούσε σιωπηλά.
8509 - Ναι, μ' αρέσεις εσύ, είπε μάγκικα η Κλειώ, γιατί δεν είσαι φρόνιμος και δεν κάνεις τον φρόνιμο. Σπάζεις τζάμια, σπάζεις κεφάλια, προπάντων το δικό σο�
8510 , τα βάζεις με μαγκόπαιδα δ�
8511 ο φορές μεγαλύτερα σο�
8512 , τραβάς τ' α�
8513 τιά το�
8514 Ντον, κάνεις όλες τις αταξίες πο�
8515 κάνο�
8516 ν τα κακά παιδιά στα βιβλία!
8517 - Και... και α�
8518 τό σ' αρέσει; ρώτησε σαστισμένη η Αλεξάνδρα πο�
8519 ένιωθε μέσα της να κλονίζονται όλα όσα ήξερε για το καλό και το κακό.
8520 - Μ' αρέσει, είπε η Κλειώ, γιατί δεν είναι �
8521 ποκριτής... Και είναι παλικαράκι!
8522 Μια στιγμή τ' αδέλφια στάθηκαν να σ�
8523 λλογιστούν και να ζ�
8524 γίσο�
8525 ν α�
8526 τά πο�
8527 είπε η μεγάλη εξαδέλφη. Και είπε η Κλειώ:
8528 - Σα βρέθηκε α�
8529 τός ο μικρούτσικος Αντώνης... γιατί μαρίδα είναι και α�
8530 τός... ανάμεσα σε μεγάλα χαμίνια, δεν το 'στριψε, μόνο τα 'βαλε μαζί το�
8531 ς. Μ' αρέσει πο�
8532 στάθηκε και μετρήθηκε μ' α�
8533 τούς κι έφαγε την πέτρα! Η Κατίνα έγειρε πάλι πίσω το κεφάλι της.
8534 - Α�
8535 τά δεν είναι καμώματα φρόνιμο�
8536 παιδιού, είπε μεγαλόπρεπα.
8537 - Βέβαια όχι! είπε ή Κλειώ. Μα δεν είναι φρόνιμος ο Αντώνης, είναι πετειναράκι, και πιάνοντας τον από το πιγούνι: Εσύ μ' αρέσεις, επανέλαβε, επειδή είσαι άτακτος και είσαι και παλικάρι! Κάνεις όλες τις αταξίες, μα δε φοβάσαι και να τις φας! Και γι' α�
8538 τό μ' αρέσεις, μ' αρέσεις!
8539 Ο Αντώνης τράβηξε το πιγούνι το�
8540 από το χέρι της εξαδέλφης το�
8541 , μισοντροπιασμένος μισοε�
8542 χαριστημένος, χωρίς να πολ�
8543 καταλαβαίνει τι ήταν ωραίο στην αταξία το�
8544 . Έριξε μια λοξή ματιά στ' αδέλφια το�
8545 , γ�
8546 ρεύοντας κάπο�
8547 να στηριχθεί, μ' αντάμωσε το βλέμμα της Αλεξάνδρας τόσο φορτωμένο καταδίκη, πο�
8548 τα έχασε ολότελα. Τον είδε η Κλειώ κι έμπηξε τα γέλια. Και πιάνοντας το κεφάλι το�
8549 ανάμεσα στα χέρια της, τον φίλησε. Α�
8550 τό πια τον αποτελείωσε. Τον Αντώνη! Να τον φιλήσει κορίτσι! Και μπρος στ' αδέλφια το�
8551 κιόλα! Και σα να μην έφθανε α�
8552 τό, έμπηξε και ο Γιάννης τα γέλια! Τα πράματα θα τελείωναν άσχημα, ίσως μ' επανάσταση.
8553 Μα την ίδια στιγμή έγινε σούσο�
8554 ρο, Αφροδίτη και κερα-Ρήνη πετάχθηκαν έξω και κατέβηκαν στο δρόμο όπο�
8555 , τρίζοντας και στενάζοντας, βο�
8556 τώντας και κ�
8557 λώντας, κατάφθαναν δ�
8558 ο λαντά φορτωμένα ανθρώπο�
8559 ς και σεντούκια και σταμάτησαν εμπρός στη βεράντα. Αδέλφια κι εξαδέλφια κατρακύλησαν τη σκάλα και χύθηκαν στο δρόμο με φωνές και αλαλαγμούς.
8560 Μόνος ο Αντώνης έμεινε στην πολ�
8561 θρόνα της θείας Μαριέτας, ανήσ�
8562 χος, αβέβαιος αν έπρεπε να κατέβει ή να περιμένει την μπόρα εκεί πο�
8563 κάθο�
8564 νταν. Άκο�
8565 σε τη φωνή της μαμάς πο�
8566 ρωτούσε: «Μπα! Τι έπαθες, Αλέξανδρε; Και πού είναι ο Αντώνης;» και την είδε πο�
8567 ανέβαινε τρεχάτη, χαρούμενη, κρατώντας τον Αλέξανδρο στην αγκαλιά και τις δ�
8568 ο αδελφές κρεμασμένες στο άλλο της χέρι. Πίσω, γελαστή και ασπροντ�
8569 μένη, ανέβαινε η θεία Αργίνη. Τότε δε βάσταξε ο Αντώνης. Πετάχθηκε πάνω, χύθηκε στη μαμά το�
8570 , την αγκάλιασε από τη μέση και ακούμπησε το μέτωπο το�
8571 στη φούστα της για να κρύψει τα μάτια το�
8572 πο�
8573 , ήθελε δεν ήθελε, βούρκωναν.
8574 - Τι έπαθες, Αντώνη, χτύπησες; αναφώνησε η μαμά βάζοντας χάμω τον Αλέξανδρο και πιάνοντας στα δ�
8575 ο της χέρια το μαντιλοδεμένο κεφάλι το�
8576 Αντώνη.
8577 Πηδηχτή και ζεσταμένη ανέβαινε η θεία Μαριέτα με τα εξαδέλφια.
8578 - Πάλι! αναφώνησε σαστισμένη. Πού πληγώθηκες; Έλα να δω!
8579 - Δεν είναι τίποτα, είπε ο Γιάννης, έφαγε μια πέτρα. Επιφωνήματα, ρωτήματα, σύγχ�
8580 ση κι εξηγήσεις, με κάποια χασμωδία, βούιζαν εδώ, εκεί, παντού, όταν, αφού πλήρωσε τ' αμάξια και παρέδωσε στην Αφροδίτη τις αποσκε�
8581 ές, ανέβηκε ο πατέρας στη βεράντα με το�
8582 ς δ�
8583 ο θείο�
8584 ς.
8585 Είδε το μελανιασμένο μέτωπο το�
8586 Αλέξανδρο�
8587 , το δεμένο κεφάλι το�
8588 Αντώνη και είπε μισομαλώνοντας μισογελώντας:
8589 - Μα τι πάθαν τα δ�
8590 ο μο�
8591 αγόρια; Κούτρισαν ο ένας με τον άλλο σαν α�
8592 γά το�
8593 Πάσχα;
8594 Και τότε, τινάζοντας τα δ�
8595 ο της παχιά χεράκια, είπε η θεία Μαριέτα:
8596 - Να παραλάβεις τώρα εσύ το γιο σο�
8597 , Μανόλη! Εγώ είδα και απόειδα! Τρελαντώνη, Λωλαντώνη τον λέγει η κερα-Ρήνη, μ' αλήθεια, όρια πια δεν έχει η τρέλα το�
8598 . Πιάστηκε, λέει, σε πετροπόλεμο με χαμίνια το�
8599 δρόμο�
8600 κι έσπασε το κεφάλι το�
8601 .
8602 Μα πώς βρέθηκε στο δρόμο ούτ' εγώ δεν ξέρω.
8603 - Ακόμα δε φθάσαμε, Αντώνη, και από τώρα αταξίες... έκανε θλιμμένη η μαμά.
8604 Μα τη διέκοψε ο θείος Γιώργης:
8605 - Στάσο�
8606 , Βιργινία, να δούμε πρώτα, είπε.
8607 Και τράβηξε τον Αντώνη ανάμεσα στα γόνατα το�
8608 , το�
8609 έλ�
8610 σε το μαντίλι και ξεσκέπασε μια τρίγωνη τρ�
8611 πίτσα κόκκινη, μεταξύ στα δ�
8612 ο φρύδια. Την εξέτασε, ζούλησε το μέτωπο ολόγ�
8613 ρα και είπε γελαστά:
8614 - Άιντε, είναι η πρώτη το�
8615 πολέμο�
8616 λαβωματιά. Ώσπο�
8617 να παντρε�
8618 τεί, θα το�
8619 περάσει!
8620 Και στη μαμά, πο�
8621 έσκ�
8622 βε απάνω το�
8623 ανήσ�
8624 χη, είπε ζωηρά:
8625 - Δέσε το�
8626 το κεφάλι, Βιργινία, και μην ανησ�
8627 χείς. Δε θα πεθάνει τούτη τη φορά!
8628 Μα τα φρύδια το�
8629 πατέρα έμεναν σο�
8630 ρωμένα, τα μαύρα μάτια το�
8631 απειλούσαν βροντές και αστραπές.
8632 - Πώς έφαγες την πέτρα; ρώτησε.
8633 - Ήταν πετροπόλεμος, είπε μο�
8634 διασμένος ο Αντώνης, και βρέθηκα κι εγώ στη μέση... και μο�
8635 έριξε ένα παιδί μια σπασμένη κεραμίδα...
8636 - Τ' ακούς; Τ' ακούς; Και το�
8637 είναι απαγορε�
8638 μένο να παίζει στο δρόμο με άγνωστα παιδιά! διέκοψε η θεία.
8639 Τα πράματα έπαιρναν πολύ άσχημη όψη. Τ' αδέλφια το�
8640 Αντώνη άρχισαν να τρέμο�
8641 ν. Πετάχθηκε τότε η Κλειώ και είπε:
8642 - Σα βρεθείς στη μέση, θεία μο�
8643 , δεν μπορείς να μην πολεμήσεις και σ�
8644 . Σας βεβαιώνω πως και ο Γιάννης το ίδιο θα έκανε.
8645 - Δηλαδή το ίδιο έκανα! διόρθωσε ο Γιάννης.
8646 - Τι; Ανακατώθηκες στον πετροπόλεμο; Έριξες και σ�
8647 πέτρες; ρώτησε σαστισμένη η θεία Μαριέτα.
8648 - Και βέβαια έριξα, κι έφαγα μερικές, μα όχι στο κεφάλι.
8649 Ο Αντώνης ήταν πιο άτ�
8650 χος και την έφαγε στο πρόσωπο. Αγανακτισμένη γύρισε η θεία Μαριέτα στη θεία Αργίνη.
8651 - Και το επιτρέπεις εσύ; ρώτησε. Η θεία Αργίνη γέλασε.
8652 - Όχι, είπε, δεν το επιτρέπω, και το ξέρει ο Γιάννης. Και δε θα έπαιζε πετροπόλεμο χωρίς ανάγκη. Κάτι θα 'τ�
8653 χε. Πες, Γιάννη, πώς έγινε;
8654 Και είπε ο Γιάννης:
8655 - Ήταν κάτι χαμίνια, κοτζά αγόρια, πο�
8656 πιάστηκαν με μια τσούρμα μικρά, μαρίδα τόση δα, και τη βάλανε μπροστά. Τα μικρά διαφεντεύθηκαν τότε με πέτρες, έριξαν και οι μεγάλοι και άναψε ο πετροπόλεμος. Μπήκε στη μάχη και ο Αντώνης, τον είδα από μακριά κι έτρεξα κι εγώ, κι έριξα κι εγώ πέτρες και το�
8657 ς σκόρπισα: Α�
8658 τό ήταν όλο!
8659 - Τ' ακούς; Τ' ακούς, Μανόλη; αναφώνησε η θεία Μαριέτα.
8660 - Τ' ακούω, είπε ήσ�
8661 χα ο πατέρας.
8662 Και κοιτάζοντας τον Αντώνη από κάτω από τα π�
8663 κνά το�
8664 φρύδια, ρώτησε:
8665 - Ένα πράμα ήθελα να ξέρω. Γιάννη, σαν είδες τον Αντώνη να ρίχνει πέτρες, σε ποιο στρατόπεδο πολεμούσε; Με τη μαρίδα ή με τα χαμίνια;
8666 - Με τη μαρίδα, βέβαια! Μπήκε στη μάχη την ώρα πο�
8667
8668 ποχωρούσαν οι μικροί και τις έτρωγαν!
8669 - Φαντάσο�
8670 τι μπορούσε να πάθει... έκανε η μαμά. Μα τη διέκοψε ο πατέρας:
8671 - Ε, καλά! είπε ξεσο�
8672 ρώνοντας τα φρύδια το�
8673 . Αν ήταν με τη μαρίδα, χαλάλι το�
8674 , και ας πάθαινε. Αν μο�
8675 έλεγαν όμως, Αντώνη, πως πήγες με το�
8676 ς πιο δ�
8677 νατούς, θα τελείωνε άσχημα η σημερινή μας σ�
8678 νάντηση. Μα, μιας και πολέμησες με το�
8679 ς μικρούς, πο�
8680 τις έτρωγαν κιόλα από το�
8681 ς μεγάλο�
8682 ς, όχι μόνο δε θα σε τιμωρήσω, μα και θα σο�
8683 πω πως έκανες καλά. Και τώρα, έλα να με φιλήσεις!
8684 Ο�
8685 φ! Τι ξαλάφρωμα για τ' αδέλφια το�
8686 Αντώνη! Και για τον Αντώνη τι καμάρι τα λόγια το�
8687 πατέρα! Όλοι μαζί μιλούσαν, φώναζαν, γελούσαν. Και μ�
8688 στικά τσίμπησε σιγά ο Αντώνης το μπράτσο της Κλειώς και της είπε:
8689 - Εσύ πρώτη είπες έναν καλό λόγο... Εσύ άξιζε να είσαι αγόρι!
8690 - Γιατί; ρώτησε ξεκαρδισμένη η Κλειώ. Τα κορίτσια δε λεν σωστά λόγια; Ή μήπως γιατί είπα πως μ' αρέσεις, πως είσαι πετειναράκι και παλικάρι;
8691 - Μα εσύ δε φοβήθηκες να μιλήσεις της θείας! είπε ο Αντώνης. Εσύ είσαι παλικάρι, είσαι σαν άντρας!
8692 - Α, μπράβο! έκανε η Κλειώ. Και οι γ�
8693 ναίκες, νομίζεις, δεν είναι παλικάρια; Αμέ η Μπο�
8694 μπο�
8695 λίνα; Αμέ η Μαντώ Μα�
8696 ρογένη; Αμέ η Μόσχω Τζαβέλλα; Α�
8697 τές δεν ήταν παλικάρια;
8698 Ο Αντώνης δεν είχε ακούσει ούτε τη Μαντώ Μα�
8699 ρογένη ούτε τη Μόσχω Τζαβέλλα και την Μπο�
8700 μπο�
8701 λίνα την ήξερε μόνο σα φιγούρα καραβιού, όρθια στην πλώρη, με φο�
8702 σκωμένα τα πανιά πίσω της. Έτσι την είχε δει πάντα σ' ένα άδετο κακοτ�
8703 πωμένο και κο�
8704 ρελιασμένο βιβλίο το�
8705 Στάμο�
8706 , πο�
8707 είχε πει της Πο�
8708 λο�
8709 διάς μια μέρα, σαν κόπηκε κι έκλαιγε: «Πώς θα γίνεις Μπο�
8710 μπο�
8711 λίνα, αν κλαις για λίγο αίμα;» Μα τι έκανε η Μπο�
8712 μπο�
8713 λίνα δεν ήξερε, γιατί δεν το ήξερε ούτε ο Στάμος. Και λίγο ντροπιασμένος για την άγνοια το�
8714 , ρώτησε ο Αντώνης:
8715 - Και τι κάναν α�
8716 τές και ήταν παλικάρια;
8717 Μα δεν πρόφθασε η Κλειώ ν' αποκριθεί. Άπλωσε η θεία Αργίνη το χέρι της και τράβηξε τον Αντώνη κοντά της.
8718 - Θα τις μάθεις όλες τώρα, τις ηρωίδες της Επανάστασης, είπε γελαστά, και α�
8719 τές και άλλες και άλλο�
8720 ς. Θα σο�
8721 τα πει όλα ο Γιάννης, πο�
8722 τα ξέρει απέξω κι ανακατωτά, τώρα πο�
8723 θα μας μείνεις. Και στις παύσεις θα 'χομε μεις άλλο ένα μεγάλο αγόρι στο σπίτι.
8724 Ο Αντώνης δεν κατάλαβε. Γύρισε στον πατέρα και στη μαμά τα σαστισμένα μάτια το�
8725 .
8726 - Ε, βέβαια, είναι πια μεγάλο αγόρι, είπε ο θείος Ζωρζής χαϊδεύοντας τις φαβορίτες το�
8727 και χαμογελώντας με το πλατύ το�
8728 χαμόγελο, είναι πια καιρός να πάγει σχολείο.
8729 Στη σάστισή το�
8730 ο Αντώνης ξαναβρήκε τη φωνή το�
8731 .
8732 - Θα πάγω σχολείο, μπαμπά; φώναξε. Ο πατέρας γέλασε.
8733 - Αμέ γιατί, νομίζεις, ήλθαμε; Για να σο�
8734 βρούμε σχολείο! αποκρίθηκε.
8735 Τα γαλανά μάτια της μαμάς είχαν βο�
8736 ρκώσει.
8737 - Λ�
8738 πάσαι; ρώτησε.
8739 - Αχ, όχι!
8740 Το�
8741 ξέφ�
8742 γε το�
8743 Αντώνη η φωνή το�
8744 και στάθηκε ντροπιασμένος, διστακτικός για τη χαρά το�
8745 , την ώρα πο�
8746 βούρκωνε η μαμά. Μα ο πατέρας έβαλε τα πράματα στη θέση το�
8747 ς.
8748 - Βέβαια και δε λ�
8749 πάται, έστω και αν χωρίζεται από μας. Στο σχολείο θα μάθει έναν κόσμο πράματα και θα έχει σ�
8750 μμαθητές και φίλο�
8751 ς...
8752 - Και θα παίζομε σκλαβάκια! φώναξε ο Αντώνης διακόπτοντας τον πατέρα το�
8753 , στον ενθο�
8754 σιασμό το�
8755 απάνω.
8756 - Και θα μάθεις πρώτα πρώτα πειθαρχία και να μη διακόπτεις το�
8757 ς μεγαλύτερο�
8758 ς σο�
8759 , παρατήρησε η θεία Μαριέτα.
8760 - Θα μάθει να είναι και πιο φρόνιμος ελπίζω, πρόσθεσε ο μπαμπάς σο�
8761 ρώνοντας λαφριά τα φρύδια το�
8762 . Η θεία σο�
8763 μο�
8764 λέγει...
8765 - Πως είναι λίγο σκάνταλος, διέκοψε η θεία Αργίνη, με το γλ�
8766 κό χαμόγελο της. Μα στο σχολείο όλα α�
8767 τά θα διορθωθούν. Και ο Γιάννης ήταν σκάνταλος. Και όμως τώρα φρονίμεψε και μ' ακούει. Ε, Γιάννη;
8768 Ο Γιάννης δε μίλησε. Χαμογέλασε μόνο κι έγειρε πίσω το κεφάλι το�
8769 με το νάζι της Κατίνας.
8770 - Όλα τ' αγόρια έχο�
8771 ν ανάγκη από σχολείο. Στρώνει το χαρακτήρα, είπε ο θείος ο γιατρός και χαμογέλασε κι εκείνος κο�
8772 νώντας πάνω κάτω το κεφάλι. Αν δεν τριφτείς με σ�
8773 ντρόφο�
8774 ς και αν δε φας μερικές καρπαζιές... δε γίνεσαι άνθρωπος. Άιντε, έλα, Αργίνη. Μας περιμένο�
8775 ν τα μικρά. Κατίνα, Κλειώ, Γιάννη, εμπρός, πάμε σπίτι. Χαμηλόφωνα, με μια φιλική σπρωξιά στον Αντώνη, είπε η Κλειώ:
8776 - Θα τις φας, μα και θα τις δώσεις, ε, Αντώνη; Και πετροπόλεμο, ξέρεις... παίζο�
8777 ν και στα σχολεία...
8778 Το�
8779 έκανε μαριόλικα το μάτι και ακολούθησε τη θεία Αργίνη πο�
8780 , από τη σκάλα της βεράντας, γύριζε να τη φωνάξει. Πού να κοιμηθούν εκείνο το βράδ�
8781 τα τέσσερα αδέλφια! Καθισμένα στα κρεβάτια το�
8782 ς, με τις κο�
8783 νο�
8784 πιέρες πεταμένες πίσω, είχαν στήσει σ�
8785 μβούλιο. Το φως το�
8786 φεγγαριού, πο�
8787 χύνο�
8788 νταν στην κάμαρα από τη διάπλατα ανοιγμένη μπαλκονόπορτα, άσπριζε τα χαρτιά, τ�
8789 λιγμένα στα μαλλιά των κοριτσιών, το μαντιλοδεμένο κεφάλι το�
8790 Αντώνη και ξεχώριζε σκιερή στο μέτωπο το�
8791 Αλέξανδρο�
8792 την πρωινή το�
8793 μελανιά. Αγκαλιάζοντας από πάνω από το μακρύ το�
8794 ν�
8795 χτικό τα σηκωμένα γόνατα το�
8796 και διακόπτοντας των μεγάλων το σ�
8797 μβούλιο, ρώτησε ο Αλέξανδρος:
8798 - Αντώνη, πώς θα γίνεις περιβολάρης της θείας της Αλίς στην Κηφισιά, αφού θα πας στο σχολείο το�
8799 Βούλγαρη;
8800 Αποφασιστικά αποκρίθηκε ο Αντώνης:
8801 - Εγώ δε θα γίνω περιβολάρης!
8802 - Θα γίνεις λοιπόν καπετάνιος; Μα πώς θα πηγαίνεις με τη βάρκα, αφού το σχολείο είναι στην Αθήνα και η θάλασσα είναι εδώ;
8803 - Ούτε καπετάνιος δε θα γίνω! διέκοψε ο Αντώνης. Θα γίνω αξιωματικός και θα πολεμώ όλη μέρα.
8804 Και ανάβοντας με τα ίδια το�
8805 τα λόγια, εξακολούθησε όλο και με περισσότερη έξαψη:
8806 - Σήμερα πολέμησα και σήμερα κατάλαβα τι χάζι έχει α�
8807 τό πο�
8808 είπε η Κλειώ, να τρως καρπαζιές και να τις δίνεις...
8809 Και κάνοντας ξένο κεφάλι το ένα το�
8810 γόνατο, το�
8811 τράβηξε μια καρπαζιά, ύστερα στο άλλο και πάλι στο πρώτο: «Να, έτσι, παφ εσύ και παφ κι εσύ, παφ κι εγώ», κι έδινε και μια στο σβέρκο το�
8812 , και πάλι στο άλλο το�
8813 γόνατο, «παφ κι εσύ», και ύστερα στον ώμο το�
8814 , ολάκερη μάχη γίνο�
8815 νταν από τον Αντώνη εναντίον το�
8816 Αντώνη. Και τότε η Πο�
8817 λο�
8818 διά έσπασε πρώτη τον κανόνα. Ο ενθο�
8819 σιασμός το�
8820 Αντώνη τη σ�
8821 νεπήρε τόσο, πο�
8822 κρέμασε ένα πόδι έξω από τα σεντόνια, ύστερα και το άλλο, τη μιμήθηκε ο Αλέξανδρος, τον ακολούθησε η Αλεξάνδρα, κι έξαφνα βρέθηκαν τα τρία αδέλφια καθισμένα πάνω στο ένα κρεβάτι, το�
8823 Αντώνη πο�
8824 , ανασηκωμένος ανάμεσα το�
8825 ς μ' ενθο�
8826 σιασμό ακράτητο και χειρονομίες μπόλικες, ξαναπαράσταινε το�
8827 ς πρωινούς το�
8828 ηρωισμούς.
8829 Άκο�
8830 αν τα κορίτσια και θαύμαζαν. Άκο�
8831 ε ο Αλέξανδρος και θαύμαζε κι εκείνος. Και τώρα πο�
8832 θ' αποχωρίζο�
8833 νταν τον Αντώνη, δεν το�
8834 ς πείραζε να το�
8835 δείξο�
8836 ν πως αναγνώριζαν την �
8837 περοχή το�
8838 , την τόλμη το�
8839 , την ατρομησιά και τη γρηγοράδα το�
8840 . Κι έλεγε ο Αντώνης και άκο�
8841 αν τ' αδέλφια το�
8842 , και σηκώθηκε ο Αντώνης όρθιος και ξαναπολέμησε όλο τον πρωινό πετροπόλεμο και κάτι περισσότερο. Κι έτρεψε σε φ�
8843 γή όλα τα χαμίνια της πρωινής μάχης και άλλα τόσα της φαντασίας το�
8844 . Και σαν είδε τον εα�
8845 τό το�
8846 μόνο και νικητή, ανάμεσα στα θαμπωμένα από τα κατορθώματα το�
8847 αδέλφια το�
8848 , δε βάσταξε. Έβαλε κάτω το κεφάλι το�
8849 κι έκανε μια τούμπα ξεφωνίζοντας:
8850 - Ζήτωωω!...
8851 Μα στον ενθο�
8852 σιασμό το�
8853 δεν πρόφθασε να μετρήσει την απόσταση, και τα πόδια το�
8854 βρόντησαν στα σίδερα το�
8855 κρεβατιού, πο�
8856 γκρεμοτσακίστηκαν με πάταγο στο πάτωμα. Και όπο�
8857 φύγει φύγει τ' άλλα τρία αδέλφια, πο�
8858 ξαναχώθηκαν άψε σβήσε κάτω από τα σεντόνια το�
8859 ς. Και γέμισε η κάμαρα κόσμο. Μαμά, θεία, θείος, πατέρας, Αφροδίτη, κερα-Ρήνη, σαν από μαγεία βρέθηκαν όλοι στη μέση. Τα τρία αδέλφια ήταν στα κρεβάτια το�
8860 ς, μα οι κο�
8861 νο�
8862 πιέρες είχαν μείνει στ�
8863 λωμένες, και ο Αντώνης, λίγο ζαλισμένος από τούμπα και κρότο�
8864 ς, κάθο�
8865 νταν στο χαλασμένο το�
8866 κρεβάτι άφωνος σαν ψάρι. Η μαμά και η θεία, τρομαγμένες, γύρε�
8867 αν λαβωμένο�
8868 ς και σκοτωμένο�
8869 ς. Ο θείος, μ' ένα κερί στο χέρι, μισογελούσε και ο πατέρας μισοσούφρωνε τα δασιά το�
8870 φρύδια.
8871 - Έπεσε το σίδερο το�
8872 κρεβατιού; ρώτησε. Κανένας δε μίλησε.
8873 Κι η κερα-Ρήνη πλησίασε, έπιασε τα δ�
8874 ο πόδια το�
8875 Αντώνη, τα σήκωσε και όλοι είδαν στο καθένα από ένα πλατύ γδάρσιμο πο�
8876 μάτωνε και κοκκίνιζε τα σεντόνια.
8877 - Τον χτύπησε το σίδερο πέφτοντας! Αχ, το καημένο! αναφώνησε η θεία.
8878 Κι έτρεξε η Αφροδίτη κι έφερε πάλι άρνικα, ξαντό και μαντίλια κι έδεσε τα πληγωμένα πόδια, όπως είχε δέσει το πρωί το πληγωμένο κεφάλι, και μαμά και θεία πλάγιασαν τρ�
8879 φερά τον Αντώνη στο ξαναφτιαγμένο το�
8880 κρεβάτι, με μαντιλοδεμένα κορ�
8881 φή και πόδια. Και σαν τον φίλησαν και τον φασάρεψαν και τον χάιδεψαν και το�
8882 κατέβασαν την κο�
8883 νο�
8884 πιέρα το�
8885 και τις κο�
8886 νο�
8887 πιέρες των αδελφών το�
8888 , και τον παρηγόρησαν για τις καινούριες το�
8889 πληγές, μαμά και θεία τού ε�
8890 χήθηκαν περαστικά και βγήκαν στις μύτες των ποδαριών, πίσω από τον πατέρα και το θείο. Κάμποση ώρα τα τέσσερα αδέλφια έμειναν σιωπηλά, λίγο σαστισμένα για την τροπή πο�
8891 είχαν πάρει τα πράματα και λίγο ντροπιασμένα για την απίστε�
8892 τη ατιμωρησία. Και πρώτος ο Αλέξανδρος έκοψε τη σιωπή με τα ψιθ�
8893 ρίσματα το�
8894 :
8895 - Αντώνη, είπε χαμηλόφωνα, εσύ δεν ξέρεις τίποτα. Εσύ είπες σήμερα πως η κακή μέρα από το πρωί φαίνεται, και όμως σήμερα ήταν η πιο ωραία μέρα! Ήλθαν οι γονείς και μας έφεραν εμάς το�
8896 φέκια και σπαθιά, και κο�
8897 ζίνα της Αλεξάνδρας, και φλιτζάνια και πιάτα της Πο�
8898 λο�
8899 διάς, και κανένας δε σε μάλωσε για τον πετροπόλεμο. Και τώρα πο�
8900 έσπασες το κρεβάτι σο�
8901 , πάλι κανένας δε σε μάλωσε...
8902 Τον διέκοψε ο Αντώνης:
8903 - Και πρώτον δεν είπε κανένας πως έσπασα εγώ το κρεβάτι, αποκρίθηκε ξεχνώντας να μιλήσει σιγά. Είπε ο θείος πως ήταν παλιό κι έσπασε μόνο το�
8904 ! Και ύστερα, εσύ να μην ξεφ�
8905 τρώνεις εκεί πο�
8906 δε σε σπέρνο�
8907 ν...
8908 - Τι τρέχει απάνω πάλι; ακούστηκε η ανήσ�
8909 χη φωνή της μαμάς από κάτω κι ε�
8910 θύς η απάντηση της Αφροδίτης από πάνω:
8911 - Τίποτα, κ�
8912 ρία Βιργινία, εγώ σ�
8913 γ�
8914 ρίζω.
8915 Και μπαίνοντας στην κάμαρα, θ�
8916 μωμένα ψιθύρισε η Αφροδίτη:
8917 - Θα ησ�
8918 χάσετε, θηρία; Ή να φωνάξω τον μπαμπά να το�
8919 πω πως έκανες μια τούμπα κι έσπασες το κρεβάτι; Θαρρείς πως δεν το κατάλαβε η κερα-Ρήνη, και ας μη μίλησε; Αντώνη, Τρελαντώνη, Ζο�
8920 ρλαντώνη, Λωλαντώνη, καλά σε λέγει η κερα-Ρήνη! Θα μας τρελάνεις όλο�
8921 ς! Κοιμήσο�
8922 αμέσως!
8923 Όλα τ' αδέλφια ζάρωσαν. Γύρισε και ο Αντώνης από τον τοίχο κι έκλεισε τα μάτια το�
8924 . Α�
8925 τή η κερα-Ρήνη! Τίποτα ωστόσο δεν της ξέφε�
8926 γε! Μα θα της ξεφύγει α�
8927 τός τώρα πο�
8928 θα πάγει σχολείο! Αχ! σαν πάγει σχολείο... Θα είναι πια με αγόρια... όλο με αγόρια... θα παίζο�
8929 ν πάλι σκλαβάκια... θα πολεμούν όλη μέρα... θα σπάζο�
8930 ν κεφάλια... θα παλεύο�
8931 ν, θα τραβούν σπαθιές, το�
8932 φεκιές, κανονιές... θα... θα... Και τον πήρε ο ύπνος με χίλια όνειρα ηρωικά.
8933 EOT;
8934 /*
8935 *** START: FULL LICENSE ***
8936 Creative Commons Legal Code
8937 Attribution-ShareAlike 3.0 Unported
8938
8939 CREATIVE COMMONS CORPORATION IS NOT A LAW FIRM AND DOES NOT PROVIDE
8940 LEGAL SERVICES. DISTRIBUTION OF THIS LICENSE DOES NOT CREATE AN
8941 ATTORNEY-CLIENT RELATIONSHIP. CREATIVE COMMONS PROVIDES THIS
8942 INFORMATION ON AN "AS-IS" BASIS. CREATIVE COMMONS MAKES NO WARRANTIES
8943 REGARDING THE INFORMATION PROVIDED, AND DISCLAIMS LIABILITY FOR
8944 DAMAGES RESULTING FROM ITS USE. License
8945 THE WORK (AS DEFINED BELOW) IS PROVIDED UNDER THE TERMS OF THIS
8946 CREATIVE COMMONS PUBLIC LICENSE ("CCPL" OR "LICENSE"). THE WORK IS
8947 PROTECTED BY COPYRIGHT AND/OR OTHER APPLICABLE LAW. ANY USE OF THE
8948 WORK OTHER THAN AS AUTHORIZED UNDER THIS LICENSE OR COPYRIGHT LAW IS
8949 PROHIBITED.
8950 BY EXERCISING ANY RIGHTS TO THE WORK PROVIDED HERE, YOU ACCEPT AND
8951 AGREE TO BE BOUND BY THE TERMS OF THIS LICENSE. TO THE EXTENT THIS
8952 LICENSE MAY BE CONSIDERED TO BE A CONTRACT, THE LICENSOR GRANTS YOU
8953 THE RIGHTS CONTAINED HERE IN CONSIDERATION OF YOUR ACCEPTANCE OF SUCH
8954 TERMS AND CONDITIONS.
8955 1. Definitions
8956 "Adaptation" means a work based upon the Work, or upon the Work and
8957 other pre-existing works, such as a translation, adaptation,
8958 derivative work, arrangement of music or other alterations of a
8959 literary or artistic work, or phonogram or performance and includes
8960 cinematographic adaptations or any other form in which the Work may be
8961 recast, transformed, or adapted including in any form recognizably
8962 derived from the original, except that a work that constitutes a
8963 Collection will not be considered an Adaptation for the purpose of
8964 this License. For the avoidance of doubt, where the Work is a musical
8965 work, performance or phonogram, the synchronization of the Work in
8966 timed-relation with a moving image ("synching") will be considered an
8967 Adaptation for the purpose of this License. "Collection" means a
8968 collection of literary or artistic works, such as encyclopedias and
8969 anthologies, or performances, phonograms or broadcasts, or other works
8970 or subject matter other than works listed in Section 1(f) below,
8971 which, by reason of the selection and arrangement of their contents,
8972 constitute intellectual creations, in which the Work is included in
8973 its entirety in unmodified form along with one or more other
8974 contributions, each constituting separate and independent works in
8975 themselves, which together are assembled into a collective whole. A
8976 work that constitutes a Collection will not be considered an
8977 Adaptation (as defined below) for the purposes of this License.
8978 "Creative Commons Compatible License" means a license that is listed
8979 at http://creativecommons.org/compatiblelicenses that has been
8980 approved by Creative Commons as being essentially equivalent to this
8981 License, including, at a minimum, because that license: (i) contains
8982 terms that have the same purpose, meaning and effect as the License
8983 Elements of this License; and, (ii) explicitly permits the relicensing
8984 of adaptations of works made available under that license under this
8985 License or a Creative Commons jurisdiction license with the same
8986 License Elements as this License. "Distribute" means to make available
8987 to the public the original and copies of the Work or Adaptation, as
8988 appropriate, through sale or other transfer of ownership. "License
8989 Elements" means the following high-level license attributes as
8990 selected by Licensor and indicated in the title of this License:
8991 Attribution, ShareAlike. "Licensor" means the individual, individuals,
8992 entity or entities that offer(s) the Work under the terms of this
8993 License. "Original Author" means, in the case of a literary or
8994 artistic work, the individual, individuals, entity or entities who
8995 created the Work or if no individual or entity can be identified, the
8996 publisher; and in addition (i) in the case of a performance the
8997 actors, singers, musicians, dancers, and other persons who act, sing,
8998 deliver, declaim, play in, interpret or otherwise perform literary or
8999 artistic works or expressions of folklore; (ii) in the case of a
9000 phonogram the producer being the person or legal entity who first
9001 fixes the sounds of a performance or other sounds; and, (iii) in the
9002 case of broadcasts, the organization that transmits the broadcast.
9003 "Work" means the literary and/or artistic work offered under the terms
9004 of this License including without limitation any production in the
9005 literary, scientific and artistic domain, whatever may be the mode or
9006 form of its expression including digital form, such as a book,
9007 pamphlet and other writing; a lecture, address, sermon or other work
9008 of the same nature; a dramatic or dramatico-musical work; a
9009 choreographic work or entertainment in dumb show; a musical
9010 composition with or without words; a cinematographic work to which are
9011 assimilated works expressed by a process analogous to cinematography;
9012 a work of drawing, painting, architecture, sculpture, engraving or
9013 lithography; a photographic work to which are assimilated works
9014 expressed by a process analogous to photography; a work of applied
9015 art; an illustration, map, plan, sketch or three-dimensional work
9016 relative to geography, topography, architecture or science; a
9017 performance; a broadcast; a phonogram; a compilation of data to the
9018 extent it is protected as a copyrightable work; or a work performed by
9019 a variety or circus performer to the extent it is not otherwise
9020 considered a literary or artistic work. "You" means an individual or
9021 entity exercising rights under this License who has not previously
9022 violated the terms of this License with respect to the Work, or who
9023 has received express permission from the Licensor to exercise rights
9024 under this License despite a previous violation. "Publicly Perform"
9025 means to perform public recitations of the Work and to communicate to
9026 the public those public recitations, by any means or process,
9027 including by wire or wireless means or public digital performances; to
9028 make available to the public Works in such a way that members of the
9029 public may access these Works from a place and at a place individually
9030 chosen by them; to perform the Work to the public by any means or
9031 process and the communication to the public of the performances of the
9032 Work, including by public digital performance; to broadcast and
9033 rebroadcast the Work by any means including signs, sounds or images.
9034 "Reproduce" means to make copies of the Work by any means including
9035 without limitation by sound or visual recordings and the right of
9036 fixation and reproducing fixations of the Work, including storage of a
9037 protected performance or phonogram in digital form or other electronic
9038 medium. 2. Fair Dealing Rights. Nothing in this License is intended to
9039 reduce, limit, or restrict any uses free from copyright or rights
9040 arising from limitations or exceptions that are provided for in
9041 connection with the copyright protection under copyright law or other
9042 applicable laws.
9043 3. License Grant. Subject to the terms and conditions of this License,
9044 Licensor hereby grants You a worldwide, royalty-free, non-exclusive,
9045 perpetual (for the duration of the applicable copyright) license to
9046 exercise the rights in the Work as stated below:
9047 to Reproduce the Work, to incorporate the Work into one or more
9048 Collections, and to Reproduce the Work as incorporated in the
9049 Collections; to create and Reproduce Adaptations provided that any
9050 such Adaptation, including any translation in any medium, takes
9051 reasonable steps to clearly label, demarcate or otherwise identify
9052 that changes were made to the original Work. For example, a
9053 translation could be marked "The original work was translated from
9054 English to Spanish," or a modification could indicate "The original
9055 work has been modified."; to Distribute and Publicly Perform the Work
9056 including as incorporated in Collections; and, to Distribute and
9057 Publicly Perform Adaptations. For the avoidance of doubt:
9058 Non-waivable Compulsory License Schemes. In those jurisdictions in
9059 which the right to collect royalties through any statutory or
9060 compulsory licensing scheme cannot be waived, the Licensor reserves
9061 the exclusive right to collect such royalties for any exercise by You
9062 of the rights granted under this License; Waivable Compulsory License
9063 Schemes. In those jurisdictions in which the right to collect
9064 royalties through any statutory or compulsory licensing scheme can be
9065 waived, the Licensor waives the exclusive right to collect such
9066 royalties for any exercise by You of the rights granted under this
9067 License; and, Voluntary License Schemes. The Licensor waives the right
9068 to collect royalties, whether individually or, in the event that the
9069 Licensor is a member of a collecting society that administers
9070 voluntary licensing schemes, via that society, from any exercise by
9071 You of the rights granted under this License. The above rights may be
9072 exercised in all media and formats whether now known or hereafter
9073 devised. The above rights include the right to make such modifications
9074 as are technically necessary to exercise the rights in other media and
9075 formats. Subject to Section 8(f), all rights not expressly granted by
9076 Licensor are hereby reserved.
9077 4. Restrictions. The license granted in Section 3 above is expressly
9078 made subject to and limited by the following restrictions:
9079 You may Distribute or Publicly Perform the Work only under the terms
9080 of this License. You must include a copy of, or the Uniform Resource
9081 Identifier (URI) for, this License with every copy of the Work You
9082 Distribute or Publicly Perform. You may not offer or impose any terms
9083 on the Work that restrict the terms of this License or the ability of
9084 the recipient of the Work to exercise the rights granted to that
9085 recipient under the terms of the License. You may not sublicense the
9086 Work. You must keep intact all notices that refer to this License and
9087 to the disclaimer of warranties with every copy of the Work You
9088 Distribute or Publicly Perform. When You Distribute or Publicly
9089 Perform the Work, You may not impose any effective technological
9090 measures on the Work that restrict the ability of a recipient of the
9091 Work from You to exercise the rights granted to that recipient under
9092 the terms of the License. This Section 4(a) applies to the Work as
9093 incorporated in a Collection, but this does not require the Collection
9094 apart from the Work itself to be made subject to the terms of this
9095 License. If You create a Collection, upon notice from any Licensor You
9096 must, to the extent practicable, remove from the Collection any credit
9097 as required by Section 4(c), as requested. If You create an
9098 Adaptation, upon notice from any Licensor You must, to the extent
9099 practicable, remove from the Adaptation any credit as required by
9100 Section 4(c), as requested. You may Distribute or Publicly Perform an
9101 Adaptation only under the terms of: (i) this License; (ii) a later
9102 version of this License with the same License Elements as this
9103 License; (iii) a Creative Commons jurisdiction license (either this or
9104 a later license version) that contains the same License Elements as
9105 this License (e.g., Attribution-ShareAlike 3.0 US)); (iv) a Creative
9106 Commons Compatible License. If you license the Adaptation under one of
9107 the licenses mentioned in (iv), you must comply with the terms of that
9108 license. If you license the Adaptation under the terms of any of the
9109 licenses mentioned in (i), (ii) or (iii) (the "Applicable License"),
9110 you must comply with the terms of the Applicable License generally and
9111 the following provisions: (I) You must include a copy of, or the URI
9112 for, the Applicable License with every copy of each Adaptation You
9113 Distribute or Publicly Perform; (II) You may not offer or impose any
9114 terms on the Adaptation that restrict the terms of the Applicable
9115 License or the ability of the recipient of the Adaptation to exercise
9116 the rights granted to that recipient under the terms of the Applicable
9117 License; (III) You must keep intact all notices that refer to the
9118 Applicable License and to the disclaimer of warranties with every copy
9119 of the Work as included in the Adaptation You Distribute or Publicly
9120 Perform; (IV) when You Distribute or Publicly Perform the Adaptation,
9121 You may not impose any effective technological measures on the
9122 Adaptation that restrict the ability of a recipient of the Adaptation
9123 from You to exercise the rights granted to that recipient under the
9124 terms of the Applicable License. This Section 4(b) applies to the
9125 Adaptation as incorporated in a Collection, but this does not require
9126 the Collection apart from the Adaptation itself to be made subject to
9127 the terms of the Applicable License. If You Distribute, or Publicly
9128 Perform the Work or any Adaptations or Collections, You must, unless a
9129 request has been made pursuant to Section 4(a), keep intact all
9130 copyright notices for the Work and provide, reasonable to the medium
9131 or means You are utilizing: (i) the name of the Original Author (or
9132 pseudonym, if applicable) if supplied, and/or if the Original Author
9133 and/or Licensor designate another party or parties (e.g., a sponsor
9134 institute, publishing entity, journal) for attribution ("Attribution
9135 Parties") in Licensor's copyright notice, terms of service or by other
9136 reasonable means, the name of such party or parties; (ii) the title of
9137 the Work if supplied; (iii) to the extent reasonably practicable, the
9138 URI, if any, that Licensor specifies to be associated with the Work,
9139 unless such URI does not refer to the copyright notice or licensing
9140 information for the Work; and (iv) , consistent with Ssection 3(b), in
9141 the case of an Adaptation, a credit identifying the use of the Work in
9142 the Adaptation (e.g., "French translation of the Work by Original
9143 Author," or "Screenplay based on original Work by Original Author").
9144 The credit required by this Section 4(c) may be implemented in any
9145 reasonable manner; provided, however, that in the case of a Adaptation
9146 or Collection, at a minimum such credit will appear, if a credit for
9147 all contributing authors of the Adaptation or Collection appears, then
9148 as part of these credits and in a manner at least as prominent as the
9149 credits for the other contributing authors. For the avoidance of
9150 doubt, You may only use the credit required by this Section for the
9151 purpose of attribution in the manner set out above and, by exercising
9152 Your rights under this License, You may not implicitly or explicitly
9153 assert or imply any connection with, sponsorship or endorsement by the
9154 Original Author, Licensor and/or Attribution Parties, as appropriate,
9155 of You or Your use of the Work, without the separate, express prior
9156 written permission of the Original Author, Licensor and/or Attribution
9157 Parties. Except as otherwise agreed in writing by the Licensor or as
9158 may be otherwise permitted by applicable law, if You Reproduce,
9159 Distribute or Publicly Perform the Work either by itself or as part of
9160 any Adaptations or Collections, You must not distort, mutilate, modify
9161 or take other derogatory action in relation to the Work which would be
9162 prejudicial to the Original Author's honor or reputation. Licensor
9163 agrees that in those jurisdictions (e.g. Japan), in which any exercise
9164 of the right granted in Section 3(b) of this License (the right to
9165 make Adaptations) would be deemed to be a distortion, mutilation,
9166 modification or other derogatory action prejudicial to the Original
9167 Author's honor and reputation, the Licensor will waive or not assert,
9168 as appropriate, this Section, to the fullest extent permitted by the
9169 applicable national law, to enable You to reasonably exercise Your
9170 right under Section 3(b) of this License (right to make Adaptations)
9171 but not otherwise. 5. Representations, Warranties and Disclaimer
9172 UNLESS OTHERWISE MUTUALLY AGREED TO BY THE PARTIES IN WRITING,
9173 LICENSOR OFFERS THE WORK AS-IS AND MAKES NO REPRESENTATIONS OR
9174 WARRANTIES OF ANY KIND CONCERNING THE WORK, EXPRESS, IMPLIED,
9175 STATUTORY OR OTHERWISE, INCLUDING, WITHOUT LIMITATION, WARRANTIES OF
9176 TITLE, MERCHANTIBILITY, FITNESS FOR A PARTICULAR PURPOSE,
9177 NONINFRINGEMENT, OR THE ABSENCE OF LATENT OR OTHER DEFECTS, ACCURACY,
9178 OR THE PRESENCE OF ABSENCE OF ERRORS, WHETHER OR NOT DISCOVERABLE.
9179 SOME JURISDICTIONS DO NOT ALLOW THE EXCLUSION OF IMPLIED WARRANTIES,
9180 SO SUCH EXCLUSION MAY NOT APPLY TO YOU.
9181 6. Limitation on Liability. EXCEPT TO THE EXTENT REQUIRED BY
9182 APPLICABLE LAW, IN NO EVENT WILL LICENSOR BE LIABLE TO YOU ON ANY
9183 LEGAL THEORY FOR ANY SPECIAL, INCIDENTAL, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
9184 EXEMPLARY DAMAGES ARISING OUT OF THIS LICENSE OR THE USE OF THE WORK,
9185 EVEN IF LICENSOR HAS BEEN ADVISED OF THE POSSIBILITY OF SUCH DAMAGES.
9186 7. Termination
9187 This License and the rights granted hereunder will terminate
9188 automatically upon any breach by You of the terms of this License.
9189 Individuals or entities who have received Adaptations or Collections
9190 from You under this License, however, will not have their licenses
9191 terminated provided such individuals or entities remain in full
9192 compliance with those licenses. Sections 1, 2, 5, 6, 7, and 8 will
9193 survive any termination of this License. Subject to the above terms
9194 and conditions, the license granted here is perpetual (for the
9195 duration of the applicable copyright in the Work). Notwithstanding the
9196 above, Licensor reserves the right to release the Work under different
9197 license terms or to stop distributing the Work at any time; provided,
9198 however that any such election will not serve to withdraw this License
9199 (or any other license that has been, or is required to be, granted
9200 under the terms of this License), and this License will continue in
9201 full force and effect unless terminated as stated above. 8.
9202 Miscellaneous
9203 Each time You Distribute or Publicly Perform the Work or a Collection,
9204 the Licensor offers to the recipient a license to the Work on the same
9205 terms and conditions as the license granted to You under this License.
9206 Each time You Distribute or Publicly Perform an Adaptation, Licensor
9207 offers to the recipient a license to the original Work on the same
9208 terms and conditions as the license granted to You under this License.
9209 If any provision of this License is invalid or unenforceable under
9210 applicable law, it shall not affect the validity or enforceability of
9211 the remainder of the terms of this License, and without further action
9212 by the parties to this agreement, such provision shall be reformed to
9213 the minimum extent necessary to make such provision valid and
9214 enforceable. No term or provision of this License shall be deemed
9215 waived and no breach consented to unless such waiver or consent shall
9216 be in writing and signed by the party to be charged with such waiver
9217 or consent. This License constitutes the entire agreement between the
9218 parties with respect to the Work licensed here. There are no
9219 understandings, agreements or representations with respect to the Work
9220 not specified here. Licensor shall not be bound by any additional
9221 provisions that may appear in any communication from You. This License
9222 may not be modified without the mutual written agreement of the
9223 Licensor and You. The rights granted under, and the subject matter
9224 referenced, in this License were drafted utilizing the terminology of
9225 the Berne Convention for the Protection of Literary and Artistic Works
9226 (as amended on September 28, 1979), the Rome Convention of 1961, the
9227 WIPO Copyright Treaty of 1996, the WIPO Performances and Phonograms
9228 Treaty of 1996 and the Universal Copyright Convention (as revised on
9229 July 24, 1971). These rights and subject matter take effect in the
9230 relevant jurisdiction in which the License terms are sought to be
9231 enforced according to the corresponding provisions of the
9232 implementation of those treaty provisions in the applicable national
9233 law. If the standard suite of rights granted under applicable
9234 copyright law includes additional rights not granted under this
9235 License, such additional rights are deemed to be included in the
9236 License; this License is not intended to restrict the license of any
9237 rights under applicable law. Creative Commons Notice
9238 Creative Commons is not a party to this License, and makes no warranty
9239 whatsoever in connection with the Work. Creative Commons will not be
9240 liable to You or any party on any legal theory for any damages
9241 whatsoever, including without limitation any general, special,
9242 incidental or consequential damages arising in connection to this
9243 license. Notwithstanding the foregoing two (2) sentences, if Creative
9244 Commons has expressly identified itself as the Licensor hereunder, it
9245 shall have all rights and obligations of Licensor.
9246 Except for the limited purpose of indicating to the public that the
9247 Work is licensed under the CCPL, Creative Commons does not authorize
9248 the use by either party of the trademark "Creative Commons" or any
9249 related trademark or logo of Creative Commons without the prior
9250 written consent of Creative Commons. Any permitted use will be in
9251 compliance with Creative Commons' then-current trademark usage
9252 guidelines, as may be published on its website or otherwise made
9253 available upon request from time to time. For the avoidance of doubt,
9254 this trademark restriction does not form part of the License.
9255 Creative Commons may be contacted at http://creativecommons.org/.
9256 */
9257 }
9258